Η εθελοντική προσφορά μέσα από τις δράσεις αιμοδοσίας απέναντι σε στερεότυπα του παρελθόντος


Ο εθελοντισμός ως όρος εντοπίζεται πρώτη φορά στην Αρχαία Ελληνική μυθολογία, με τον Προμηθέα να εμφανίζεται ως ο πρώτος εθελοντής στην ιστορία κλέβοντας τη φωτιά από τους θεούς και χαρίζοντας την στην ανθρωπότητα σύμφωνα με τον Έλληνα τραγικό ποιητή Αισχύλο. Ωστόσο με το πέρασμα των χρόνων τροποποιήθηκε αρκετές φορές, για να έχει την σημερινή του ιδιοσυστασία.

      Σήμερα ο εθελοντισμός μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε δύο βασικές κατηγορίες, τον επίσημο και τον ανεπίσημο. Ως επίσημος χαρακτηρίζεται αυτός, όπου, η ανιδιοτελής προσφορά στρέφεται προς Μη Κυβερνητική/ες Οργάνωση/εις ή ένα ίδρυμα και κατ’ επέκταση μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε περιβαλλοντικό, ανθρωπιστικό, κοινωνικό και ψυχαγωγικό. Ως ανεπίσημος χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε ανιδιοτελής προσφορά σε ατομικό επίπεδο και χωρίς την εμπλοκή επίσημου φορέα. Η ανάγκη για εθελοντική προσφορά δεν δημιουργείται τυχαία, αλλά λόγω ανεπίλυτων κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων τα οποία δεν είχε τη δυνατότητα να επιλύσει ο εκάστοτε κρατικός μηχανισμός. Έτσι οι δυσαρεστημένοι πολίτες παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους, προκειμένου να λυθούν κρίσιμα ζητήματα που ταλανίζουν την καθημερινότητα τους. Με βάση αυτή την ανάγκη οι εθελοντικές δράσεις είτε εντός ΜΚΟ είτε εκτός, στοχεύουν στη διατήρηση κοινωνικής συνοχής και στην ενεργοποίηση του πολίτη.

      Ο ενεργός εθελοντής φαίνεται πως κατέχει μόνο όφελος από την ανιδιοτελή του προσφορά στον ελεύθερο χρόνο του ως προς την ψυχική του υγεία και την κοινωνική του ζωή σύμφωνα την έρευνα των Mojza, Lorenz, Sonnentag & Binnewies (2010). Η προαναφερόμενη έρευνα έδειξε πως οι ενεργοί εθελοντές, διαχειρίζονται καλύτερα τα επίπεδα stress στην καθημερινή τους ζωή, είναι περισσότερο υπομονετικοί και συνεργάσιμοι σε σχέση με μη εθελοντές ως προς τα εργασιακά τους καθήκοντα και πιέσεις. Βασικό ερώτημα βέβαια που γεννάται είναι αν η πράξη του καθ΄ αυτού εθελοντισμού οδηγεί στις προαναφερόμενες θετικές ψυχολογικές αντιδράσεις, κάτι που φαντάζει δύσκολο να απαντηθεί δογματικά, όμως οι ερευνητές επιβεβαιώνουν την εγγενής θετική επίδραση στον συνειδητοποιημένο εθελοντή. Παράλληλα σύμφωνα με την έρευνα της Moliner (2012) του Πανεπιστημίου του Harvard φαίνεται πως το διάνυσμα του χρόνου κατά το οποίο ασκείται ο εθελοντισμός, προκαλεί στον εθελοντή την αίσθηση ότι κατέχει περισσότερο προσωπικό χρόνο.

    Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, τα τελευταία χρόνια διεξάγονται αυξανόμενες δράσεις εθελοντικής αιμοδοσίας από τους συνδικαλιστικούς φορείς του σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας όπου καλείται το προσωπικό και τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων να λάβουν μέρος, διότι προφανώς και ο κρατικός μηχανισμός δεν έχει επιλύσει την ανεπάρκεια της τράπεζας αίματος για το Αστυνομικό Προσωπικό, το προσωπικό που λόγω της φύσεως του επαγγέλματος του, παγκοσμίως ορίζεται ως κλάδος εργασίας αυξημένης επικινδυνότητας. Πρωτίστως οι αστυνομικοί της πρώτης γραμμής αλλά και δευτερευόντως όσοι καλύπτουν επιτελικές υπηρεσιακές θέσεις φαίνεται πως έχουν σημαντικές υγειονομικές ανάγκες και ζητούν να γίνουν λήπτες αίματος από τις τράπεζες που ανήκουν στους συνδικαλιστικούς φορείς ανά την Ελλάδα. Αυτές τις ανάγκες καλύπτουν εθελοντικά κάθε χρόνο σε τακτά χρονικά διαστήματα όσα μέλη επιθυμούν, με την παροχή 450 ml αίματος μέχρι 4 φορές το έτος και εφόσον κριθούν υγιείς.

     Σε αυτό το σημείο συναντάται όμως η στερεοτυπική αντιμετώπιση της εθελοντικής αιμοδοσίας συνήθως από τις διοικήσεις και ορισμένες φορές από το προσωπικό που είτε δεν είναι μέλη των συνδικαλιστικών φορέων, είτε δεν είναι γνώστες των αιτιών και του σκοπού της εθελοντικής αιμοδοσίας, καθώς επίσης είτε βρίσκονται σε δυσμενή υπηρεσιακή θέση που απαιτεί αρκετούς πόρους ώστε να ανταπεξέλθουν στο έργο τους και αισθάνονται ότι με την εθελοντική αιμοδοτική δράση ενός αστυνομικού της ίδιας υπηρεσίας με αυτούς θα γίνει ακόμη δυσκολότερο το έργο της υπηρεσίας, λόγω της βραχείας απουσίας του. Ως προς τις διοικήσεις, αν και μεμονωμένα, υπάρχουν ακόμη φαινόμενα που δεν δίνουν τη συγκατάθεση τους στο προσωπικό να ασκήσει το εθελοντικό του δικαίωμα επικαλούμενοι “υπηρεσιακούς λόγους και υπηρεσιακές ανάγκες”, έναν όρο που δυστυχώς έχει σπιλωθεί πολύ ως προς την πραγματική του έννοια βρισκόμενος υπό τα δεσμά του στερεότυπου πως ο Αστυνομικός δίνει αίμα για να μην εργαστεί, για να πάρει 2 ή 4 ημέρες άδεια απουσίας πέραν των ημερών εργασιακής άδειας που δικαιούται κατ’ έτος. Δυστυχώς όμως αυτές οι διοικήσεις και οι λοιποί που δεν εκτελούν διοικητική υπηρεσία, ορισμένες φορές αιτήθηκαν φιάλες αίματος από τις τράπεζες των φορέων, χωρίς να σέβονται, να αποδέχονται, να ασπάζονται αλλά και χωρίς να συνεισφέρουν έμμεσα ή άμεσα στην αιμοδοτική δράση.

      Η άμεση αιμοδοτική συνεισφορά θα μπορούσε να είναι η ίδια τους η συμμετοχή, δίνοντας το παράδειγμα και δείχνοντας πως αν ο κρατικός μηχανισμός αδυνατεί, τότε το προσωπικό, ενωμένο και αλληλέγγυο μπορεί να ικανοποιήσει μία τόσο σημαντική ανάγκη, για τον Αστυνομικό που τραυματίζεται στην πρώτη γραμμή, αλλά και για αυτόν που υπηρετεί σε μία επιτελική θέση καθώς και για τις οικογένειες τους. Η έμμεση αιμοδοτική συνεισφορά αφορά την έγκριση του αιτήματος για αιμοδοσία του εκάστοτε Αστυνομικού, ακόμη και αν για προσωπικούς λόγους η εκάστοτε διοίκηση αδυνατεί ή δεν επιθυμεί η ίδια να θέσει τον εαυτό της στο καθεστώς της συγκεκριμένης συνεισφοράς. Σαφώς και θα υπάρξουν φαινόμενα που αστυνομικοί καπηλεύονται την αδειοδότηση 4 ημερών με βάση την γενικότερη εικόνα τους ως προς την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους σε καθημερινή βάση. Αυτοί όμως σίγουρα δεν αποτελούν παράδειγμα εικόνας του σύγχρονου δραστικού αστυνομικού ως προς το ανθρωπιστικό και κοινωνικό του στοιχείο, ένα “two – fold” στοιχείο που δυστυχώς πολλές φορές δέχτηκε ακραία επίθεση στα μέσα ενημέρωσης.

    Κρίνεται λοιπόν επιτακτική ανάγκη ο σαφής διαχωρισμός του συνειδητού εθελοντή με τον καπηλευτή και αν αυτό δεν είναι εφικτό, η αποδοχή των αιτημάτων για εθελοντική συμμετοχή στις αιμοδοσίες με γνώμονα το πιο βασικό κριτήριο της ανθρωπότητας, την σωτηρία μιας ανθρώπινης ζωής. Διότι ακόμη και ο καπηλευτής, εν αγνοία του σώζει στη προκειμένη περίπτωση. Όσο για τις υπηρεσιακές ανάγκες, σίγουρα είναι υποδεέστερες και δευτερεύουσες μπροστά στον Αστυνομικό που χαροπαλεύει. Ουκ ολίγες φορές έχει χαροπαλέψει και τελικά έχασε. Ουκ ολίγες φορές όμως είχε ανάγκη από αίμα για να κρατηθεί στη ζωή και τελικά του χορηγήθηκε γιατί είτε ο καπηλευτής είτε ο συνειδητός εθελοντής του το πρόσφεραν. Και σε αυτό συνεισέφερε και ο δότης αλλά και η εκάστοτε διοίκηση που έδωσε την έγκριση της. Μπορεί λοιπόν κανείς να ξεπεράσει την στερεοτυπική αντιμετώπιση της εθελοντικής αιμοδοσίας γιατί αύριο μπορεί να είναι αυτός-η που θα βρεθεί στην κρίσιμη – δυσμενή θέση ανάγκης  χορήγησης αίματος; Είναι σε θέση να το διανοηθεί; Έτσι θα είμαστε όλοι νικητές.

Του Χατζησυμεωνίδη Σταύρου

Απόσπασμα από την εφημερίδα της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών «Σύγχρονη Αστυνομία»