Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης: Το κράτος δολοφόνησε τον Βαγγέλη Πάλλη


Αναδημοσιεύουμε από το Indymedia: Στις 5 του Οκτώβρη πριν το ξημέρωμα δολοφονήθηκε ο κοινωνικός αγωνιστής Βαγγέλης Πάλλης, με ενέδρα. Η οργανωμένη δολοφονία ενός ενεργού αγωνιστή που είχε πρωτοστατήσει σε εξεγέρσεις και κινητοποιήσεις, χωρίς να χαριστεί στον ταξικό εχθρό σε καμία αναμέτρηση, δεν είναι μόνο ένα στενάχωρο συμβάν: έχει πολιτικό νόημα και συνέπειες. Άρα, με πολιτικό πρίσμα είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε το ίδιο το γεγονός, τους αυτουργούς της δολοφονίας και τις συνθήκες που την οργάνωσαν.

Δεν είχα γνωρίσει τον Βαγγέλη Πάλλη προσωπικά, παρότι τον είχα συναντήσει σε κινητοποιήσεις, όπου η παρουσία του εξέπεμπε τη ζωντάνια, τη συντροφικότητα και την ειλικρίνεια που περιγράφουν οι συναγωνιστές που είχαν ζήσει και παλέψει μαζί του. Δεν μου αναλογεί να μιλήσω για τον σύντροφο, τον φίλο, την ιστορία του, ούτε χρειάζεται να προστρέξουμε άπαντες να πούμε κάτι. Η ιστορία του αγωνιστή είναι καταγεγραμμένη και ξαναμαρτυρείται με τον πλούτο της, από τους συντρόφους και τα συλλογικά σώματα που συσχετίστηκαν αμοιβαία. Ωστόσο, η οργανωμένη δολοφονία ενός αγωνιστή δεν γίνεται να διαχωριστεί από την αγωνιστική ιστορία του. Κι η ιστορία του Βαγγέλη Πάλλη δεν επιτρέπει να γίνει η ίδια μια εξαίρεση που θα άφηνε χώρο σ’έναν τέτοιο διαχωρισμό. Ένιωσα την ανάγκη να γράψω για τη δολοφονία του συγκεκριμένου κοινωνικού αγωνιστή, επειδή έχω την εντύπωση ότι κάτι που πρέπει να ειπωθεί και να μην ξεχαστεί, δεν έχει ακόμα ειπωθεί.

Από τη στιγμή που μπήκε στον κοινό αγώνα ο Βαγγέλης Πάλλης ως φυλακισμένος, στάθηκε απέναντι, όχι μόνο στις κυβερνητικές πολιτικές για τις φυλακές ή σε ειδικά δικαστικά κι εκτελεστικά όργανα, αλλά επίσης, στο σύνολο των μεσολαβήσεων και των εκμεταλλευτικών-τρομοκρατικών μηχανισμών που διατηρούν τις φυλακές υπό έλεγχο επί δεκαετίες. Οι αγώνες στους οποίους συμμετείχε βρέθηκαν προκαταβολικά και κατά τη διάρκειά τους, αντιμέτωποι με το σύνολο των παραγόντων της καθημερινής καταστολής και ταξικής πειθάρχησης των φυλακισμένων. Ο Βαγγέλης Πάλλης έγινε de facto ένας εχθρός του κράτους από τη στιγμή που συγκρούστηκε με την πυραμίδα του δικαστικού και «σωφρονιστικού» μηχανισμού. Η θαρρετή αλληλεγγύη του με τους αιχμάλωτους πολιτικούς αγωνιστές, ενέτεινε αυτή την εχθρότητα.

Οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Άνθρωποι του χαρακτήρα του Βαγγέλη Πάλλη, όπως σφυρηλατήθηκε μέσα από την αγωνιστική πορεία του, δεν δίνουν καμία αφορμή που να δικαιολογεί τη δολοφονία τους για ιδιωτικούς λόγους. Ακόμα κι αν παραμόνευαν λογαριασμοί του παρελθόντος, δεν θα άντεχαν μπροστά στην πορεία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Τέτοιες αντιπαλότητες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο ως εκτελεστικός βραχίωνας και προκάλυμα σκοπιμοτήτων με δομικά πολιτικά-ταξικά κίνητρα. Κανένας δεν θα άγγιζε τον Βαγγέλη Πάλλη σήμερα δίχως την εντολή και την υποστήριξη της κρατικής και παρακρατικής πυραμίδας. Όταν μάλιστα, ο αστυνομικός μηχανισμός που έχει τη θεσμική αρμοδιότητα να διερευνήσει τη δολοφονία, δηλώνει ανοιχτά, μέσω των δημοσιογράφων του, ότι δεν έχει καμία πληροφορία για ύποπτες σχέσεις, είναι καταφανές ότι πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες πιο βαθυά. Αν οι μπάτσοι ξέρουν, καλύπτουν την αλυσίδα των αυτουργών. Αν δεν ξέρουν, πάλι η δολοφονία εκπορεύεται από κλιμάκια υψηλότερά τους.

Οφείλουμε να μην αφήσουμε κανένα περιθώριο σε παρερμηνείες που θα έβγαζαν τον αγωνιστή από τον πραγματικό βίο του. Κανένα περιθώριο να περάσει η δολοφονία σαν ένα «ατυχές» γεγονός, ένα κακό «πεπρωμένο», απόρροια της υποτιθέμενης σκοτεινής πλευρά του αγωνιστή, εκδήλωση κανιβαλισμού αναμεταξύ των κοινωνικά αποκλεισμένων και των έκνομων. Ο ρατσισμός ενάντια στους παρανομούντες και στους κοινωνικούς κρατούμενους, δεν γίνεται να πατήσει πάνω στον βίο του Βαγγέλη Πάλλη και βέβαια, δεν επιτρέπεται να περιφέρεται γύρω από τ’ όνομα ενός δολοφονημένου κοινωνικού αγωνιστή. Να μην επιτρέψουμε στα εγκλήματα του κράτους να κρύβονται στη θολούρα «αστυνομικών μυστηρίων».

Γνωρίζουμε τους εχθρούς του σύντροφου Βαγγέλη Πάλλη: Είναι το κράτος, που διεξάγει ακατάπαυστο πόλεμο εξόντωσης όποιων αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία του και οι τρεις διαπλεκόμενες δομές της ελληνικής μαφίας.

-Οι εφοπλιστές, η ιερή αυλή του ελληνικού κράτους, αφεντικά της πυραμίδας του ναρκεμπορίου, με τους ιδιωτικούς στρατούς τους, τους φασίστες τους και τις απροκάλυπτες, αλλά πάντα «ανεξιχνίαστες» πληρωμένες δολοφονίες, εντός κι εκτός φυλακών.

-Η ελληνική αστυνομία, που αποτελεί τη στρατιωτική-διευθυντική πυραμίδα ελέγχου της κυκλοφορίας των ναρκωτικών, ελέγχου του trafficking φτηνής εργατικής δύναμης και σεξουαλικής δουλείας κι ελέγχου της κάθε είδους «προστασίας», με τις απολαβές που αναλογούν αθροιστικά στον πολλαπλό ρόλο της (general manager, τελώνης, διακομιστής, τοποτηρητής, εκβιαστής, οργανωτής παρακρατικών επιχειρήσεων). Ας σημειωθεί ότι ίσως σε κανένα άλλο κράτος στη γη, η αστυνομία δεν κατέχει για τον εαυτό της τον απόλυτο έλεγχο των δραστηριοτήτων της πυραμιδικής δομής που ονομάζεται μαφία και κυρίως, τη θέση της κεφαλής της. Να προσθέσουμε ότι ο αρχη-αρχαιοκάπηλος ταγματασφαλίτης Κωσταντίνος Μητσοτάκης, του οποίου το ναζιστικό τζάκι κυβερνάει ακόμα, είχε καθοριστική συμβολή ως πρωθυπουργός, στην ολοκληρωτική συγκέντρωση του μαφιόζικου ελέγχου στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας.

-Ο δικαστικός και σωφρονιστικός μηχανισμός, που απλώνει τα πλοκάμια του μέσα στην κοινότητα των φυλακών, αλλά κι έξω από τις φυλακές, με όργανά του κρατούμενους και μη, που δουλεύουν για τις αναφερόμενες δομές. Ο μηχανισμός των φυλακών κατευθείνεται κι ελέγχεται από τις δυο ανώτερες δομές, τους εφοπλιστές και τη μπατσαρία.

Να πούμε την αλήθεια. Στην ελληνική επικράτεια κανείς δεν εκτελεί συμβόλαια θανάτου δίχως την έγκριση της κρατικής μαφίας. Οι δολοφόνοι του κοινωνικού αγωνιστή Βαγγέλη Πάλλη είναι συνειδητά όργανα της κρατικής τρομοκρατίας. Δεν ξεχνιέται πώς φεύγει ένας αγωνιστής. Οι κρατικοί δήμιοι δεν συγχωρούνται.

Αν χρειάζεται να οργανωθούμε και να πελεκίσουμε το σύστημα του νόμου των αφεντικών, το οφείλουμε και στον σύντροφο Βαγγέλη Πάλλη.

Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης