Γιατί οι Βίκινγκς δεν ήταν πρότυπα της «λευκής υπεροχής»


Πώς το ιδεολόγημα περί φυλετικής καθαρότητας των Βίκινγκς που τροφοδοτήθηκε από πρωτόγονες «επιστημονικές θεωρίες», βρήκε εύφορο έδαφος μεταξύ των Γερμανών ρατσιστών, καλλιεργήθηκε από τη ναζιστική ιδεολογία τη δεκαετία του 1930 και υιοθετήθηκε εκ νέου από τους υπέρμαχους της «λευκής υπεροχής» καταρρίπτεται από την ιστορία και την αρχαιολογία. 

Η λέξη «Viking» εισήχθη στη σύγχρονη αγγλική γλώσσα το 1807, σε μια εποχή έντονου εθνικισμού και ενώ η βρετανική αυτοκρατορία ήταν στο απόγειο της. Τα στερεότυπα τύπου οι Βίκινγκς φορούσαν κράνη με κέρατα και μόνον οι άνδρες μπορούσαν να κατέχουν υψηλές θέσεις στην κοινωνία, άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους λίγες δεκαετίες αργότερα. Τον 19ο αιώνα οι Βίκινγκς επαινέθηκαν ως prototypes και πρόγονοι των Ευρωπαίων αποίκων. Το ιδεολόγημα, που τροφοδοτήθηκε από πρωτόγονες «επιστημονικές θεωρίες», βρήκε εύφορο έδαφος μεταξύ των Γερμανών ρατσιστών και καλλιεργήθηκε από τη ναζιστική ιδεολογία τη δεκαετία του 1930.

Όπως γράφει το theconversation.com, παρότι οι θεωρίες αυτές έχουν προ πολλού απαξιωθεί, η ιδέα της φυλετικής καθαρότητας των Βίκινγκς έχει επανέλθει στο προσκήνιο από τους ρατσιστές και υπέρμαχους της «λευκής υπεροχής».

Στις μέρες μας η λέξη «Viking» έχει ταυτιστεί με τους Σκανδιναβούς από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα. Όροι όπως «αίμα Βίκινγκ», «DNA Βίκινγκ» και «πρόγονοι των Βίκινγκς» είναι μάλλον κοινοί, ωστόσο κατά τον Μεσαίωνα, οι έννοιες ήταν πολύ διαφορετικές, καθώς η έκφραση (που χρησιμοποιούσαν οι άλλοι για αυτούς) «Going a-Viking» προσδιόριζε επί της ουσίας μία δραστηριότητα.

Οι Βίκινγκς χαρακτηρίστηκαν από την κινητικότητά τους -παρότι το δομικό αυτό χαρακτηριστικό τους άφηνε απέξω το μεγαλύτερο μέρος του σκανδιναβικού πληθυσμού το οποίο ήταν στατικό.

Ενώ η λέξη «Βίκινγκς» καθιερώθηκε σε μια εποχή εθνικισμού, τον 9ο αιώνα -όταν οι επιδρομές των Βίκινγκς έφταναν πέρα από τα όρια της Ευρώπης- οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές. Τα σύγχρονα κράτη της Δανίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας ήταν από διαμόρφωση. Η τοπική και οικογενειακή ταυτότητα ήταν πιο σημαντική και πολύτιμη από την εθνική ταυτότητα.

Ο όρος «danar», που μοιάζει με τη λέξη «Δανοί», χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στα αγγλικά ως ένα είδος «πολιτικής ταυτότητας» και αφορούσε ένα μείγμα λαών οι οποίοι ήταν υπό τον έλεγχο των Βίκινγκ.

Η κινητικότητα των Βίκινγκς οδήγησε σε μια συγχώνευση πολιτισμών εντός του πληθυσμού τους, όπως και σε επέκταση των εμπορικών δικτύων τους από τον Καναδά  μέχρι το Αφγανιστάν.

