Μάτι: Οργή και πόνος μαζί δυο χρόνια μετά την καταστροφή

Δύο χρόνια από τη συμφορά στο Μάτι, τη θλίψη για τον χαμό του γιου της και της φίλης της, μπροστά στα μάτια της, συνοδεύει πλέον η οργή και η αγανάκτηση. Τα ηχητικά, οι διάλογοι που
είδαν την περασμένη Κυριακή το φως της δημοσιότητας, ήταν για την Αθηνά Μουτάφη η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Σιγουρεύτηκε πια και τυπικά, όπως λέει, πως κάποιοι, πολλοί, όχι ένας, τη μέρα εκείνη δεν έκαναν τίποτα απ’ όσα θα έπρεπε να είχαν φροντίσει, με τραγικό απολογισμό τους 102 νεκρούς, τους δεκάδες εγκαυματίες, τα πάνω από 3.000 κατεστραμμένα ολικώς ή μερικώς κτίσματα, τα 14.000 στρέμματα καμένης γης και τόσα άλλα που χάθηκαν στα αποκαΐδια​.
Στα 52 της σήμερα, η κ. Μουτάφη είχε βρεθεί το μοιραίο απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 στο Μάτι, για να επισκεφθεί, μαζί με τα παιδιά της, τον 25χρονο Βίκτωρα και την 23χρονη τότε Βάσια, την οικογενειακή φίλη τους, την 72χρονη Αιμιλία Ανδρουλιδάκη, στη μονοκατοικία της, στην Αργυρά Ακτή.
Με το που αντιλήφθηκαν τις πρώτες σκηνές πανικού στην περιοχή λόγω της πυρκαγιάς, έσπευσαν άρον άρον να απομακρυνθούν, μπήκαν στο αυτοκίνητο. «Έτσι και αργούσαμε έστω πέντε λεπτά, θα καιγόμασταν ζωντανοί. Φωτιά ακόμα δεν βλέπαμε, όλα ήταν μες στην κάπνα την ώρα εκείνη…» ανατρέχει σήμερα.
Στον κεντρικό δρόμο της περιοχής, στην Περικλέους, γινόταν «χαμός από αυτοκίνητα και μηχανάκια». Λίγο πιο κάτω, στην παραλιακή οδό του Ματιού, οι τέσσερίς τους μπλοκαρίστηκαν από τον συνωστισμό των οχημάτων, των πεζών που επίσης αναζητούσαν πανικόβλητοι διαφυγή. Κατ’ ανάγκη, παράτησαν επιτόπου το όχημά τους και κατευθύνθηκαν με τα πόδια προς τη θάλασσα, το μοναδικό πλησιέστερο προσβάσιμο σημείο, που φάνταζε «ασφαλές». «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν δεν πηγαίναμε εκεί, θα καιγόμασταν όλοι μες στ’ αμάξι σε πέντε λεπτά, έτσι κάηκαν πολλοί άλλοι, όπως μάθαμε...» λέει τώρα. Θέλοντας και μη, στις 6:20 το απόγευμα, μπήκαν όλοι τους στο νερό. Εκεί, δηλαδή, που έμελε να αποδειχθεί τελικά παγίδα…
«Ο γιος μου, ο Βίκτωρας Μίχας, "χάθηκε" μετά από περίπου δυόμισι-τρεις ώρες. Η φίλη μου, η Αιμιλία, είχε "φύγει" πρώτη, δεν είχε οξυγόνο… Έφυγε τόσο απελπισμένο και τρομαγμένο το παιδί μου… Δεν πνίγηκε, μπάνιο ήξερε. Έπαθε ανακοπή, από την ένταση, τον πανικό, την υπερπροσπάθεια. Από το άγχος του, να σώσει εμάς τις τρεις γυναίκες που ήμασταν μαζί του μες στη θάλασσα. Ήταν υπεύθυνο παιδί και προφανώς εκείνη την ώρα το βάρος της ευθύνης αυτής τον λύγισε…» περιγράφει στο naftemporiki.gr η κ. Μουτάφη, που βρίσκει πρώτη φορά το κουράγιο να εξιστορήσει όσα «τραγικά, απίστευτα κι εξοργιστικά» βίωσε τον Ιούλιο του 2018, όσα σημαδεύουν έκτοτε ανεξίτηλα τη ζωή της, και της κόρης της.
Το σοκ από τη στιγμή που μάνα και κόρη αντιλήφθηκαν τον χαμό του Βίκτωρα ήταν δεδομένο, μεγάλο. «"Δεν τον αφήνω, δεν τον αφήνω, τον κρατάω...", μου έλεγε η κόρη μου. "Μην τον κοιτάς…" της έλεγα. Αναγκαστικά, ενώ δεν τον είχα χάσει στιγμή μέχρι τότε από τα μάτια μου, έπρεπε να τον αφήσω. Να φύγω, για να σώσω τουλάχιστον το άλλο μου παιδί. Ήταν δώρον άδωρον. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, θα έχανα και τη Βάσια… Κολυμπούσαμε μαζί, την ενθάρρυνα συνέχεια. Ήταν πάρα πολύ φοβισμένη... Είχαμε κουραστεί, η μία ανησυχούσε μη χαθεί η άλλη. Συνέχεια την παρακαλούσα "μη μ’ αφήσεις"... Κρυώναμε, σχεδόν ένα ολόκληρο εξάωρο μέσα στο νερό...» θυμάται.
Καταμεσής της θάλασσας, με μηδενική ορατότητα λόγω καπνού και σκότους, οι δυο γυναίκες άκουσαν ξαφνικά φωνές. «"Εδώ, εδώ, εδώ, εδώ…" ακούσαμε και διαπιστώσαμε πως λίγο πιο πέρα ήταν κι άλλοι στο νερό, ένας κύριος, ο Νίκος Σταυριανίδης, και τέσσερα κορίτσια. Όλοι μαζί έκτοτε κολυμπήσαμε, για πάρα πολύ ακόμα. Το κύμα έφερνε πάνω μας δύο άλλες γυναίκες που είχαν πνιγεί... Κι αυτός - ο μοναδικός άνδρας την ώρα εκείνη - τις έδιωχνε πιο μακριά μας, να μη σοκαριστούμε εμείς περισσότερο!» αφηγείται η κ. Μουτάφη.
«Αργότερα, συναντηθήκαμε στο νερό και με μια άλλη κοπέλα, τη Σουμέλα, γίναμε όλη μια παρέα. Ο κ. Νίκος μας καθοδηγούσε, «από δω, από κει…». Ούτε ξέραμε πού ήμασταν μεσοπέλαγα, είχαμε χάσει τον προσανατολισμό μας - προφανώς είχαμε απομακρυνθεί πολύ. Βλέπαμε, πάντως, τα αεροπλάνα, να πηγαίνουν στο "Ελευθέριος Βενιζέλος". Από στεριά, ωστόσο, τίποτα, το απόλυτο σκοτάδι. Μόνο πολύ αργότερα, μετά από ώρες, που ψιλοκαθάρισε η μαυρίλα, είδαμε από μακριά κάποια φώτα... Δεν περίμενα ότι θα μας άφηναν τόσες ώρες μες στη θάλασσα. Λέω δίπλα στην ακτή είμαστε, κάποιο καΐκι ή καράβι θα περάσει. Αργά το βράδυ μάς βρήκε - ούτε και σήμερα ξέρω πού ακριβώς ήμασταν - ένα μεγάλο ψαροκάικο, με Αιγύπτιους ψαράδες. Αυτοί μας έβγαλαν τα μεσάνυχτα στη Ραφήνα...» λέει η 52χρονη.
«Νομίζω με έσωσε το ένστικτο της επιβίωσης» απαντά για το τί τελικά αποδείχθηκε καθοριστικό ώστε μάνα και κόρη να σωθούν. «Αν ήμουν μόνο με τον γιο και τον έχανα, θα το παράταγα. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βγω ζωντανή έξω μετά τον χαμό του. Είχα, όμως, μαζί την κόρη μου, έπρεπε να κρατηθώ, να τη σώσω! Ουσιαστικά, η μία βοήθησε την άλλη, με τον τρόπο της. Έβλεπα ότι η Βάσια κάνει προσπάθεια να μη μου το δείξει πόσο τρομαγμένη ήταν, αλλά εγώ ως μάνα το καταλάβαινα. Κι εγώ, όμως, να της κρύψω τον δικό μου φόβο και πανικό προσπαθούσα...» μπορεί να πει τώρα... 
Ήταν παντελώς ανύπαρκτοι, να λογοδοτήσουν...
Φέτος, η σημερινή «μαύρη» επέτειος έχει, όπως λέει, διαφορά, συγκριτικά με την περσινή, την πρώτη. «Όσο περνάει ο καιρός, το συνειδητοποιείς περισσότερο, η απώλεια και η απουσία είναι πιο έντονη. Κι όλα αυτά που εξελίχθηκαν τις τελευταίες ημέρες με τα ηχητικά ντοκουμέντα, έχουν κάνει την κατάστασή μου δραματική. Όχι απλά ξαναβγήκαν όλα τα άσχημα στην επιφάνεια, αλλά είναι και ακόμα πιο έντονα, γιατί βλέπεις τι παιχνίδια παίχτηκαν...» τονίζει η κ. Μουτάφη.
Το κυρίαρχο συναίσθημα που τη διακατέχει μετά το άκουσμα των διαλόγων Ματθαιόπουλου-Λιότσιου δεν είναι μόνον ο πόνος, εξηγεί. «Έχω πολύ θυμό, πάρα πολλή οργή κι αγανάκτηση, νιώθω ότι με αδειάσανε. Τα έχω με όλους, γιατί όλο αυτό είναι αλυσιδωτό, το ένα έφερε το άλλο. Εγώ βασικά τα έχω με το λιμενικό, γιατί το παιδί μου έφυγε μες τη θάλασσα, κι εγώ με την κόρη μου ταλαιπωρηθήκαμε εκεί. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί ότι για να αναγκαστούμε να φθάσουμε στη θάλασσα, σίγουρα κάτι, πολλά, δεν δούλεψαν σωστά πιο πάνω - αν ήταν πχ ανοιχτός ο δρόμος όταν ξεκινήσαμε, θα είχαμε φύγει για Ραφήνα. Τώρα απλά από την Κυριακή σιγουρευτήκαμε, ότι κάποιοι έχουν ποινικές ευθύνες. Ε, τι άλλο να δεις πια, - το πιστόλι στον κρόταφο; - για να πεις ότι κάποιοι είναι ένοχοι;» διερωτάται.
Και η ίδια, όπως και οι λοιποί συγγενείς θυμάτων και πυρόπληκτοι, ζητούν δικαίωση. Να λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη οι υπεύθυνοι, «ο καθένας για το δικό του μερίδιο ευθύνης, για την ανεπάρκειά τους στη διαχείριση της κατάστασης». Ήδη η 52χρονη ξενοδοχοϋπάλληλος έχει κινηθεί νομικά κατά παντός υπευθύνου. «Με ενδιαφέρει-περιμένω να τιμωρηθούν οπωσδήποτε όλοι αυτοί που δεν έκαναν τίποτα, μα τίποτα, ήταν παντελώς ανύπαρκτοι. Σκεφτόμουν ότι ήθελα να πάθουν ό,τι έπαθε το παιδί μου, να βασανιστούν όπως και αυτό, η ψυχή μου αυτό ήθελε... Αλλά επειδή ξέρω πως αυτό δεν γίνεται, θέλω να πληρώσουν αλλιώς: να μπουν φυλακή, να τους αφαιρεθεί κάθε αξίωμα...» αναφέρει.
Μετά την περιπέτεια αυτή που τους βρήκε με οδυνηρό τρόπο, μάνα και κόρη προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. «Μόνο άλλαξε η ζωή μας; Μου λείπει αφάνταστα το παιδί μου. Μου φαίνεται ακόμα αδιανόητο αυτό που έχει συμβεί, ότι βρέθηκα τυχαία στη χειρότερη καταστροφή της Αττικής, ότι έφυγε κατ’ αυτόν τον τρόπο το παιδί μου από τη ζωή. Είναι ασύλληπτο όλο αυτό που έγινε… Το μόνο που μου δίνει κουράγιο είναι η κόρη μου… Το παλεύει και αυτή, προσπαθεί όσο μπορεί να μη μου το δείχνει...» λέει η Αθηνά Μουτάφη.


του Πέτρου Στεφανή