Ελένη, του Ευριπίδη - Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος


Απόψε θα σας παρουσιάσω ένα έργο πολύχρωμο φαντασμαγορικό και με ευτυχισμένο τέλος. Πρόκειται για την Ελένη του Ευριπίδη.

Καθώς το φθινόπωρο προχωράει, κλείνει και ο πρώτος κύκλος παρουσίασης έργων του αρχαίου ελληνικού δραματικού ρεπερτορίου που σας παρουσίασα φέτος...

Το έργο γράφτηκε το 412 π.Χ. και διδάχτηκε την ίδια εποχή στην εορτή των Μεγάλων Διονυσίων. Εκείνη την εποχή η Αθήνα βίωνε μία άσχημη κατάσταση, καθώς είχε μόλις τελειώσει η Σικελική εκστρατεία και οι μνήμες από την ολοκληρωτική πανωλεθρία του στρατού και του στόλου ήταν αρκετά κοντινές. Το μήνυμα του Ευριπίδη στη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν μέσω του συγκεκριμένου έργου σαφές: Ο Πελοπονησιακός πόλεμος ήταν μάταιος και ανούσιος, η ειρήνη τώρα είναι το υπέρτατο αγαθό!

Ο μύθος από τον οποίο εμπνεύστηκε ο συγγραφέας ήταν η Παλινωδία του Στησίχορου (γράφτηκε στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ.). Σύμφωνα με το συγκεκριμένο μύθο η Ελένη δεν ανέβηκε ποτέ στα πλοία των Τρώων και δεν έφτασε ποτέ στην Τροία! Ταυτόχρονα με τον ανωτέρω μύθο θα υπάρξει και η μαρτυρία του Ηροδότου ότι ο Αλέξανδρος-Πάρης αφού απήγαγε την Ελένη από τη Σπάρτη σταμάτησε εξαιτίας κακών καιρικών συνθηκών στην Αίγυπτο όπου ο βασιλιάς Πρωτέας του απαγόρευσε να την πάρει μαζί του στην Τροία. Όλα αυτά αναιρούσαν τον επικό μύθο της Ελένης και αποκαθιστουσαν την εικόνα της. Η Ελένη είναι αθώα από την οποιαδήποτε ενοχή της έχουν φορτώσει ο μύθος, ο Όμηρος, οι επίγονοι και οι απόγονοί του.

Επιπρόσθετα ο Ευριπίδης άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τον γνωστό μύθο: Η Ελένη δεν έφτασε ποτέ στην Τροία επειδή ο Ερμής την οδήγησε στην Αίγυπτο σύμφωνα με τις διαταγές του Δία, αντί αυτής ο Πάρης πήρε στην Τροία το είδωλό της. Επινοήσεις του Ευριπίδη αποτέλεσαν και πρόσωπα όπως ο Θεοκλύμενος και η Θεονόη...

 


Ταυτόχρονα το έργο θα συσχετισθεί και με την εμφάνιση του Σοφιστικού φιλοσοφικού κινήματος. Ειδικότερα η αμφισβήτηση πατροπαράδοτων αξιών, η κριτική των εκπροσώπων του κινήματος στο δημοκρατικό πολίτευμα καθώς και τα φαινόμενα ασέβειας θα εντοπιστούν στο έργο όπως θα διαφανεί παρακάτω.

Η ελαφρότητα τέλος του παραμυθιού και του φανταστικού παιχνιδιού σε κανένα άλλο από τα έργα του Ευριπίδη δεν αποτυπώθηκε πιο επιτυχημένα.



Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και πλούσιο σε απροσδόκητες τροπές δράμα...



Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Το έργο εξελίσσεται στο νησί Φάρος της Αιγύπτου
 17 χρόνια έχουν περάσει από τότε που αποχωρήστηκαν η Ελένη από τον Μενέλαο. 10 χρόνια από το τέλος του Τρωικού πολέμου και άλλα 7 περιπλάνησης του Μενέλαου στο δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα. Όλα αυτά τα χρόνια τη θέση της αληθινής Ελένης έχει πάρει ένα είδωλο και κατ' επέκταση ο πόλεμος της Τροίας έγινε για ένα είδωλο,  ο Μενέλαος δηλαδή 7 χρόνια τώρα που περιπλανάται κουβαλάει το είδωλο (φάντασμα από αέρα) της γυναίκας του.
 Η Ελένη έχει μείνει πιστή στο σύζυγο της καθώς ενώ προορίζονταν να φύγει με τον Πάρη η Ήρα δυσσαρεστημένη απο την εξέλιξη έστειλε σ'αυτόν ένα είδωλο που συντέθηκε στον ουρανό (ίσως πρόκειται για ένα ομοίωμα νεφέλης από αιθέρα). Εν πάση περίπτωσή την πραγματική Ελένη την οδήγησε ο Ερμής στην Αίγυπτο και την παρέδωσε στο βασιλιά Πρωτέα λέγοντάς της ότι κάποτε στο μέλλον θα ξαναβρεί το Μενέλαο και την πατρίδα της  (λόγος ο οποίος την κρατά στη ζωή).
 Ο Γέρο-Πρωτέας υπήρξε υποδειγματικός προστάτης της Ελένης, ο γιος του Θεοκλύμενος όμως θέλει να την παντρευτεί με τη βία. Εξαιτίας αυτού η Ελένη πάει στον τάφο του πατέρα του (Πρωτέα) και τίθεται σε κατάσταση επιβώμιας ικετείας (ικέτευε επί του βωμού δηλαδή).
 Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο Τεύκρος (γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και καλύτερος τοξότης των Ελλήνων στην Τροία), ο οποίος στο δρόμο του για την Κύπρο (πηγαίνει εκεί εξόριστος από τον πατέρα του και πρόκειται να ιδρύσει την πόλη Σαλαμίνα, σημερινή Αμμόχωστο και να νυμφευθεί τη κόρη του Κύπρου Έννη) αγκυροβολεί στην Αίγυπτο. Ο Τεύκρος γεμίζει με θλίψη την Ελένη λέγοντας την ότι ο Μενέλαος πέθανε (πιο συγκεκριμένα έχει εξαφανιστεί από καιρό και στην Ελλάδα τον θεωρούν νεκρό).
 Η σκηνή έχει πολλαπλή χρησιμότητα, Ο Τεύκρος ικανοποιείται καθώς πείθεται για την ομοιότητα της γυναίκας που συνομιλεί με την Ελένη εκφράζοντας ταυτόχρονα και το μίσος του γιαυτήν. Προβάλλεται όμως έντονα και η κωμική διάθεση που προκαλεί η κατάσταση με το είδωλο, επιπλέον η Ελένη πληροφορείται για την εξέλιξη του πολέμου. Τέλος ο Τεύκρος φεύγει άρον άρον καθώς ενημερώνεται από την Ελένη για το μίσος του Θεοκλύμενου προς τους Έλληνες.
 Η Ελένη επικαλείται τις Σειρήνες και την Περσεφόνη προκειμένου να δώσουν στο θρήνο της τόνο, θεωρεί το Μενέλαο νεκρό, θρηνεί ακόμη για τη δυσφήμιση του ονόματος της, τον χαμό της μητέρας της και του αδελφού της και τέλος αποφασίζει να πεθάνει...
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χορός του έργου απαρτίζεται από αιχμάλωτες Ελληνίδες.
Η Ελένη πηγαίνει κατόπιν στο παλάτι για να ζητήσει τη γνώμη της αδερφής του βασιλιά Θεονόης (πρόκειται για μια ευγενική μορφή με προφητικά χαρίσματα), η οποία της διαβεβαιώνει ότι ο Μενέλαος ζει!
 Μετά το διάλογο Θεονόης-Ελένης αδειάζει η σκηνή από το Χορό και δίνεται έτσι η ευκαιρία στο Μενέλαο να εμφανιστεί. Ο Μενέλαος έχει ήδη φτάσει στο κατώφλι του παλατιού ρακένδυτος, και  μία γριά θυρωρός τον διώχνει λέγοντας του ότι εδώ ζει η Ελένη η θυγατέρα του Τυνδάρεως από τη Σπάρτη η οποία ήρθε στη χώρα λίγο πριν την αναχώρηση των Ελλήνων για την Τροία!
  Ο βασιλιάς της Σπάρτης πέφτει τώρα σε  σύγχυση, παρόλα αυτά μένει προσκολημένος στο φαίνεσθαι αρνούμενος την πραγματικότητα με πείσμα ( η διάσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είσθε αποτελεί ένα από τα βασικότερα σημεία του έργου)... Αποφασίζει να περιμένει τον κύριο του παλατιού.
