Θρίλερ η δολοφονία της Σούζαν Ιτον


«Προκαταβολικά ζητάω συγγνώμη για την πράξη μου και ομολογώ ότι εγώ σκότωσα την Αμερικανίδα βιολόγο». Με αυτή τη φράση ξεκίνησε ο Γιάννης Παρασκάκης την ομολογία του στις 15 Ιουλίου του 2019. Μια εβδομάδα νωρίτερα, δύο άνδρες που είχαν χόμπι την εξερεύνηση στις σπηλιές, είχαν βρει τυχαία το πτώμα της Σούζαν Ιτον. Η έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε ένα φρικιαστικό έγκλημα. Οι δύο έμπειροι ιατροδικαστές που ανέλαβαν, είχαν από την πρώτη στιγμή σοβαρές ενδείξεις πως η γυναίκα είχε βιαστεί. Και πράγματι, ο Παρασκάκης λίγες ημέρες μετά τη σύλληψή του, ομολόγησε πως τη βίασε τρεις φορές.

Δεκατέσσερις μήνες μετά όμως, όλα δείχνουν ότι σκοπεύει να αρνηθεί τα όσα αρχικά ομολόγησε. Θα ισχυριστεί στο δικαστήριο πως ήταν ένα ατύχημα και ότι από τον πανικό του την εγκατέλειψε στη σπηλιά. Μόλις δύο ημέρες πριν ξεκινήσει η δίκη στο Ρέθυμνο, μέσα από τη δικογραφία αλλά και μαρτυρίες, η «Κ» παρουσιάζει άγνωστα στοιχεία της υπόθεσης.

Η αρχική ομολογία

Σύμφωνα με την αρχική εκδοχή του Παρασκάκη, εκείνο το πρωινό είχε ξεκινήσει από το σπίτι του για τον Ταυρωνίτη με σκοπό να κόψει ξύλα για κάτι κλουβιά πουλιών που είχε στο σπίτι του. Στη δεύτερη ομολογία του όμως, λίγες ημέρες μετά, θα παραδεχθεί πως βρισκόταν σε ερωτική υπερένταση και πως ήθελε να προβεί σε σεξουαλική πράξη με κάποια άγνωστη γυναίκα. «Εκανα βόλτες για αρκετή ώρα προκειμένου να εντοπίσω κάποια γυναίκα αλλά μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα συναντήσει κάποια που να μου αρέσει», θα πει στον ανακριτή.

Την ίδια ώρα, η Σούζαν Ιτον βρίσκεται στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης. Εχει ήδη ξεκινήσει το συνέδριο για τα έντομα, στο οποίο θα έδινε διάλεξη. Μετά το μεσημεριανό, κάθεται στο μικρό πιάνο στη σάλα δίπλα στη ρεσεψιόν και παίζει ένα κομμάτι κλασικής μουσικής. Φοράει ένα φωτεινό πορτοκαλί φόρεμα, είναι σε ιδιαίτερα καλή διάθεση και μιλάει με κέφι με τους συναδέλφους της για μια εκδρομή με ποδήλατα που μόλις έχει οργανώσει. Γύρω στις 2 μ.μ. ανεβαίνει στο δωμάτιό της, φοράει ρούχα γυμναστικής και βγαίνει. Μαζί της δεν παίρνει τίποτα, ούτε καν το κλειδί του δωματίου, το οποίο αφήνει ξεκλείδωτο. Hταν η τέταρτη φορά που έμενε στην ακαδημία και ένιωθε ασφάλεια.

Κάνει υπερβολική ζέστη αλλά φαίνεται πως δεν πτοείται, άλλωστε αριστερά έχει τη φύση που τόσο αγαπούσε, δεξιά της τη θάλασσα. Ενα χιλιόμετρο μακριά, το άσπρο αυτοκίνητο του Παρασκάκη την προσπερνά. «Προχώρησα με το αυτοκίνητό μου στον δρόμο αλλά μετά από λίγο πιο πάνω έκανα αναστροφή· (…) Είχα νιώσει μέσα μου μια ανώτερη δύναμη η οποία με ώθησε να την ακολουθήσω».

Σταματάει για λίγο το αυτοκίνητο και την αφήνει να προπορευτεί. Ξανακάνει το ίδιο. Μέχρι που κάποια στιγμή στρίβει το τιμόνι του προς εκείνη και τη χτυπάει. Η Σούζαν Ιτον είναι γονατισμένη, γυρνάει και τον κοιτάζει. «Πήρα ξανά φόρα και χωρίς να σταματήσω πέρασα από πάνω της με το αυτοκίνητο. (…) Η γυναίκα βρισκόταν πεσμένη ανάσκελα και η ρόδα του αυτοκινήτου μου είχε πατήσει στην κοιλιά της».

Κάνει πίσω για να την απεγκλωβίσει, βγαίνει από το αυτοκίνητο και την αντικρίζει: «Είχε ανοιχτά τα μάτια της, αίματα στο κεφάλι της, βογκούσε χαμηλόφωνα και της είχε αποκολληθεί το ένα αυτί». Αποφασίζει όμως να μην καλέσει βοήθεια. Θεωρεί βέβαιο πως θα πεθάνει και για να μη «βρει τον μπελά του» ψάχνει τρόπο να την εξαφανίσει. Λίγο νωρίτερα έχει μαζέψει από τον δρόμο μια χαλασμένη ομπρέλα. Ξεκολλάει το πανί και το τοποθετεί στο πορτμπαγκάζ «για να μη λερώσει ή αφήσει ίχνη». Εκεί πάνω την τοποθετεί. Πετάει πάνω της το κομμένο αυτί και κλείνει το καπό.

Οσο εκείνος οδηγεί, η Σούζαν Ιτον παλεύει για τη ζωή της. Ο Παρασκάκης την ακούει να βογκάει αλλά δεν κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει, αντιθέτως τότε είναι που του έρχεται η ιδέα για το σημείο που θα την εγκαταλείψει. Οταν πια φτάνει στη σπηλιά, η Σούζαν δεν ακούγεται. Θα ομολογήσει πως πλέον νιώθει έντονα επιθυμία να ασελγήσει πάνω της και ενώ δεν έχει τις αισθήσεις της. Στην κατάθεσή του περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το πώς τη βιάζει τρεις φορές. Την τελευταία φορά, είναι πλέον νεκρή. Το σώμα της, περιγράφει, είναι σαν ξύλο, σε πλήρη ακαμψία.

Στο βάθος της σπηλιάς

Της βάζει πρόχειρα τα ρούχα και σέρνει το κορμί της μέσα στο χωράφι. Ξέρει ένα σημείο, μια τρύπα, από όπου μπορεί να την πετάξει από ψηλά και να καταλήξει στο βάθος της σπηλιάς. Εκεί, θεωρεί, δεν υπάρχει περίπτωση να τη βρει κανείς. Επιστρέφει στο αυτοκίνητο, παίρνει το πανί της ομπρέλας και το κομμένο αυτί και τα ρίχνει και αυτά στη σπηλιά. Είναι πλέον αργά το απόγευμα όταν φεύγει από το σημείο. Σταματάει στην αυλή του νεκροταφείου και πλένει τη μοκέτα του πορτμπαγκάζ. Εκείνο το βράδυ θα φάει με τους γονείς του, τη σύζυγο και τα δυο τους παιδιά. Τον θυμούνται ήρεμο. Το ίδιο και το επόμενο διάστημα, μέχρι και την ημέρα που βρέθηκε το πτώμα της Σούζαν Ιτον. Ηξερε προφανώς πως η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

Πράγματι, η αστυνομία έχει συλλέξει το υλικό από όλες τις κάμερες της περιοχής και ένα από τα εκατοντάδες αυτοκίνητα που είχαν καταγραφεί ήταν το δικό του, λευκό αμάξι. Εψαξαν και έμαθαν για τον γιο του παπά, με τον ιδιαίτερα ασταθή χαρακτήρα και τα παράξενα χόμπι. Οταν, μετά την προσαγωγή του, είπε ψέματα πως δεν είχε βρεθεί ποτέ στην περιοχή της σπηλιάς, χτύπησε καμπανάκι. Μέσα σε λίγες ώρες, ομολογεί.
Μετά τη μεταγωγή του στις φυλακές της Τρίπολης ο Παρασκάκης γράφει γράμματα στους γονείς του – τους περιγράφει ότι έχει μυηθεί στον σατανισμό και ότι διέπραξε το έγκλημα κάτω από καταιγίδα ακουστικών και οπτικών ψευδαισθήσεων. Στα γράμματα αυτά ομολογεί ξανά πως βίασε τη γυναίκα νεκρή.

