Γιατί παραιτήθηκε ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος από το ΔΣ της Ένωσης Δικαστών Εισαγγελέων



Ένα πρόσωπο που έπαιξε κομβικό ρόλο τα τελευταία 20 χρόνια στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων , ο πρόεδρος Εφετών Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, υπέβαλλε την παραίτηση του από το ΔΣ της Ένωσης  στο οποίο εξελέγη πριν από λίγες μέρες.

Η σαρωτική επικράτηση της ομάδας του νυν προέδρου Χρ. Σεβαστίδη (τον οποίο στήριξε σε δυο προηγούμενες θητείες η ομάδα του κ. Λυμπερόπουλου, όπως και του Νικ. Σαλάτα που δεν εξελέγη) οδήγησε σε αυτή την απόφαση δεδομένων και όσων προηγήθηκαν. Της μετωπικής σύγκρουσης δηλαδή με τον κ.Σεβαστίδη και  κυρίως με όσα δημόσια λέχθηκαν με οξείς χαρακτηρισμούς και εκφράσεις που – πολλές φορές- δεν συνάδουν με τη θεσμική ιδιότητα του δικαστή.

Άλλωστε ο ίδιος  ο κ.Λυμπερόπουλος , περιγράφοντας το εκλογικό αποτέλεσμα αναφέρει ότι «….αναμετρήθηκαν χωρίς προκαλύμματα και «διπλωματικές» ερμηνείες η θεσμική διαχείριση των κοινών υποθέσεων με σεβασμό στις αρχές της Δημοκρατίας και του Συντάγματος με το σχέδιο της μετατροπής με κάθε μέσο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σε ελεγχόμενο όργανο άσκησης πολιτικής με την διαμόρφωση υπαλληλικής νοοτροπίας και την επιδίωξη σκοπιμοτήτων».

Όπως αναφέρει επίσης «…..στην πορεία μου αυτή έκανα λάθη τακτικής και ευτυχώς για μένα όχι δικαστικής δεοντολογίας. Παρείχα την εμπιστοσύνη μου, εκεί που τελικώς δεν έπρεπε, υπερεκτίμησα την δυνατότητα μου να αποτρέψω δυσάρεστες εξελίξεις «συμμετέχοντας»  και όχι από την ασφάλεια της απόστασης και έδωσα περισσότερες ευκαιρίες από όσες έπρεπε στη συναίνεση.  Έλαβα αποφάσεις, που στο χρόνο και στο χώρο πίστεψα ότι ήταν ορθές και αποδέχομαι την κριτική γι αυτές, έστω και αν μοιραία στηρίζεται στην εκ των υστέρων πρόβλεψη».

Η επιστολή

Ολόκληρη η επιστολή παραίτησης έχει ως εξής:

«Το αποτέλεσμα των εκλογών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων οδηγεί σε διαπιστώσεις, που με ρεαλισμό  πρέπει να αντιμετωπίζονται και να οδηγούν στις αναγκαίες αποφάσεις.

Στόχος μου στα είκοσι χρόνια πορείας στην Ένωση ήταν να δώσω στη δράση της το απαραίτητο για μένα στίγμα του Δικαστικού Λειτουργού, του τοποτηρητή του Κράτους Δικαίου. Σε αυτή τη μάχη, που δεν ήταν εύκολη, συμμετείχα χωρίς να υπολογίζω το προσωπικό κόστος και χωρίς να περιμένω ανταποδοτικό όφελος. Άλλωστε, είναι γνωστό, ότι πολλές φορές, στα είκοσι αυτά χρόνια, έκανα πίσω για να υπηρετήσω με τη συμμετοχή μου βασικές αρχές, κοινές ιδέες και υπέρτερες ανάγκες. Δεν δέχθηκα να εμπλακώ σε λογικές «συναλλαγών», όταν εμφανίστηκαν τέτοιες σειρήνες, δεν δέχθηκα να στρογγυλέψω τις γωνίες, όταν έπρεπε να υπερασπιστώ τον αξιακό μου κόσμο και τη συνείδηση μου και υπηρέτησα αλήθειες, γιατί πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι μόνον με αυτές μπορεί ένας Δικαστής να αντέξει διαχρονικά στο δημόσιο διάλογο. Στην πορεία μου αυτή έκανα λάθη τακτικής και ευτυχώς για μένα όχι δικαστικής δεοντολογίας. Παρείχα την εμπιστοσύνη μου, εκεί που τελικώς δεν έπρεπε, υπερεκτίμησα την δυνατότητα μου να αποτρέψω δυσάρεστες εξελίξεις «συμμετέχοντας»  και όχι από την ασφάλεια της απόστασης και έδωσα περισσότερες ευκαιρίες από όσες έπρεπε στη συναίνεση.  Έλαβα αποφάσεις, που στο χρόνο και στο χώρο πίστεψα ότι ήταν ορθές και αποδέχομαι την κριτική γι αυτές, έστω και αν μοιραία στηρίζεται στην εκ των υστέρων πρόβλεψη.

Στις εκλογές της Ένωσης το 2020 τέθηκε προς κάθε κατεύθυνση και επίπεδο του δημόσιου λόγου και βίου η σύγκρουση των δύο κοσμοθεωριών, που διαμορφώθηκαν σταδιακά σαν τάσεις μέσα στο Δικαστικό Σώμα. Έτσι αναμετρήθηκαν χωρίς προκαλύμματα και «διπλωματικές» ερμηνείες η θεσμική διαχείριση των κοινών υποθέσεων με σεβασμό στις αρχές της Δημοκρατίας και του Συντάγματος με το σχέδιο της μετατροπής με κάθε μέσο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σε ελεγχόμενο όργανο άσκησης πολιτικής με την διαμόρφωση υπαλληλικής νοοτροπίας και την επιδίωξη σκοπιμοτήτων.

Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης είναι πλέον γνωστό και σαφές. Οι Δικαστές και Εισαγγελείς με τη ψήφο τους (και την ενσυνείδητη απουσία τους ορισμένοι) δημοκρατικά έκαναν την επιλογή τους και αυτή είναι σεβαστή. Θα αξιολογηθεί στο μέλλον από τους ίδιους και είναι βέβαιο, ότι πολύ σύντομα θα δοθούν αφορμές γι αυτό. Θα αξιολογηθούν, επίσης, οι εμφανείς ή αφανείς παράγοντες, που το συνδιαμόρφωσαν και ήταν καθοριστικοί. Η δική μου ευθύνη στην διαμόρφωση αυτού του αποτελέσματος εντοπίζεται στο ότι δεν μπόρεσα να πείσω, ότι η αποστολή της ΕνΔΕ στα καθ΄ αυτήν και στο χώρο της Δικαιοσύνης είναι η θεσμική λειτουργία και όχι ο λαϊκισμός της διεκδίκησης της «συνδικαλιστικής» ή συνδικαλιστικής δικαστικής ψήφου με όρους πολιτικής αρένας και σκοπιμοτήτων. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι το οικοδόμημα μιας σύγχρονης Δικαιοσύνης πρέπει να χτιστεί από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα για να χτιστεί θεσμικά. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι το μέλλον μας δεν μπορεί να είναι η στείρα άρνηση κάθε εκσυγχρονισμού και προόδου του Κράτους Δικαίου. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι ο συντηρητισμός, οι φοβικές ή ιδεοληπτικές θέσεις και η αναπαραγωγή του ίδιου αποτελούν την αιτία της παρακμής των Θεσμών.

Με τις σκέψεις αυτές καταλήγω στην δύσκολη, αλλά αναγκαία απόφαση να παραιτηθώ από τη θέση του μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, όπου πριν λίγες ημέρες εξελέγην. Στο νέο κύκλο, πού μόλις άνοιξε, πρέπει να δοθεί, αμέσως, η ευκαιρία στους νεότερους συνεργάτες μου, να πρωταγωνιστήσουν στη μάχη γι αυτά που έρχονται και δεν πρέπει να συμβούν.  Θεωρώ ότι με την πράξη μου αυτή δίνεται η ευκαιρία και η δυναμική στον Δημήτρη Φούκα και στην Ελευθερία Κώνστα μέσα από το ΔΣ της Ένωσης και στα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας, που τους πλαισιώνουν, όλοι τους άξιοι Δικαστές και επιστήμονες, να σχεδιάσουν και να χαράξουν την πορεία-αντίβαρο στο λαϊκισμό, στην υπαλληλοποίηση, στην άρνηση του εκσυγχρονισμού, στην απόρριψη της ιδέας του Δικαστή, όπως το Σύνταγμα και το Κράτους Δικαίου ορίζει. Το πρόγραμμα, που συντάξαμε και θέσαμε στην κρίση των συναδέλφων, θα είναι ο δικός τους οδικός χάρτης και η αφετηρία για την Δικαιοσύνη του αύριο και τον ρόλο, που πρέπει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να διαδραματίσει .

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω όλους τους Συναδέλφους, που με στήριξαν στην πορεία μου αυτή, όταν ξεκίνησε το μακρινό 2000, καθώς και αυτούς, που στάθηκαν απέναντι μου με ήθος και πολιτισμό, γιατί μέσα από την άμιλλα έγινα πλουσιότερος σε εμπειρία και σοφότερος. Θέλω, επίσης, να ευχαριστήσω και εκείνους, που χωρίς κανένα ανασταλτικό με κτύπησαν, γιατί εξ αιτίας μου αναγκάστηκαν να αποκαλυφθούν και με έκαναν ανθεκτικότερο για τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Εύχομαι στην Ένωση να επικρατήσει η Δημοκρατία, η Ενότητα και το Δικαστικό Ήθος.

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Πρόεδρος Εφετών»