Φυλακή και γλώσσα: Γλωσσοπλασία –Γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας


Πού «γεννιέται» ο ιδιαίτερος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού των φυλακών

Οι γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας, με την πολύ μεγάλη σημασία τους και τη συμβολική λειτουργία που λαμβάνουν, ιδίως στο κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο ιδρυμάτων όπως είναι τα καταστήματα κράτησης, θα αποτελέσουν το αντικείμενο διερεύνησής μας στο εισαγωγικό διαδικτυακό σεμινάριο του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος το οποίο θα λάβει χώρα το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020, με τίτλο «Φυλακή και γλώσσα: Γλωσσοπλασία –Γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας», στο οποίο είμαι Εισηγήτρια.

Στο συγκεκριμένο σεμινάριο θα παρουσιαστούν αναλυτικά τα θεμελιώδη στοιχεία που συνθέτουν τους γλωσσικούς κώδικες επικοινωνίας οι οποίοι δημιουργούνται σε όλες τις γλωσσικές κοινότητες και ειδικά το ερευνητικό μας ενδιαφέρον θα εστιαστεί στα συνθηματικά ιδιώματα και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που λαμβάνει ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας μέσα στη φυλακή.

Βασική μας επιδίωξη είναι να συνθέσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα του φαινομένου της γλωσσοπλασίας και να διερευνήσουμε την εξέλιξη και τη συμβολή του στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ώστε σταδιακά να οδηγηθούμε στο κύριο θέμα μας -τον γλωσσικό κώδικα που χρησιμοποιούν οι έγκλειστοι των φυλακών.

Ως προς τη γλώσσα της φυλακής ειδικά, θα εξετάσουμε τις λειτουργίες και τους σκοπούς που επιτελεί καθώς και τα βασικά σημεία στα οποία διαφοροποιείται σήμερα, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, σε σχέση με παρελθούσες εποχές.

Στοιχεία του σεμιναρίου:

Κοινά χαρακτηριστικά και λειτουργίες γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας

Ταξινόμηση γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας

Συνθηματικά ιδιώματα

Λειτουργίες και τρόποι διαμόρφωσης συνθηματικών ιδιωμάτων

Λόγοι δημιουργίας συνθηματικών ιδιωμάτων

Συνθηματικά ιδιώματα στην Ελλάδα

Η γλώσσα της φυλακής: χαρακτηριστικά, λειτουργίες, σκοποί, συσχετισμοί με άλλους γλωσσικούς κώδικες επικοινωνίας και διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον κώδικα των εγκλείστων σε παρελθούσες εποχές

To σεμινάριο απευθύνεται σε: δημοσιογράφους (επαγγελματίες και φοιτητές-φοιτήτριες/απόφοιτους-απόφοιτες), εγκληματολόγους, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, κοινωνικούς επιστήμονες και γενικά επαγγελματίες στο χώρο των καταστημάτων κράτησης.

Διάρκεια σεμιναρίου: 4 ώρες. Το σεμινάριο θα λάβει χώρα Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Ώρα: 10:00 – 14:00.

Για περισσότερες πληροφορίες και εγγραφές στη σελίδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος: Σεμινάριο Εξ Αποστάσεως Με Θέμα: «Φυλακή Και Γλώσσα: Γλωσσοπλασία –Γλωσσικοί Κώδικες Επικοινωνίας».

Η εκδήλωσή μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Σεμινάριο εξ αποστάσεως με θέμα: “Φυλακή και γλώσσα”.

Με αφορμή το σεμινάριο, θα διερευνήσουμε στο παρόν άρθρο το ερώτημα «πού γεννιέται η γλώσσα της φυλακής;  Εντός  του κλειστού, περιοριστικού πλαισίου του καταστήματος κράτησης ή στην ελεύθερη κοινωνία και μεταφέρεται στη φυλακή;».

Θα ξεκινήσουμε υπογραμμίζοντας ότι η γλώσσα της φυλακής, δηλαδή ο ιδιαίτερος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας των κρατουμένων, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτηριζόμενου  «υποπολιτισμού» των εγκλείστων. Μάλιστα, στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής όπου τα καταστήματα κράτησης υφίστανται τους ισχυρούς κοινωνικούς κλυδωνισμούς, επηρεάζεται σημαντικά και η γλώσσα της φυλακής. Οι αλλαγές τόσο στην ανθρωπογεωγραφία των φυλακών όσο και στη σύνθεση του ποινικού πληθυσμού έχουν ως αποτέλεσμα να αποκτά η γλώσσα της φυλακής ένα ειδικό «βάρος» και να καθίσταται όχι μόνο μέσο επικοινωνίας αλλά αναγκαίο μέσο ένταξης στη μεγάλη ομάδα των κρατουμένων και στις μικρότερες υπο-ομάδες που δημιουργούνται στη φυλακή. Υπό αυτή την έννοια η γλώσσα της φυλακής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του έγκλειστου πληθυσμού αποτελώντας ουσιαστικά, σήμερα, ένα εργαλείο  κατανόησης της ίδιας της εσωτερικής  λειτουργίας μίας φυλακής, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Παν/μίου Αθηνών, κ. Γιάννης Πανούσης στη συνέντευξη που μας παραχώρησε στο πλαίσιο του εν εξελίξει project μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος «Φυλακή και Γλώσσα: επαναληπτική έρευνα» και η οποία θα δημοσιευθεί το επόμενο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, θα επανέλθουμε στο υπό εξέταση θέμα και με ανάλυση καινούργιων στοιχείων.

 Επομένως, προκειμένου να εξετάσουμε το πού γεννιέται τελικά αυτός ο γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας των κρατουμένων, θα πρέπει πρώτα να διερευνήσουμε εάν ο χαρακτηριζόμενος «υποπολιτισμός» της φυλακής, αναπόσπαστο στοιχείο του οποίου είναι και η γλώσσα της φυλακής, παράγεται μέσα στη φυλακή (όπως υπογραμμίζει ο Sykes), μέσω της διαδικασίας προσαρμογής των κρατουμένων στις αρχές του ή εάν εισάγεται στη φυλακή από την ελεύθερη κοινωνία, μέσω των εμπειριών, των βιωμάτων και αξιακού κώδικα κάθε κρατουμένου. Είναι αξιοσημείωτο ότι έχουν επικρατήσει δύο θεωρίες, οι οποίες φαινομενικά τουλάχιστον είναι εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους. Στόχος τους είναι να ερμηνεύσουν τον τρόπο με τον οποίο οι κρατούμενοι προσαρμόζονται ψυχολογικά και συμπεριφέρονται στο περιβάλλον της φυλακής.[1] Στο πλαίσιο της νεότερης κοινωνίας διατυπώθηκε μία νέα θεωρία που επιχείρησε το συγκερασμό των δύο προηγούμενων. Ακολούθως, παρατίθενται τα καίρια στοιχεία των τριών θεωριών που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στον ερευνητικό τομέα και παρουσιάζουμε τη δική μας άποψη, καταλήγοντας σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα.

α)θεωρία ενδογενούς υποπολιτισμού

Η πρώτη θεωρία, του ενδογενούς υποπολιτισμού (indigenous origin hypothesis), στηρίζεται στην κοινωνιολογική θεωρία του δομολειτουργισμού (structural functionalism) με κύριο εκπρόσωπο τον Talcott Parsons. Βάσει αυτής της θεωρίας, ο «υποπολιτισμός» του κρατουμένου «γεννιέται» και μαθαίνεται στο περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής. Με άλλα λόγια, πηγάζει από την ίδια τη δομή της φυλακής και η υιοθέτησή του πραγματοποιείται μέσα σε αυτήν ή έστω διαφοροποιείται ανάλογα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε σωφρονιστικού καταστήματος.[2] Η βαθύτερη ουσία του «υποπολιτισμού», σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, έγκειται στο ότι αποτελεί ένα είδος «οχυρού» των κρατουμένων, ώστε να αντιμετωπίσουν το πλήθος των στερήσεων που βιώνουν μέσα στη φυλακή, αρχής γενομένης της προσωπικής ελευθερίας και συνεχίζοντας με άλλες στερήσεις, όπως, της οικογένειας, των φιλικών και κοινωνικών επαφών, της περιουσίας, της εργασίας και άλλων στοιχείων της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του κάθε ατόμου.

β) θεωρία μεταφερόμενου υποπολιτισμού

Η δεύτερη θεωρία, του μεταφερόμενου υποπολιτισμού (importation hypothesis), βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης. Το κύριο χαρακτηριστικό της, όπως καθιστά εμφανές και το όνομά της, συνίσταται στο ότι η «υποκουλτούρα» της φυλακής δεν «γεννιέται» μέσα σε αυτήν αλλά μεταφέρεται από την ελεύθερη κοινωνία.[3] Υπό αυτή την έννοια, τα άτομα δεν εισέρχονται στη φυλακή ως «άγραφοι πίνακες» αλλά «κουβαλούν» ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα: αρχές, κανόνες και μορφές συμπεριφοράς, που έχουν αναπτύξει ως ελεύθεροι πολίτες.[4]

   Σημειώνουμε ότι η θεωρία του μεταφερόμενου υποπολιτισμού, η οποία έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογική θεωρία της «πολιτιστικής διάδοσης» (cultural diffusion, με εκπροσώπους τους Elliot Smith, Fritz Graebner, Alfred Kroeber κ.λπ.) παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι βάσει αυτής ο «υποπολιτισμός» του κρατουμένου σχετίζεται άμεσα με τα βιώματα και τις εμπειρίες του εκτός φυλακής αλλά και γενικότερα με τη χαρακτηριζόμενη «προ-ιδρυματική κοινωνικοποίησή» του, η οποία αφορά τα πρότυπα συμπεριφοράς που έχει υιοθετήσει ο έγκλειστος κατά τη διάρκεια της ζωής του στην ελεύθερη κοινωνία, εάν δηλαδή έχει αναπτύξει εγκληματικές μορφές συμπεριφοράς ή όχι. Αυτό ακριβώς το τελευταίο γεγονός εξαρτάται από παράγοντες όπως η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, η ανατροφή, η εν γένει προσωπικότητα κ.λπ.[5] Συνεπώς, οι τύποι της «υποκουλτούρας» που υιοθετούνται στα σωφρονιστικά καταστήματα δεν πηγάζουν από τις συνθήκες ζωής μέσα στη φυλακή, αλλά είναι «νόθοι» τύποι που έχουν τις ρίζες τους στην ελεύθερη κοινωνία και «εισάγονται» από τους κρατούμενους.[6]

Εξέλιξη της θεωρίας του μεταφερόμενου υποπολιτισμού αποτέλεσε η εργασία του κοινωνιολόγου-εγκληματολόγου Donald R. Cressey και του μαθητή του, πρώην καταδίκου μάλιστα, John Irwin,[7] οι οποίοι εντόπισαν την ύπαρξη τριών «υποπολιτισμικών» ομάδων στη φυλακή: τον υποπολιτισμό των κλεφτών (thief-criminal subculture), τον υποπολιτισμό των καταδίκων (convict-prison subculture) και το νόμιμο υποπολιτισμό (legitimate subculture).  Ο πρώτος «υποπολιτισμός» δημιουργείται εκτός φυλακής και μεταφέρεται σε αυτήν από τους κρατούμενους. Η «υποπολιτισμική» ομάδα, η οποία μετέχει σε αυτόν, περιλαμβάνει τους κλέφτες, των οποίων ο αριθμός μέσα στη φυλακή είναι υψηλός. Οι κλέφτες επιδιώκουν απλώς να εκτίσουν την ποινή τους ήσυχα (χωρίς να εμπλέκονται σε φασαρίες) και όσο πιο σύντομα γίνεται. Γι’ αυτό βιώνουν τον «υποπολιτισμό» που είχαν εκτός φυλακής, δίχως να λαμβάνουν μέρος σε βίαιες συγκρούσεις και αναταραχές. Δεν επιδιώκουν να κερδίσουν κύρος και θέσεις (status και prestige) στην ιεραρχία της φυλακής. Ενδιαφέρονται μόνο να εξασφαλίσουν ορισμένες «ανέσεις» που θα κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη και υποφερτή. Οι «ανέσεις» περιλαμβάνουν την απόκτηση ραδιοφώνου, φαγητού, ενός ζευγαριού κάλτσες και άλλα παρόμοια αντικείμενα.  Στον δεύτερο «υποπολιτισμό» μετέχουν κρατούμενοι που βρίσκονται στη φυλακή από την παιδική τους ηλικία, λόγω πρώιμης εγκληματικότητας. Άρα, «γεννιέται» μέσα στη φυλακή, εν αντιθέσει με τον πρώτο «υποπολιτισμό». Οι τρόφιμοι που τον απαρτίζουν είναι νέοι και ενήλικοι με εγκληματικό παρελθόν. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι προσαρμόζονται γρήγορα και σε μεγάλο βαθμό στις αρχές του σωφρονιστικού καταστήματος και προσπαθούν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτούν προς όφελος τους πρόσωπα και καταστάσεις. Παράλληλα, εμπλέκονται σε ταραχές ή στάσεις των κρατουμένων.[8]

Η τρίτη «υποπολιτισμική» ομάδα περιλαμβάνει τους διάφορους περιστασιακούς εγκληματίες (φοροφυγάδες, δράστες τροχαίων ατυχημάτων κ.λπ.), οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους «καλοί φυλακισμένοι» (good prisoners), γιατί προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τα πρότυπα που επικρατούν τόσο εκτός όσο και εντός.[9] Έχουν το δικό τους «υποπολιτισμό» που συντηρούν στον χώρο της φυλακής αλλά ταυτόχρονα συμμορφώνονται στους κανόνες που διέπουν το σωφρονιστικό κατάστημα. Συνεργάζονται με το φυλακτικό προσωπικό για την τήρηση της τάξης, ή τουλάχιστον παραμένουν αμέτοχοι σε εξεγέρσεις και κάθε είδους ταραχές. Μέσω της διερεύνησης των τριών αυτών «υποπολιτισμών» έρχεται στην επιφάνεια ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο, το οποίο θα τύχει συστηματικής ανάλυσης: η ισχυρή παρουσία στον χώρο των φυλακών «ετικετών» και «ταμπελών» που δίνονται στους κρατούμενους, είτε από συγκρατούμενους είτε από το σωφρονιστικό προσωπικό, για να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά τους και η γενικότερη στάση τους (π.χ. «καλός», «κακός» κρατούμενος).[10] 

γ) θεωρία συνθετική

Από το τέλος της δεκαετίας του 60 άρχισε να γίνεται αποδεκτό ότι τα παραπάνω μοντέλα δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά συμπληρωματικά.  Έτσι, στη δεκαετία του 70 επιχειρήθηκε μία προσπάθεια συγκερασμού των θεωριών του ενδογενούς υποπολιτισμού και μεταφερόμενου υποπολιτισμού. Πρόκειται για το συνθετικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά του κρατουμένου διαμορφώνεται υπό την επίδραση τόσο προ-ιδρυματικών εμπειριών (π.χ. κοινωνικό παρελθόν) όσο και ιδρυματικών παραγόντων (π.χ. το είδος της φυλακής) αλλά και μετα-ιδρυματικών (π.χ. προοπτική εργασίας μετά την αποφυλάκιση).[11]

Κατά συνέπεια, η απάντηση στο ερώτημα εάν είναι «εισαγόμενη» ή «μεταφερόμενη» η «υποκουλτούρα» των φυλακών δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη αλλά συνθετική. Υιοθετώντας αυτή την άποψη, καταλήγουμε στη σημαντική διαπίστωση ότι ο «υποπολιτισμός» καθορίζεται από μία πληθώρα παραγόντων. Από τη μία πλευρά, διαμορφώνεται από τα βιώματα, το αξιακό σύστημα και τις γενικότερες αντιλήψεις των εγκλείστων, που μεταφέρουν από την προηγούμενη ζωή τους εκτός φυλακής. Από την άλλη πλευρά, όλα αυτά τα στοιχεία «εμπλουτίζονται» μέσα στη φυλακή, ανάλογα με τον χρόνο παραμονής, το διαπραχθέν αδίκημα και τις ξεχωριστές εμπειρίες που βιώνουν οι τρόφιμοι. Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι ο «υποπολιτισμός» αποκτά τη βαθύτερη ουσία του στο πλαίσιο κάθε σωφρονιστικού καταστήματος, γιατί η επιβαλλόμενη μορφή μεταχείρισης, οι στάσεις και η συμπεριφορά των σωφρονιστικών υπαλλήλων, ασκούν καταλυτικές επιδράσεις στον «μικρόκοσμο» των κρατουμένων.

Επιχειρώντας να εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στην ανάλυση του «υποπολιτισμού» των σύγχρονων φυλακών στηριζόμαστε στη θεωρία της αλληλεπίδρασης.[12] Βάσει αυτής, ο κοινωνικός εαυτός αποκτάται μέσα από συμβολικές αλληλεπιδράσεις, δηλαδή μέσω μίας σημαντικής διαδικασίας κατά την οποία οι υποκειμενικές εμπειρίες των ατόμων γίνονται αντικειμενικές με την αμοιβαία αποδοχή συμβόλων.[13] Αποδεχόμαστε, με άλλα λόγια, τη θέση ότι «η ανθρώπινη αλληλεπίδραση αποτελεί ένα σύστημα επικοινωνίας, το οποίο χαρακτηρίζεται από τις ιδιότητες των γενικών συστημάτων, όπως είναι ο χρόνος ως μεταβλητή, οι σχέσεις συστήματος-υποσυστήματος και η ολότητα».[14] Σημειώνεται ότι με τον όρο «ολότητα» εννοούμε την αλληλεξάρτηση της συμπεριφοράς κάθε μέλους μίας ομάδας με τη συμπεριφορά των υπολοίπων μελών. Κατ’ επέκταση, ο «υποπολιτισμός» μέσα στη φυλακή θεμελιώνεται στην κοινωνική αλληλεπίδραση και διεργασία μεταξύ κρατουμένων και σωφρονιστικού προσωπικού και μέσω αυτής αποκτά το συμβολικό νόημά του.

Κατ’ αντιστοιχία και το ερώτημα «από πού πηγάζει και πού δημιουργείται ο ιδιαίτερος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας των κρατουμένων» μπορεί να απαντηθεί και να αναλυθεί περαιτέρω βάσει της συνθετικής θεωρίας για τον «υποπολιτισμό» της φυλακής που είναι, κατά την άποψή μου, η πιο ολοκληρωμένη, αλλά και βάσει της θεωρίας της αλληλεπίδρασης.  Ο κάθε κρατούμενος φέρει από τη  μία πλευρά τα «σημάδια» του πολιτισμού στον οποίο ανήκει εκτός φυλακής και από την άλλη πλευρά δέχεται τις ισχυρές επιδράσεις του συστήματος της φυλακής. Το γεγονός ότι σταδιακά όλοι οι τρόφιμοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό γίνονται «μέρη» του «υποπολιτισμού» της φυλακής είναι αδιαμφισβήτητο και οφείλεται στον (συνειδητό και ασυνείδητο) φόβο περιθωριοποίησης, γιατί οι παρεκκλίσεις τιμωρούνται σκληρά. Ο αποκλεισμός είναι συνέπεια του άτυπου κοινωνικού ελέγχου που ασκείται στη φυλακή από τις «ισχυρές» ομάδες των εγκλείστων.[15]

Συνοψίζοντας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας ότι κανένας κρατούμενος δεν εισέρχεται στον χώρο της φυλακής σαν «άγραφος πίνακας» αλλά κάθε κρατούμενος κουβαλάει τα δικά του βιώματα, τις δικές του εμπειρίες και αξίες εκτός φυλακής, θεωρούμε ότι η γλώσσα της φυλακής δημιουργείται ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο «κόσμους», τον εκτός και τον εντός φυλακής. Δύο «κόσμοι» που φαινομενικά είναι τελείως αντίθετα, έχουν όμως καίρια σημεία σύνδεσης. Άλλωστε, μόνο τεχνητά είναι τα τείχη που χωρίζουν τους «εντός» από τους «εκτός» και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα οι «εντός» θα βρεθούν «εκτός».

Επίσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας ότι ένας κρατούμενος προτού βρεθεί πίσω από τα κάγκελα μπορεί να έχει τη χαρακτηριζόμενη «εγκληματική καριέρα», συνεπώς και πολλές συναναστροφές με μέλη του υποκόσμου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, το οποίο καταγράφηκε και από την  ερευνητική μας εμπειρία, ότι κρατούμενοι -ειδικά μέλη του οργανωμένου εγκλήματος και όσοι είναι έγκλειστοι για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών- γνωρίζουν τη γλώσσα της φυλακής προτού μπουν στη φυλακή, καθώς την χρησιμοποιούσαν ήδη με όσους «έκαναν δουλειά»/ με όσους δηλαδή εμπλέκονταν σε παράνομες δραστηριότητες και την μεταφέρουν στο κατάστημα όπου κρατούνται, εντός του οποίου σαφώς εμπλουτίζεται με καινούργιες λέξεις και φράσεις που στόχο έχουν να περιγράψουν τη ζωή εντός φυλακής, τις σχέσεις που δημιουργούνται και τις καταστάσεις που βιώνονται στο κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο του καταστήματος κράτησης.  Άλλωστε, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η γλώσσα της φυλακής διακρίνεται σε δύο παρακλάδια: τη σκληρή κρυπτική γλώσσα που πολλοί κρατούμενοι χρησιμοποιούσαν ήδη για τις έκνομες δραστηριότητες τους και την αργκό που σε καθημερινή βάση, ακόμα και ενώπιον σωφρονιστικών υπαλλήλων, χρησιμοποιούν εντός φυλακής για να «σπάσουν» πλάκα και για να περάσουν πιο ανώδυνα τα δεινά του εγκλεισμού (pains of imprisonment).

Όσοι κρατούμενοι εκτίουν μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης και οι υπότροποι χρησιμοποιούν, σε μεγαλύτερη έκταση τον ιδιαίτερο αυτό γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας εντός φυλακής. Εξίσου και οι νέοι σε ηλικία, όπως ακριβώς και εκτός φυλακής, χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό αργκοτικές εκφράσεις. Τέλος, αλλοδαποί κρατούμενοι που δεν γνωρίζουν καλά την ελληνική γλώσσα δεν μπορούν να κάνουν διάκριση μεταξύ αργκοτικού λεξιλογίου και κοινής ελληνικής και μάλιστα μαθαίνουν πρώτα αυτές τις λέξεις και φράσεις για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν. Ειδικότερα, σχετικά με τους παράγοντες διαμόρφωσης και διάδοσης της γλώσσας της φυλακής, οι βασικότεροι συνοψίζονται στα εξής σημεία:

Ηλικία: οι πιο νέοι σε ηλικία κρατούμενοι χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερη έκταση το αργκοτικό λεξιλόγιο, όπως ακριβώς συμβαίνει και εκτός φυλακής.

Διαπραχθέν αδίκημα: το λεξιλόγιο των εξαρτημένων από ουσίες θεωρείται από τα πιο «πλούσια» αργκοτικά λεξιλόγια και εκτός και εντός φυλακής.

Χρόνος παραμονής στη φυλακή: όσο πιο μεγάλο είναι το χρονικό διάστημα παραμονής στη φυλακή, τόσο περισσότερο ο έγκλειστος αφομοιώνει το αργκοτικό λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα να το χρησιμοποιεί περισσότερο.

Με την αποφυλάκισή τους, όσα άτομα συνεχίσουν να κινούνται στον υπόκοσμο ή να έχουν συναναστροφές με μέλη του υποκόσμου, να βρίσκονται στον κόσμο των ναρκωτικών και να έχουν εμπλοκή σε έκνομες δραστηριότητες, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα της φυλακής, η οποία κατά τη διάρκεια παραμονής τους στη φυλακή έχει εμπλουτιστεί με καινούργιους γλωσσικούς όρους.  

 

της Αγγελικής Καρδαρά.

 https://www.postmodern.gr