Ένα πραγματικά εντυπωσιακό χαρακτηριστικό και εν τέλει, μέρος της επιτυχίας των πρώτων Βίκινγκς, ήταν η ικανότητά τους να αγκαλιάζουν και να προσαρμόζονται με τους «άλλους»από τους χριστιανούς Ιρλανδούς στα δυτικά μέχρι τους μουσουλμάνους του χαλιφάτου Abbasid στα ανατολικά.

Μείξη πολιτισμών

Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων δεκαετιών έφεραν στο φως τον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι και αγαθά μετακινούνταν και διακινούνταν σε μεγάλες αποστάσεις κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα.

Τον 8ο αιώνα (προτού ξεκινήσει η βασική περίοδος των επιδρομών των Βίκινγκς), η Βαλτική ήταν ένας τόπος όπου Σκανδιναβοί, Φρίσιοι, Σλάβοι και Άραβες έμποροι βρίσκονταν σε συνεχή επαφή. Συνεπώς, η υπόθεση ότι κατά τις πρώιμες επιδρομές τους, οι Βίκινγκς «χτυπούσαν και έφευγαν» επιστρέφοντας αμέσως στη βάση τους, είναι αν μη τι άλλο, απλοϊκή.

Πρόσφατες αρχαιολογικές δημοσιεύσεις αναφέρουν ότι οι Βίκινγκς έκαναν στάσεις σε πολλά και διαφορετικά σημεία κατά τη διάρκεια των εκστρατειών (για ανάπαυση, τροφοδοσία, συλλογή φόρων, επισκευή στρατιωτικού εξοπλισμού, αλλά και ανταλλαγή πληροφοριών). Το γεγονός αυτό έδωσε την ευκαιρία της αλληλεπίδρασης με διαφορετικούς λαούς και μάλιστα όχι ευκαιριακά, αλλά σε σταθερή βάση. Συμμαχίες μεταξύ των Βίκινγκς και των τοπικών πληθυσμών καταγράφονται ήδη από τη δεκαετία του 830 και 840 σε Βρετανία και Ιρλανδία, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 850, στην ιρλανδική ύπαιθρο κυριαρχούσαν μικτές ομάδες Κελτών -Gaedhil και Gaill.

Μάλιστα, κείμενα που ανακαλύφθηκαν σε Βρετανία και Ιρλανδία αναφέρονται στους Βίκινγκς, είτε καταδικάζοντας τους, είτε επιχειρώντας να αποτρέψουν τους ντόπιους από μία πιθανή συμμαχία, συνεργασία ή ένταξη στις τάξεις τους.

 

Τα κείμενα δείχνουν ότι οι πολεμιστές στις τάξεις των Βίκινγκς ήταν πολυ-πολιτισμική υπόθεση. Όπως στις ομάδες των πειρατών της Καραϊβικής, οι Βίκινγκς αναπλήρωναν τις απώλειες των πληρωμάτων με πολεμιστές από διαφορετικά υπόβαθρα και πολιτισμούς.

Την πολιτισμική και εθνοτική ποικιλομορφία των Βίκινγκς αποδεικνύουν ευρήματα ασύλητων τάφων και ασημένια θραύσματα του 9ου και 10ου αιώνα.

Ο περίφημος Θησαυρός του Galloway -γνωστός ως θησαυρός των Βίκινγκς- που ανακαλύφθηκε στη νοτιοδυτική Σκωτία το 2014, περιλαμβάνει αντικείμενα από τη Σκανδιναβία, τη Βρετανία, την Ιρλανδία, την ηπειρωτική Ευρώπη και την Τουρκία.

Ο θησαυρός ανακαλύφθηκε μέσα σε ένα πλούσια διακοσμημένο μεταλλικό δοχείο που βρήκε με ανιχνευτή μετάλλων ένας άνδρας στο Γκάλογουεϊ της Σκωτίας.

Ανάμεσα στα αντικείμενα που βρέθηκαν στο δοχείο ήταν ασημένια περιβραχιόνια χαραγμένα με ρούνους, αγγλοσαξονικές ασημένιες καρφίτσες, χρυσά κοσμήματα, μετάξι και πολύτιμα φυτικά υπολείμματα.

Η Όλγουιν Όγουεν που μελετά την ιστορία των Βίκινγκς έγραφε ότι οι Βίκινγκς ιδιοκτήτες του θησαυρού «γέμισαν το δοχείο μέχρι πάνω, το τύλιξαν με υφάσματα και το έθαψαν στο έδαφος».

Επίσης, ανάλυση σκελετικών καταλοίπων με τη χρήση των τελευταίων επιστημονικών τεχνικών σε τοποθεσίες που συνδέονται με τους Βίκινγκς καταλήγει σε ένα μίγμα Σκανδιναβικών και μη Σκανδιναβικών λαών χωρίς σαφείς εθνοτικές διακρίσεις σε βαθμό ή φύλο.

Τα στοιχεία έρχονται να επικυρώσουν εκ νέου την κινητικότητα του πληθυσμού και το γεωγραφικό εύρος της δράσης τους.

Η εποχή των Βίκινγκς ήταν μια σημαντική περίοδος στη διαδικασία σχηματισμού των κρατών στη Βόρεια Ευρώπη και σίγουρα τον 11ο και 12ο αιώνα το ενδιαφέρον για τον καθορισμό εθνικής ταυτότητας και την επινόηση των (κατάλληλων) μύθων προέλευσης προκειμένου αυτές να τους εξηγήσουν, ήταν μεγάλο.

Το γεγονός οδήγησε σε μια αναδρομικού χαρακτήρα ανάπτυξη των περιοχών στις οποίες εγκαταστάθηκαν οι Βίκινγκς για να γιορτάσουν τους δεσμούς τους με τη Σκανδιναβία και να υποβαθμίσουν τα μη Σκανδιναβικά στοιχεία.

Οι μύθοι, όπως συμβαίνει πάντα με τους μύθους, δεν αφορούν την ακριβή καταγραφή της ιστορίας, είναι μία μίξη αντιφατικών αφηγήσεων και λαϊκών μοτίβων.

Για παράδειγμα, οι μεσαιωνικοί μύθοι σχετικά με την ίδρυση του Δουβλίνου (Ιρλανδία) υποδηλώνουν είτε μια δανική είτε μία νορβηγική καταγωγή της πόλης (έχει χυθεί πολύ μελάνι για το θέμα), ενώ μεταξύ άλλων φιγουράρει η ιστορία τριών αδερφών οι οποίοι φέρνουν τρία πλοία, μια ιστορία που μοιάζει με άλλους θρύλους (που «εξηγούν» την καταγωγή).

Κατά ειρωνικό τρόπο, ήταν η ανάπτυξη των εθνικών κρατών στην Ευρώπη που τελικά σήμανε το τέλος της εποχής των Βίκινγκς.

Όχι το DNA, αλλά η σημαντική επιλογή 

Καταλήγοντας, οι Βίκινγκς τον 9ο και 10ο αιώνα μπορεί να οριστούν καλύτερα από αυτό που έκαναν παρά από τον τόπο καταγωγής τους ή το DNA τους.

Απορρίπτοντας την απλοϊκή εξίσωση του Σκανδιναβού με τον Βίκινγκ, ίσως γίνει καλύτερα κατανοητό ποια ήταν η πρώιμη εποχή των Βίκινγκς και πώς αυτή η περίοδος μετασχημάτισε τα θεμέλια της μεσαιωνικής Ευρώπης, εξαιτίας ακριβώς της επιλογής να γνωρίσουν και να αναμιχθούν με διαφορετικές κουλτούρες και όχι επιχειρώντας να θέσουν όρια.

 

 tvxs.gr