 Τελικά ο Μενέλαος συναντιέται με την Ελένη, η οποία τον αναγνωρίζει αμέσως και πέφτει στην αγκαλιά του, αυτός όμως δεν πιστεύει παρ' όλη την ομοιότητα ότι αυτή η γυναίκα είναι η σύζυγος του. Ένας δούλος του έρχεται ως αγγελειοφόρος και του ανακοινώνει ότι το είδωλο της Ελένης που βρισκόταν στο καράβι αναλήφθηκε στους Ουρανούς. Ο Μενέλαος τότε πέφτει σε πλήρη σύγχυση πιστεύοντας ότι η γυναίκα που βλέπει είναι το είδωλο βρίσκεται μπροστά του! Τελικά σμίγουν μέσα στον κίνδυνο και τις δυσκολίες. Βασικός κίνδυνος είναι πια ο Θεοκλύμενος που απειλεί με θάνατο όλους τους ξένους.
 Ο Μενέλαος και η Ελένη αποφασίζουν να διαφύγουν, πρώτα ορκίζονται όμως ότι αν πεθάνουν θα πεθάνουν μαζί. Το σχέδιο που καταστρώνουν το συνέλαβε η Ελένη και βασίζεται στη γυναικεία πανουργιά και έχει ως εξής: Ο Μενέλαος θα παρουσιαστεί στο βασιλιά Θεοκλύμενο ως αγγελειοφόρος του δικού του θανάτου, ενώ η Ελένη θα ζητήσει από τον ίδιο βασιλιά τη βοήθεια του ώστε να κάνει θυσία ως είθισται μέσα στη θάλασσα (εμφανίστηκε με κουρεμένο κεφάλι και πένθιμη αμφίεση), στα ανοιχτά, για τον πεθαμένο σύζυγο της, υποσχόμενη στο Θεοκλύμενο ταυτόχρονα γάμο. Στην όλη στιχομυθία με το βασιλιά προσποιείται ότι είναι πρόθυμη να υποταχθεί σ' αυτόν. Κάποιες λίγες αμφιβολίες του Θεοκλύμενου οι Ελένη θα τις διαλύσει με ένα αναιδέστατο υπαινιγμό για την παντογνωσία της Θεονόης
 Έτσι λοιπόν μόλις πάρουν το πλοίο στα χέρια τους σύμφωνα με το σχέδιο θα διαφύγουν για την πατρίδα.
 Τη στιγμή αυτή εισέρχεται η Θεονόη στη σκηνή με μυσταγωγικό τρόπο καθώς μία θεράπαινα εξαγνίζει τον αέρα με ατμούς θειαφιού προκειμένου να δεχθεί η μάγισσα το καθαρό πνεύμα του Ουρανού, ενώ μια άλλη ανοίγει το δρόμο σ' αυτή με τη φλόγα ενός δαδιού. Επιβεβαιώνει την ορθότητα της προφητείας λέγοντας ότι ο Μενέλαος είναι εκεί και τον απειλεί ένας μεγάλος κίνδυνος. Ταυτόχρονα η Θεονόη πέφτει και σε ένα μεγάλο δίλημμα: Να τους παραδώσει στον αδερφό της ή να τους αφήσει να διαφύγουν σύμφωνα και με το θέλημα της Ήρας.
 Η Ελένη γονατίζει στα πόδια της Θεονόης και την παρακαλεί στηριγμένη στο αίσθημα δικαίου που είναι δεσμευτικό για την μάντισσα. Της υπενθυμίζει ότι δόθηκε στον πατέρα της από τον Ερμή ως παρακαταθήκη με απόφαση των Θεών. Η στάση της δεν αποτελεί αδύναμη ικεσία αλλά σθεναρή επιμονή, μία δίκαιη απαίτηση. Η μάντισσα τελικά αποφασίζει ... Θα ήταν ασέβεια να μη δώσει πίσω κάτι που της έχουν εμπιστευθεί και για τον επιπλέον λόγο της αυστηρής τιμωρίας που περιμένει τον άδικο και τον άνομο... Δε θα βοηθήσει λοιπόν τον άδικο αδερφό της...
 Το σχέδιο φυγής ακολούθως τίθεται σε εφαρμογή και επιτυγχάνει. Ένας αγγελειοφόρος ανακοινώνει τα συμβάντα στο Θεοκλύμενο σε μία διεξοδική ρήση με ήρεμο και άνετο αφηγηματικό τρόπο. Με τον τρόπο αυτό ο βασιλιάς ενημερώνεται για τη μάχη μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων πάνω στο πλοίο, τη νίκη των Ελλήνων και την επιτυχημένη απόδραση.
 Η Θεονόη τώρα πρέπει να πληρώσει, ο Θεοκλύμενος θέλει να την εκδικηθεί. Τη στιγμή αυτή ως από μηχανής θεοί εμφανίζονται οι Διόσκουροι, οι οποίοι τον διαφωτίζουν για τη θέληση της μοίρας και τον κάνουν τελικά να μείνει ευχαριστημένος με όσα έγιναν, ο Θεοκλύμενος καταπνίγει απότομα το θυμό του και εγκωμιάζει τελικά την Ελένη...

 

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ


Η τραγικότητα του έργου

Αποτελεί το έργο τραγωδία;
Ένας Έλληνας εκείνης της εποχής δε θα καταλάβαινε το ερώτημα...
Θα απαντούσε ασφαλώς με τον εξής τρόπο: Εφόσον παρουσιάζεται ένα έργο με θέμα το μύθο στα Διονύσια βεβαίως και είναι τραγωδία!
Για τη σύγχρονη όμως έρευνα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλοϊκά...
Το συγκεκριμένο έργο θα αποτελέσει πεδίο αντιπαραθέσεων ως προς το ανωτέρω ερώτημα.
 Ας δούμε όμως τα πράγματα με μία σειρά.
Η τραγικότητα με τη σύγχρονη έννοια δεν θα συνδεθεί απαραίτητα με μία θανατερή κατάληξη. Προκειμένου όμως να χαρακτηριστεί ένα έργο ως τραγωδία θα απαιτηθεί η ύπαρξη τραγικών καταστάσεων, οι οποίες θα είναι γεμάτες τραγικότητα, η οποία θα φθάνει ως τις ρίζες της ανθρώπινης ύπαρξης (Μήδεια). Στην "Ελένη" επίσης ο άνθρωπος δε θα σταθεί απέναντι σε δυνάμεις που μπορεί να γνωρίσει ως θεϊκές (Πενθέας-Βάκχες), ούτε πρόκειται να ολοκληρώσει μία μοίρα που προέρχεται από τον κόσμο του μυστηρίου (Οιδίπους). Ακόμη και αν εμβαθύνουμε περισσότερο ούτε η απόσταση του από τους Θεούς και η παράδοση του παραλίγο να γίνει τραγικό πρόβλημα...
 Στην "Ελένη" οι θεοί σαφώς και δρουν (βλ. φιλονικία Ήρας Αφροδίτης) αλλά η δράση τους δεν αφορά τον πραγματικό κόσμο στον οποίο μόνο οι άνθρωποι επιχειρούν. Στο έργο του Ευριπίδη (σχεδόν σε ολόκληρο) όπως επανειλημμένα έχουμε επισημάνει θα απουσιάσει η ρύθμιση των καταστάσεων από τους Θεούς. Ο άνθρωπος ρυθμίζει τα πράγματα μόνος του.
 Τότε λοιπόν ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που θα χαρακτηρίσει το έργο ως τραγωδία;
Ο κυρίαρχος παράγοντας ο οποίος θα κατατάξει το έργο στις τραγωδίες θα είναι η "Τύχη", πρόκειται για τη σύμπτωση που με το όνομα τύχη θα κυριαρχήσει σε μία σειρά έργων όπως αυτό και θα εξελίξουν την αρχαία ποιητική δραματουργία.
 Το έργο αποτέλεσε και ένα πρόπλασμα του ελληνικού ερωτικού μυθιστορήματος. Το μοτίβο θα επαναλαμβάνεται όπως και στην περίπτωση της σύγχρονης κωμωδίας: Ένα ζευγάρι ερωτευμένο, δεμένο με αιώνια πίστη χωρίζει για να ενωθεί ξανά ευτυχισμένο ύστερα από πολλές περιπέτειες, περιπλανήσεις, ναυάγια και μία ερωτική απειλή από ένα τρίτο πρόσωπο.
 Με έργα σαν την Ελένη θα βρεθούμε στο δρόμο προς το αστικό δράμα. Η Τύχη θα αποτελέσει λοιπόν τη νέα καθοριστική δύναμη...
 Δε θα πρέπει να παραβλέψει κανείς και τη γνώμη του Χατζηανέστη όσον αφορά την Ελένη ως τραγικό πρόσωπο ότι η Ελένη υποφέρει αναίτια για τα βάσανα της που ανάγονται στις βουλές του Ουρανού. Επιπλέον δημιουργήθηκε γύρω από το όνομα της η χειρότερη φήμη χωρίς να είναι υπόλογη σε τίποτα από αυτά που της απέδωσαν. Ο όλεθρος  της είναι η ομορφιά της ενώ επίσης το όνομα της αποτελεί κατάρα των ανθρώπων.

 

Η διάσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είσθε

 Η πορεία της Ελένης όπως προαναφέρθηκε θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία ανάμεσα στη φαινομενικότητα και το πραγματικό.


Η παρουσία της μάντισσας Θεονόης

Η μάντισσα θα αποτελέσει ένα καθοριστικό πρόσωπο στην  εξέλιξη του έργου. Η παρουσία της δε θα διαδραματίσει το ρόλο του απλού στοιχείου μέσα στο δραματικό πλέγμα, ούτε όμως θα φορτωθεί με υπερβολικές θεολογικές ιδέες. Θα εξυπηρετήσει κατά κύριο λόγο τη δραματική οικονομία. Καθώς η αδερφή του βασιλιά είναι μάντισσα θα γνωρίζει το παρελθόν και το μέλλον, πλην όμως θα αδυνατίσει να πει με βεβαιότητα στο ζευγάρι εάν κινδυνεύει, θα του πει μόνο ότι πρέπει μόνο του να βρει μία διέξοδο και ότι ακόμη βλέπει την προσωρινή τους μοίρα εκτεθειμένη σε απροσδιόριστους κινδύνους.
 Η Θεονόη ακόμη σε γενικές γραμμές δεν υποκαθιστά τους θεούς που διαμάχονται για την τύχη του Μενέλαου και της Ελένης. Εκείνο που τελικά θα την οδηγήσει στο να υψωθεί ως δραματικό πρόσωπο πάνω από το απλό δραματικό όργανο, το οποίο απλά ρυθμίζει την εξέλιξη θα είναι η καταφυγή της στο δρόμο του δικαίου την κρίσιμη στιγμή κατά την οποία κλήθηκε να λάβει την καθοριστική απόφαση για το εάν θα έπρεπε να βοηθήσει το ζευγάρι.


Η αθηναϊκή Σοφιστική

 Στο έργο ο Ευριπίδης αμφισβητεί έμμεσα τις δοξασίες της εποχής του ακολουθώντας σε αυτόν τον τομέα το σοφιστικό ρεύμα. Σε ένα σημείο λ.χ. αντιτάσσει τη φυσική θεωρία του Αναξαγόρα στη δοξασία ότι ο Δίας φέρνει τη βροχή λέγοντας ότι τα νερά του Νείλου και οι πλημμύρες στην Αίγυπτο προέρχονται από το χιόνι που λειώνει στα βουνά.


Η αμφισβήτηση της μαντικής

Η μαντική θα αμφισβητηθεί έντονα στο έργο μέσω του αγγελειοφόρου αλλά και των Ελληνίδων του Χορού. Θα ειπωθεί από τον αγγελειοφόρο ότι "το να συμβουλεύεσαι ένα μάντη είναι ανώφελο εάν έχεις μαζί σου τους Θεούς", η έκρηξη του είναι αναπάντεχη και άσχετη με την εξέλιξη και δραματική κατάσταση του έργου. Ο Ευριπίδης όμως με αυτή θα θελήσει να εκφράσει την οργή των συμπολιτών του για τα μαντεία που προέτρεπαν με χρησμούς τη διεξαγωγή τς Σικελικής εκστρατείας.
 Στο σημείο αυτό θα εντοπιστεί και άλλη μία σοφιστική δόξα, καθώς ο αγγελιοφόρος θα εκφράσει τη θέση ότι "ο άνθρωπος πρώτα πρέπει να συμβουλεύεται την ευβουλία και τη γνώμη του"


Η χρήση του  "από μηχανής Θεού"

 Με τη χρήση αυτής της μεθόδου τελείωναν οι περισσότερες τραγωδίες του Ευριπίδη. Το ρόλο "του από μηχανής Θεού" στην Ελένη θα αναλάβουν οι Διόσκουροι. Πρόκειται για τα θεοποιημένα αδέρφια της Ελένης. Δεν ήταν λίγοι αυτοί οι οποίοι θεώρησαν τη σκηνή περιττή. Οι Διόσκουροι θα πουν στο βασιλιά ότι μπορούσαν να σώσουν την Ελένη αλλά δεν το έπραξαν επειδή υπάκουσαν σε ανώτερες δυνάμεις. Σύμφωνα με άλλους όμως η σκηνή υπήρξε σημαντική γιατί προφήτευσε το μέλλον της Ελένης (επρόκειτο να γίνει Θεά).

 

 


Εν κατακλείδι η ελληνική εξυπνάδα  νίκησε τη βαρβαρική απλοϊκότητα .

 

Πηγές: Ε. Χατζηανέστη, Ευριπίδη Ελένη
Ελculture,
Βικιπαίδια,
Καθημερινή,
 Λέσκυ, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.
Κρεβατάς - Οι τραγικοί, Λέσκυ -Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων τ.2,
Αρχαιολογία online

 

Παπαδόπουλος Παύλος, Αξιωματικός της Αστυνομίας (Διοικητής του Αστυνομικού τμήματος Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης) Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών.