Βίαια εγκλήματα, επίρριψη ευθυνών στα θύματα και επιπτώσεις στο άτομο και την κοινωνία

Τα εγκλήματα που απασχολούν κατά κύριο λόγο τα ΜΜΕ, σε διεθνές επίπεδο, είναι τα χαρακτηριζόμενα «βίαια εγκλήματα»/violent crimes, τα οποία έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ποια είναι όμως τα βίαια εγκλήματα, ποια τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τους και κυρίως ποιες είναι οι επιπτώσεις τους στο άτομο και στην ευρύτερη κοινωνία; 

Όροι & Ορισμοί: Βίαια Εγκλήματα

Στην κατηγορία των βίαιων εγκλημάτων περιλαμβάνονται τόσο όσα έχουν ολοκληρωθεί όσο και οι απόπειρες.  Ένα βίαιο έγκλημα, σε γενικές γραμμές, μπορούμε να αναφέρουμε ότι περιλαμβάνει τη σωματική βλάβη σε βάρος ενός ατόμου ή την απειλή βλάβης, με ή χωρίς τη χρήση όπλου. Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό ενός βίαιου εγκλήματος είναι η πρόθεση του δράστη/της δράστιδος να βλάψει το θύμα/τα θύματα ανεξάρτητα από το εάν τελικά θα επέλθει στο θύμα η σωματική βλάβη ή όχι.

Τα βίαια εγκλήματα μπορούν να περιλαμβάνουν:

Ανθρωποκτονία ή απόπειρα ανθρωποκτονίας

Βία που σχετίζεται με την κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών

Βία συμμοριών

Εγκλήματα μίσους 

Ενδοοικογενειακή βία

Επίθεση

Σεξουαλική βία

Ληστεία

Τα βίαια εγκλήματα δύναται να λάβουν χώρα είτε σε δημόσιους χώρους, είτε σε ιδιωτικούς όπως στην οικία του θύματος ή ακόμα στον χώρο εργασίας του κ.λπ. ενώ ένα καίριο σημείο που πρέπει να αναδειχθεί είναι ότι συχνά το θύμα γνωρίζει το πρόσωπο που του επιτίθεται. Μπορεί να είναι άτομο του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος, του επαγγελματικού ή ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Κρίνω πολύ σημαντική τη συγκεκριμένη παράμετρο, διότι στο πλαίσιο μίας διαπροσωπικής ή επαγγελματικής/κοινωνικής σχέσης ένα άτομο μπορεί να δείχνει ορισμένα σημάδια επιθετικής συμπεριφοράς ή γενικότερα μίας συμπεριφοράς που προκαλεί ανησυχία και προβληματισμό, την οποία είναι σκόπιμο να προσέξουμε και να λάβουμε τα μέτρα που κρίνουμε αναγκαία για να αποφύγουμε άτομα των οποίων η συμπεριφορά μας δημιουργεί προβλήματα ή/και μας ανησυχεί.

Το κεντρικό μήνυμα του παρόντος άρθρου είναι ότι το θύμα δεν φέρει ευθύνη για την εγκληματική πράξη, διότι δυστυχώς το «victim blaming», η επίρριψη δηλαδή ευθυνών στο θύμα μίας εγκληματικής ενέργειας είναι συνήθης πρακτική η οποία επιτείνεται στη σύγχρονη εποχή από τους χρήστες των social media που σε πολλές περιπτώσεις στήνουν «λαϊκά δικαστήρια», ιδίως σε υποθέσεις που απασχολούν εκτενώς τα ΜΜΕ (στις χαρακτηριζόμενες «πολύκροτες υποθέσεις»), κυρίως με θύματα νεαρές γυναίκες. Επομένως, είναι αναγκαία η επιμόρφωση του δημοσιογραφικού κόσμου ως προς την παρουσίαση των υποθέσεων υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, ώστε να καταπολεμηθεί το «victim blaming» και να μην αναπαράγονται από τα ΜΜΕ επικίνδυνα κοινωνικά στερεότυπα.

Σύμφωνα με την (επικίνδυνη) πρακτική του victim blaming, το θύμα και όχι ο δράστης φέρει την ευθύνη για την επίθεση («Victim-blaming is the attitude which suggests that the victim rather than the perpetrator bears responsibility for the assault»). Αυτή η επίρριψη ευθυνών άλλοτε, θα έλεγα, ότι γίνεται άμεσα άλλοτε με έμμεσο τρόπο. Και οι δύο τρόποι όμως είναι απολύτως καταδικαστέοι, διότι το victim blaming σχετίζεται με τη «σκοτεινή/ αφανή» εγκληματικότητα, δεδομένου ότι πολλά θύματα που επέζησαν της εγκληματικής πράξης, τα οποία ήδη βιώνουν συναισθήματα ενοχής και ντροπής για ό,τι συνέβη, δεν καταγγέλλουν την εγκληματική πράξη από τον φόβο δευτερογενούς θυματοποίησης και κοινωνικού στιγματισμού.

Όσον αφορά ειδικά το έγκλημα του βιασμού, το victim blaming παραμένει πολύ έντονο, γεγονός που οφείλει να μας προβληματίσει γιατί οι κοινωνίες πρέπει να κάνουν βήματα προόδου και όχι οπισθοδρόμησης και ειδικά η νέα γενιά οφείλει να κάνει τη διαφορά σε αυτό το σημείο. Σύμφωνα με έρευνες σε φοιτήτριες στις ΗΠΑ, είναι άξιο επισημάνσεως και περαιτέρω σχολιασμού ότι:

Ένα ποσοστό υψηλότερο από το 20% προπτυχιακών φοιτητριών αναφέρουν ότι έχουν βιώσει σεξουαλική επίθεση και παρενόχληση ενώ φοιτούσαν ακόμα στο σχολείο (AAU Campus Survey on Sexual Assault and Sexual Misconduct, 2015).

Το 90% των σεξουαλικών επιθέσεων που λαμβάνουν χώρα στην πανεπιστημιούπολη διαπράττονται από άτομα γνωστά στο θύμα (Bonnie S. Fisher, Francis T. Cullen, Michael G. Turner,  “The Sexual Victimization of College Women,” National Institute of Justice, 2000).

Μόνο το 12% των φοιτητριών που επιζούν της εγκληματικής πράξης καταγγέλλουν την επίθεση στην αστυνομία. Ο αριθμός αυτός μειώνεται στο 7% εάν βίωσαν τη σεξουαλική επίθεση ενώ βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης, υπό την επήρεια ουσιών και γενικότερα σε μία κατάσταση αδυναμίας να αντιληφθούν τι συνέβαινε (Dean G. Kilpatrick, Heidi S. Resnick, Kenneth J. Ruggiero, Lauren M. Conoscenti, Jenna McCauley, “Drug-facilitated, Incapacitated, and Forcible Rape: A National Study,” 2007).

Μόνο το 2-10% των καταγγελλόμενων βιασμών αφορούν ψευδείς καταγγελίες– περίπου το ίδιο που συμβαίνει και για άλλα εγκλήματα. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει επίσης «αβάσιμες» καταγγελίες όπου για οποιονδήποτε λόγο η διερεύνηση μίας καταγγελίας δεν προχωρά περαιτέρω (David Lisak, Lori Gardinier, Sarah C. Nicksa, Ashley M. Cote, “False Allegations of Sexual Assault: An Analysis of Ten Years of Reported Cases,” 2010).

Για κάθε 100 βιασμούς, περίπου δύο βιαστές δεν θα εκτίσουν ποτέ ούτε μία μέρα ποινή φυλάκισης (Department of Justice, Felony Defendants in Large Urban Counties: 2009).

Το 34% των φοιτητριών που επέζησαν της εγκληματικής πράξης βιώνουν διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) σε σύγκριση με το 11% των μη επιζώντων θυμάτων (“Drug-facilitated, Incapacitated, and Forcible Rape: A National Study,” 2007).

Το 40% των φοιτητριών που επέζησαν της εγκληματικής πράξης αναφέρουν κατάχρηση ναρκωτικών ή αλκοόλ σε σύγκριση με το 17% των μη επιζώντων θυμάτων (“Drug-facilitated, Incapacitated, and Forcible Rape: A National Study,” 2007).

Τα παραπάνω ερευνητικά πορίσματα αποδεικνύουν τόσο τη σοβαρότητα, όσο και την πολυπλοκότητα του φαινομένου, καθώς ένας αριθμός νεαρών γυναικών θυμάτων βιασμού δεν θα καταγγείλει το έγκλημα, δεν θα αναζητήσει βοήθεια και στήριξη για να αντιμετωπίσει το τραύμα της θυματοποίησης και θα συνεχίσει να βιώνει αρνητικά συναισθήματα, όπως ντροπή και ενοχή για ένα έγκλημα για το οποίο φταίει μόνο ο βιαστής! Δεν φταίει το θύμα, δεν φταίει το ντύσιμο και το μακιγιάζ του θύματος, δεν φταίει το ποτό, ούτε καν αν υπήρξε ένα φλερτ ή  μία στο παρελθόν σχέση μεταξύ των δύο προσώπων. Εάν όμως τα ίδια τα μέλη της κοινωνίας εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το θύμα φέρει ένα μέρος ευθύνης και να του επιρρίπτουν έστω και με έμμεσο τρόπο ευθύνες για τον τρόπο που ήταν ντυμένο, για την «προκλητική» του συμπεριφορά, για το έντονο μακιγιάζ, τότε το επικίνδυνο κοινωνικό στερεότυπο δεν θα καταπολεμηθεί. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, και ζήτημα παιδείας και εκπαίδευσης και κυρίως να γίνει κατανοητό ότι ο βιαστής που αποφασίζει, παρά τη θέληση και τη συγκατάθεση του θύματος, να ασκήσει πάνω του -στο σώμα και την ψυχή του- βία είναι εγκληματίας και είναι ο μόνος υπεύθυνος για το έγκλημα που διέπραξε!

Μύθοι για το έγκλημα του βιασμού φοιτητριών, όπως η έρευνα αποδεικνύει:

«Αυτή τα ήθελε/ αυτή τα ζητούσε» – Κανείς δεν θέλει να βιαστεί. Κανείς δεν ζητάει να βιαστεί.

«Δεν ήταν βιασμός» – Προφανώς ορισμένοι άνθρωποι εξακολουθούν να αισθάνονται την ανάγκη να γίνει διάκριση μεταξύ «νόμιμου βιασμού» και πιθανώς «παράνομου βιασμού». Αυτό το λανθασμένο σχήμα οδηγεί σε «φίμωση» των θυμάτων που επιζούν της εγκληματικής πράξης, με πολλά από αυτά να αναφέρουν ότι επέλεξαν να μην προχωρήσουν σε καταγγελία φτάνοντας στο ακραίο σημείο να θεωρούν (ή καλύτερα θα έλεγα να τις κάνουν να πιστέψουν) ότι δεν ήταν αρκετά σοβαρό ό,τι τους συνέβη ή ότι δεν θα γίνουν πιστευτά τα λόγια τους.

«Ο βιαστής δεν το ήθελε» – Μελέτες δείχνουν ότι οι περισσότεροι βιασμοί που λαμβάνουν χώρα στην πανεπιστημιούπολη διαπράττονται από επαναλαμβανόμενους παραβάτες.

«Το θύμα είπε ψέματα» – Βάσει ερευνητικών στοιχείων οι ψευδείς καταγγελίες κυμαίνονται κάπου μεταξύ 2-5%. Αυτό σημαίνει ότι το 95-98% των καταγγελιών βιασμού είναι αλήθεια.

«Ο βιασμός είναι ένα ασήμαντο γεγονός» – Ο βιασμός, όπως και άλλες μορφές έμφυλης βίας, μπορούν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο σε ένα άτομο. Ορισμένες από τις αρνητικές συνέπειες αντικατοπτρίζονται στη μείωση της ακαδημαϊκής απόδοσης, στη χρήση ουσιών, στη κατάθλιψη, και πολλά άλλα.

«Ο βιασμός είναι ένα αποκλίνον γεγονός» – Η σεξουαλική βία δυστυχώς είναι διαδεδομένη στις πανεπιστημιουπόλεις των ΗΠΑ. Η ντροπή και η φίμωση των θυμάτων οδηγεί σε ένα αίσθημα ατιμωρησίας για τους δράστες, οι οποίοι συχνά διαπράττουν πολλαπλές επιθέσεις κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πανεπιστημιούπολη.

(Diana L. Payne, Kimberly A. Lonsway, and Louise F. Fitzgerald, “Rape Myth Acceptance: Exploration of Its Structure and Its Measurement Using the Illinois Rape Myth Acceptance Scale,” Journal of Research in Personality 33 (1999): 27-68).

Συνοπτικά, αυτό που πρέπει να τονίσουμε ολοκληρώνοντας την αναφορά στο έγκλημα του βιασμού είναι ότι ειδικά εάν το θύμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, υπό την επήρεια ουσιών κ.λπ. κανένας δεν έχει δικαίωμα να το αγγίξει εκμεταλλευόμενος ουσιαστικά τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όσο για τα ρούχα, το μακιγιάζ, τη συμπεριφορά, είναι προσωπική επιλογή του κάθε ατόμου και ο μόνος που φέρει ευθύνη για το έγκλημα είναι ο βιαστής, ο βιαστής που συνειδητά αποφασίζει να βιάσει το θύμα του! 

Ακολουθεί ένα σύντομο γλωσσάριο για τα χαρακτηριζόμενα «βίαια εγκλήματα» που στηρίζεται στους αντίστοιχους αγγλοσαξονικούς όρους. 

Σοβαρή επίθεση/Aggravated assault

Μία επίθεση ή απόπειρα επίθεσης με όπλο, ανεξάρτητα από το εάν σημειώθηκε τραυματισμός και μια επίθεση χωρίς όπλο όταν προκύπτει σοβαρός τραυματισμός.

Επίθεση με τραυματισμό – Μία επίθεση χωρίς ή με τη χρήση όπλου που οδηγεί σε τραυματισμό. Ο σοβαρός τραυματισμός μπορεί να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων σπασμένα κόκαλα, σπάσιμο δοντιών, εσωτερικούς τραυματισμούς, απώλεια συνείδησης και κάθε άλλο απροσδιόριστο τραυματισμό που απαιτεί δύο ή περισσότερες ημέρες νοσηλείας.

Απειλή με όπλο – Απειλή ή απόπειρα επίθεσης από δράστη οπλισμένο με μαχαίρι, πυροβόλο ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο και μέσο που χρησιμοποιείται ως όπλο,  δεν έχει όμως ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του θύματος.

Επίθεση/Assault

Παράνομη σωματική επίθεση ή απειλή επίθεσης. Οι επιθέσεις μπορεί να είναι πολύ σοβαρές ή και λιγότερο σοβαρές. Από αυτή την κατηγορία εξαιρούνται οι βιασμοί, οι απόπειρες βιασμού και οι σεξουαλικές επιθέσεις, καθώς και οι ληστείες και οι απόπειρες ληστείας. Η σοβαρότητα των επιθέσεων κυμαίνεται από απειλές έως σχεδόν θανατηφόρα περιστατικά. 

Θυματοποίηση από εγκλήματα μίσους/Hate crime victimization 

Αναφέρεται σε ένα μόνο θύμα ή σε ένα σύνολο -οικογένεια για παράδειγμα, που αντιμετώπισε ένα εγκληματικό περιστατικό, το οποίο σύμφωνα με το θύμα υποκινείται από προκατάληψη με βάση τη φυλή, το φύλο ή την ταυτότητα φύλου, τη θρησκεία, την αναπηρία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την εθνικότητα. 

Βιασμός/Rape

Αναγκαστική σεξουαλική επαφή, συμπεριλαμβανομένου τόσο ψυχολογικού εξαναγκασμού όσο και σωματικής βίας. Αναγκαστική σεξουαλική επαφή σημαίνει κολπική, πρωκτική ή στοματική διείσδυση από τον (τους) δράστη(-ους). Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει επίσης περιστατικά όπου η διείσδυση προέρχεται από ξένο αντικείμενο, όπως ένα μπουκάλι. Περιλαμβάνει απόπειρα βιασμού, είτε με γυναίκες είτε με άντρες θύματα, ετεροφυλόφιλους και ίδιου φύλου. Η απόπειρα βιασμού περιλαμβάνει και λεκτικές απειλές βιασμού.

Ληστεία/Robbery 

Ολοκληρωμένη ή απόπειρα, με στόχο την ιδιοκτησία, τα μετρητά, συνοδευόμενη από απειλή επίθεσης ή επίθεση, με ή χωρίς όπλο, με αποτέλεσμα ή και όχι τον τραυματισμό.

Σεξουαλική επίθεση/Sexual assault

Πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα θυματοποίησης. Αυτά τα εγκλήματα περιλαμβάνουν επιθέσεις ή απόπειρες επιθέσεων και δύναται να εμπεριέχουν βία χωρίς όμως να συμβαίνει πάντα αυτό. Επίσης, η σεξουαλική επίθεση μπορεί να  περιλαμβάνει  λεκτικές απειλές.

Απλή επίθεση/Simple Assault

Επίθεση χωρίς όπλο που οδηγεί είτε σε μικρό τραυματισμό (π.χ., μώλωπες, μελάνιασμα ματιών, γρατσουνιές, πρήξιμο), είτε σε κανέναν τραυματισμό ή ακόμα σε έναν απροσδιόριστο τραυματισμό που απαιτεί λιγότερο από δύο ημέρες νοσηλείας. Περιλαμβάνει επίσης απόπειρα επίθεσης χωρίς όπλο.

Επιπτώσεις των βίαιων εγκληματών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο: Οι επιπτώσεις στα θύματα (τόσο στα άτομα όσο και σε συλλογικότητες) είναι πολλαπλές. Σε αντίθεση με τις επιπτώσεις του τυχαίου τραυματισμού ή μίας σοβαρής ασθένειας, η έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις της εγκληματικότητας έχει τονίσει τις διανοητικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις, σε σύγκριση με φυσικές ή οικονομικές καταστροφές. Σύμφωνα με μελετητές το να είσαι θύμα εγκλήματος είναι ποιοτικά διαφορετικό από το να είσαι θύμα ατυχήματος ή ασθένειας, επειδή περιλαμβάνει κάποιον που σε βλάπτει σκόπιμα ή απερίσκεπτα. Οι άμεσες επιδράσεις της θυματοποίησης που συνήθως εμφανίζονται περιλαμβάνουν:

Σοκ και απώλεια εμπιστοσύνης/πίστης στην κοινωνία, ιδίως στην τοπική κοινότητα ή σε σχέση με την κοινωνική ομάδα ή τον τόπο όπου συνέβη το αδίκημα. Αν και το σοκ έχει συνήθως μία σχετική βραχυπρόθεσμη επίδραση (ημέρες ή εβδομάδες), η απώλεια της εμπιστοσύνης μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια.

Ενοχή για το γεγονός ότι το άτομο έχει γίνει θύμα του εγκλήματος, η οποία μπορεί να τροφοδοτήσει φόβο ή/και θυμό. Τα θύματα συνήθως αισθάνονται ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν την τέλεση του αδικήματος, ακόμη και αν δεν υπήρχε, «λογικά», καμία τέτοια δυνατότητα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις σωματική βλάβη, η οποία μπορεί φυσικά να είναι ήσσονος σημασίας ή σοβαρή και η οποία θα ποικίλλει ως προς τις επιπτώσεις της με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής μόνιμης βλάβης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οικονομική ζημία, η οποία περιλαμβάνει άμεση απώλεια (περιουσιακά στοιχεία που έχουν κλαπεί, καταστραφεί κ.λπ.), έμμεση απώλεια (άδεια από την εργασία, απώλεια αποδοχών, χρόνος εκκαθάρισης κ.λπ.) και οικονομική επιβάρυνση ως συνέπεια της δικαστικής διαμάχης εφόσον γίνει η καταγγελία.

Ψυχολογικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένου του φόβου, του θυμού και της κατάθλιψης. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμες αλλά και μακροπρόθεσμες, συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας, του άγχους και της αναβίωσης του γεγονότος. Επίσης, σοβαρές επιπτώσεις αφορούν τη μπορούν να διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), η οποία περιλαμβάνει flash-backs/ αναβίωση του γεγονότος και μπορεί να διαρκέσει μήνες ή χρόνια

Κοινωνικές επιπτώσεις, που συνεπάγονται αλλαγές στον τρόπο ζωής του θύματος. Ορισμένες κοινωνικές επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρές για την πορεία ζωής του θύματος, επηρεάζοντάς το και σε άλλους νευραλγικούς τομείς της ζωής του, όπως στον οικονομικό τομέα. Για παράδειγμα άρνησή του να μεταβεί στην εργασία του, εάν το έγκλημα έλαβε χώρα στον τόπο εργασίας του ή στον δρόμο για την εργασία του, δυσκολία να δημιουργήσει σχέσεις και πολλά ακόμα.  

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να γίνουν αισθητές όχι μόνο από μεμονωμένα θύματα αλλά και από τις οικογένειές τους, τους φίλους και τους συναδέλφους τους (έμμεση θυματοποίηση). Οι συγγενείς και οι φίλοι μπορούν να επηρεαστούν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν να διαχειριστούν τα δικά τους συναισθήματα και να αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο το θύμα μιλώντας για το αδίκημα, επειδή οι ίδιοι αισθάνονται άβολα ή ακόμα πιο ευάλωτοι και επειδή ανησυχούν περισσότερο για την ασφάλεια του θύματος. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να γίνονται και οι ίδιοι πιο καχύποπτοι με τους ανθρώπους και να αρχίσουν να λαμβάνουν πρόσθετες προφυλάξεις ασφαλείας από τον φόβο θυματοποίησης.  

Επιπροσθέτως, όλα τα παραπάνω επηρεάζουν αρνητικά και την εύρυθμη λειτουργία των κοινωνιών, ειδικά όταν χάνεται η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς και καλλιεργείται ένα αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ πολιτών.  

Διακυμάνσεις των επιδράσεων

Είναι αναμφίβολα εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί ποιο μεμονωμένο θύμα θα υποστεί ποιες επιπτώσεις σε ποιο βαθμό. Παράγοντες που αφορούν το ίδιο το άτομο, την προσωπικότητά του και λοιπές ατομικές εσωτερικές συνθήκες αλλά και άλλα εξωτερικά γεγονότα της ζωής ενός ατόμου δύναται να επηρεάζουν τον τρόπο και το μέγεθος της αντίδρασης στη θυματοποίηση.

Θα ολοκληρώσουμε το παρόν άρθρο με τα επίσημα καταγεγραμμένα από την αστυνομία στοιχεία για αδικήματα (εγκληματικές πράξεις) στην Ευρώπη κατά τα έτη 2008-2018. Τα ερευνητικά πορίσματα αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και εν μέρει τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), τις υποψήφιες χώρες και τις δυνάμει υποψήφιες χώρες.

Οι ληστείες μειώθηκαν κατά 34% μεταξύ 2012 και 2018

3.993 ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως στην ΕΕ το 2018

583.000 επιθέσεις στην ΕΕ το 2018

528.000 κλοπές αυτοκινήτων στην ΕΕ 2018

Ειδικότερα, μεταξύ του 2012 και του 2018, οι ληστείες που καταγράφηκαν από την αστυνομία στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 34%, σε περίπου 299 000. Αντίθετα, σημειώθηκε αύξηση κατά 8,8 % μεταξύ του 2008 και του 2012. Τα στοιχεία για το 2018 λείπουν για την Εσθονία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο και τη Φινλανδία, επομένως η ακριβής αλλαγή για την ΕΕ από το 2017 έως το 2018 είναι κάπως αβέβαιη. Από το 2017 έως το 2018 σημειώθηκε μείωση στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, ενώ η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στην Ιρλανδία (8 %) και τη Σλοβενία (11 %).

Το 2018 καταγράφηκαν 3.993 ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως από την αστυνομία, μείωση σχεδόν 30 % από το 2008. Τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν, το 2018, στη Λετονία (5,2), τη Λιθουανία (3,5) και την Εσθονία (1,9). Σε 15 χώρες το ποσοστό ήταν κάτω από 1 ανά 100 000.

Στην ΕΕ, οι επιθέσεις που καταγράφηκαν από την αστυνομία αριθμούσαν περίπου 583.000 το 2018, μείωση 6,2 % από 621.500 το 2010. Η μεγαλύτερη μείωση αφορά τα έτη 2010-2018. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι συνολικά για την ΕΕ για την περίοδο 2016-2018, έχουμε ελλιπή στοιχεία από τη Γαλλία (2017-2018) και την Ουγγαρία (2016-2018). Τα αναφερόμενα στοιχεία δείχνουν μία αυξανόμενη τάση στη Γαλλία 2010-2016 (232 000 έως 243 000) και μείωση στην Ουγγαρία την 2010-2015 (14 600 έως 12 500).

Ο αριθμός των επιθέσεων που καταγράφονται από την αστυνομία ποικίλλει σημαντικά σε ολόκληρη την ΕΕ, ακόμη και σε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού. Οι διαφορετικοί νόμοι, το ποσοστό αναφοράς και οι πρακτικές καταγραφής επηρεάζουν τη σύγκριση μεταξύ των χωρών. Για παράδειγμα, εκτός από τη σοβαρή επίθεση, ορισμένα εθνικά στοιχεία περιλαμβάνουν ήσσονος σημασίας επίθεση, θανατηφόρα επίθεση (ανθρωποκτονία, δολοφονία, κ.λπ.) ή σεξουαλική επίθεση (η οποία συνήθως υπολογίζεται ξεχωριστά).

Στην ΕΕ σημειώθηκαν περίπου 528.000 κλοπές αυτοκινήτων που καταγράφηκαν από την αστυνομία το 2018, μείωση περίπου 40 % σε σύγκριση με το 2008. Ωστόσο, σημειώνεται ότι λείπουν ορισμένα στοιχεία: Γαλλία (2017-2018), Κύπρος (2018) και Ουγγαρία (2016-2018). Σημειώθηκε πτωτική τάση στην ΕΕ συνολικά την 2008-2018. Αντίθετα, η Ιρλανδία και η Κροατία είχαν αύξηση 8 % στις κλοπές αυτοκινήτων που καταγράφηκαν από την αστυνομία μεταξύ του 2017 και του 2018.

Για τις κλοπές αυτοκινήτων που καταγράφηκαν από την αστυνομία ανά 100 000 κατοίκους, τα στοιχεία (μέσος όρος 2016-2018) ήταν υψηλότερα στην Ελλάδα (260,6), την Ιταλία (244,2), τη Γαλλία (241,9), τη Σουηδία (237,3) και τις Κάτω Χώρες (169,3). Τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ παρατηρήθηκαν στη Σλοβακία (27,8), την Εσθονία (25,1), την Κροατία (21,4), τη Ρουμανία (10,8) και τη Δανία (4,0). Μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), η Ελβετία είχε τον υψηλότερο αριθμό, 80,5 κλοπές αυτοκινήτων ανά 100 000 κατοίκους.

Ο όρος «κλοπή αυτοκινήτου» περιλαμβάνει κλοπή μοτοσικλετών, επιβατικών αυτοκινήτων, λεωφορείων, πούλμαν, φορτηγών, φορτηγών, μπουλντόζων κ.λπ., αλλά οι πρακτικές αναφοράς και καταγραφής ποικίλλουν και επηρεάζουν τη σύγκριση μεταξύ χωρών και ετών.

Πιο αναλυτικά στοιχεία και ανά χώρα

https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Crime_statistics#Robberies_down_by_34.C2.A0.25_between_2012_and_2018

 Σύμφωνα με την Έκθεση της Εθνικής Έρευνας Θυματοποίησης Εγκλήματος/National Crime Victimization Survey (NCVS) στις ΗΠΑ:

Συμπερασματικά, τα βίαια εγκλήματα προβληματίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες με τη σοβαρότητα των επιπτώσεών τους τόσο για τα θύματα που επέζησαν της εγκληματικής πράξης όσο και για το στενό και ευρύτερο περιβάλλον τους. Η ενίσχυση της πρόληψης και η εκπαίδευση είναι αναγκαία στοιχεία στα οποία και τα ΜΜΕ πρέπει να δώσουν βαρύτητα.

«Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σε βλάψει»: αυτό είναι το ηχηρό μας μήνυμα και καταδικάζουμε κάθε άμεση ή έμμεση προσπάθεια επίρριψης ευθυνών στα θύματα εγκληματικών ενεργειών είτε μέσω της δημοσιογραφικής κάλυψης της υπόθεσης είτε από χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

 της Αγγελικής Καρδάρα

https://www.postmodern.gr