Η νέα εκδοχή

Τον Οκτώβριο ολοκληρώνεται μια σειρά εργαστηριακών εξετάσεων και από τα ευρήματα δεν προκύπτει γενετικό υλικό του δράστη στη γυναίκα. Παρότι οι ιατροδικαστές είχαν προειδοποιήσει πως οι προχωρημένες σηπτικές αλλοιώσεις καθιστούσαν τα δείγματα μη επαρκή, τα ευρήματα δημοσιοποιούνται ως «ανατροπή» και τότε ο Παρασκάκης θα αρνηθεί για πρώτη φορά πως τη βίασε. Τον Ιανουάριο έχει πια αλλάξει τελείως τα όσα έχει αρχικά καταθέσει: Ισχυρίζεται πως επρόκειτο για ατύχημα και πως υπό την πίεση των Αρχών είχε πει ψέματα. «Είχα πει αυτά που θεωρούσα πως ήθελαν να ακούσουν», επαναλαμβάνει έκτοτε στους δικούς του, στον δικηγόρο του αλλά και στους ιατρούς της ψυχιατρικής κλινικής που τον παρακολουθούν.

Οι μαρτυρίες

Μπορεί ο Παρασκάκης να σκοπεύει στο δικαστήριο να αρνηθεί τα όσα ομολόγησε, όμως στη δικογραφία υπάρχουν οι καταθέσεις δύο γυναικών των οποίων οι περιγραφές είναι ανατριχιαστικά παρόμοιες με όσα αρχικά ισχυρίστηκε. Η πρώτη μαρτυρία είχε κατατεθεί δύο μήνες πριν από τη δολοφονία της Ιτον. Η γυναίκα, με καταγωγή από την Πολωνία, επέστρεφε το βράδυ από τη δουλειά της. Ενώ διάφορα αυτοκίνητα περνούσαν δίπλα της, της τράβηξε την προσοχή ένα λευκό αυτοκίνητο. Εκανε έναν χαρακτηριστικό θόρυβο από τον έναν τροχό και ακούγοντάς τον ξανά και ξανά συνειδητοποίησε πως είχε περάσει τρεις φορές από μπροστά της με αντίθετη κατεύθυνση κάθε φορά. Επιτάχυνε το βήμα της, προσποιήθηκε πως μιλούσε στο κινητό και θεώρησε πως είχε ξεφύγει. Οταν άκουσε πάλι τον ίδιο θόρυβο και το αυτοκίνητο να την πλησιάζει, κοκάλωσε. Το επόμενο που θυμάται είναι να τη χτυπάει το αυτοκίνητο και να πέφτει κάτω. Τη χτύπησε ξανά τραυματίζοντας το αριστερό της πόδι. Κατάφερε να συρθεί και να κρυφτεί σε ένα αμπέλι. Ο δράστης παρέμεινε για ώρα μέσα στο αυτοκίνητο περιμένοντάς τη να ξαναεμφανιστεί, μέχρι που έφυγε. Σύμφωνα με την κατάθεση μιας άλλης γυναίκας, επίσης ξένης που έκανε διακοπές στην περιοχή, ένα αυτοκίνητο, κινήθηκε ξαφνικά προς το μέρος της ενώ έκανε ποδήλατο. Ομως, την ίδια στιγμή πέρασε ένα τρακτέρ, ο οδηγός αιφνιδιάστηκε και τράπηκε σε φυγή. Δεν πρόλαβε να δει το πρόσωπό του, αλλά θυμόταν καλά ότι το αυτοκίνητο ήταν λευκό σαν εκείνο που οδηγούσε ο Παρασκάκης. 


Μαριάννα Κακαουνάκη

Καθημερινή