Ο «ακροδεξιός βομβιστής», η «Νεράιδα» και το κύκλωμα

Στα ίχνη ενός παλιού γνώριμου των διωκτικών αρχών, με εμπλοκή στη δράση ακροδεξιών βομβιστών και διασυνδέσεις με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της νύχτας, οδήγησε
έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος για την εξάρθρωση κυκλώματος δουλεμπόρων. 

Αρχηγός του κυκλώματος περιγράφεται από την ΕΛ.ΑΣ. 60χρονος, που τον Ιανουάριο του 1995 είχε κατηγορηθεί από την Αντιτρομοκρατική ως ο ένας από τους τρεις άνδρες που επισκέπτονταν τη «γιάφκα του Κουκακίου». Σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα στην οδό Φαλήρου στο Κουκάκι, οι αστυνομικοί είχαν βρει πιστόλια, σφαίρες, χειροβομβίδες και 8 βόμβες. Τον χώρο είχε νοικιάσει ο Νίκος Παναγόπουλος, που στα δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου αναφέρεται ως «ακροδεξιός βομβιστής». Αποτυπώματα του 60χρονου –φερόμενου, σήμερα, ως αρχηγού του δουλεμπορικού κυκλώματος– είχαν βρεθεί στη γιάφκα. 

Δεν ήταν η μόνη πολύκροτη υπόθεση στην οποία είχε εμπλοκή. Τρία χρόνια πριν από τη σύλληψή του από την Αντιτρομοκρατική, τον Ιούνιο του 1992, είχε κατηγορηθεί μαζί με έναν από τους «νονούς» της παραλιακής, τον Βασίλη Δαναλάτο, για δύο ανθρωποκτονίες, ένοπλες ληστείες, εκβιασμούς καταστηματαρχών.

Ανάμεσα σε εκείνους που είχε προσπαθήσει να εξαπατήσει μαζί με τον Δαναλάτο ήταν ο ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου «Νεράιδα» Στιβ Κακέτσης, στην προσωπική ασφάλεια του οποίου εργαζόταν. Του είχαν ζητήσει 20 εκατ. δραχμές προκειμένου να διεισδύσουν σε μια ανύπαρκτη τρομοκρατική οργάνωση που δήθεν βρισκόταν πίσω από την ένοπλη επίθεση κατά του Νίκου Κακέτση, συγγενή του Στιβ και διαχειριστή της «Νεράιδας». 

Η έρευνα για τη δράση του κυκλώματος διακινητών ξεκίνησε τον Μάρτιο. Αφορμή στάθηκε ο κατάπλους, εν μέσω καραντίνας, ενός ιστιοπλοϊκού στο λιμάνι των Αγίων Αποστόλων, στην Εύβοια. Στο σκάφος επέβαινε Ουκρανός ναυτικός, σεσημασμένος για υποθέσεις λαθροδιακίνησης, ένας 40χρονος Τούρκος και μία 23χρονη γυναίκα από την Ιορδανία. Οι κινήσεις τους δεν πέρασαν απαρατήρητες από τα στελέχη του Λιμεναρχείου Κύμης, που λίγο μετά την επιβίβαση των τριών σε ταξί προχώρησαν στη σύλληψή τους, με πρόσχημα ότι «εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος χωρίς να υποβληθούν στους προβλεπόμενους ελέγχους». 

Το «Fortunate», όπως είναι το όνομα του σκάφους, παρέμενε δεμένο στην Κύμη μέχρι τη 2α Ιουλίου. Το πρωί εκείνης της ημέρας ο 60χρονος Ελληνας με το βαρύ ποινικό παρελθόν τηλεφώνησε στο Λιμεναρχείο και, αφού δήλωσε ψεύτικο όνομα (χρησιμοποίησε όμως το δικό του κινητό τηλέφωνο), ζήτησε να πληρώσει τα τέλη ώστε να επιτραπεί ο απόπλους του σκάφους. Πράγματι, το βράδυ της ίδιας ημέρας το ιστιοπλοϊκό σήκωσε άγκυρα για Πειραιά.

Το σκάφος κατέπλευσε στις 4 Ιουλίου στη μαρίνα Ζέας και τη συνέχεια της έρευνας ανέλαβε η ΕΛ.ΑΣ. και συγκεκριμένα η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος. Μυστικοί αστυνομικοί της υπηρεσίας κατέγραφαν τα πρόσωπα που ανεβοκατέβαιναν στο σκάφος καθώς και τις κινήσεις των υπόπτων στο κέντρο της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Ουκρανός που είχε αναλάβει να μεταφέρει το «Fortunate» από την Κύμη στον Πειραιά. Τον Οκτώβριο του 2019 ο 38χρονος σκίπερ είχε συλληφθεί σε σκάφος στον όρμο Ναυαρίνου στην Πύλο να μεταφέρει με ιστιοπλοϊκό σκάφος 9 παράνομους μετανάστες από την Τουρκία στην Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 2020 συνελήφθη εκ νέου με ένταλμα του ανακριτή Λευκάδας για μεταφορά 25 αλλοδαπών από την Ελλάδα στην Ιταλία. Παρά τις αλλεπάλληλες συλλήψεις του, κατάφερε να παραμείνει εκτός φυλακής, ενώ στην τελευταία έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. διέφυγε και αναζητείται.

Το ιστιοπλοϊκό στις 15 Ιουλίου κατέπλευσε στα Σύβοτα και τα ξημερώματα της 17ης Ιουλίου στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας. Επιβιβάστηκαν σε αυτό 23 άτομα που είχαν καταλύσει στο ξενοδοχείο Ionian City, στην πόλη της Κέρκυρας. «Κινήθηκαν διακριτικά σε δυάδες, άλλοτε με αργά και άλλοτε με γρήγορα βήματα, με κατεύθυνση προς το παλιό λιμάνι, προτιμώντας σκοτεινά σημεία». 

Το σκάφος ακινητοποιήθηκε λίγο μετά τον απόπλου του, με τη συνδρομή σκαφών του Λιμενικού, ενώ σε ταυτόχρονες επιχειρήσεις της Ασφάλειας Αττικής συνελήφθησαν και τα περισσότερα από τα μέλη του κυκλώματος. Στο «Fortunate» διαπιστώθηκε ότι επέβαιναν 23 Τούρκοι υπήκοοι, που είχαν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα στα τέλη του 2019 με αρχές του 2020. Στους αστυνομικούς που τους εξέτασαν οι περισσότεροι δήλωσαν ότι ήρθαν στην Ελλάδα επειδή αντιμετώπιζαν «πολιτικά προβλήματα» στη χώρα τους καθώς και ότι πλήρωσαν 5.000 ευρώ για να ταξιδέψουν στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Εξετάστηκαν από κλιμάκια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Αντιτρομοκρατικής.

Ο 60χρονος Ελληνας, στον οποίο αποδίδεται αρχηγικός - συντονιστικός ρόλος, εντοπίστηκε στο σπίτι του στα νότια προάστια της Αθήνας. Αρνήθηκε τις κατηγορίες και απέδωσε την εμπλοκή του στην υπόθεση στο γεγονός ότι εργάζεται ως ναυτιλιακός πράκτορας και αναλαμβάνει «έγγραφες ναυτιλιακές διεκπεραιώσεις, επιθεωρήσεις πλοίων, χαρτιά για τα πληρώματα και γενικά ό,τι έχει σχέση με τη θάλασσα». Στο διάστημα από το 2002 μέχρι σήμερα πάντως, έχει συλληφθεί και κατηγορηθεί τέσσερις φορές για διακίνηση μεταναστών, ενώ αποφυλακίστηκε από τον Κορυδαλλό, όπου κρατείτο, μόλις στα τέλη Απριλίου. 

Η απολογία του είναι προγραμματισμένη για σήμερα, καθώς μετά τη σύλληψή του, την περασμένη Παρασκευή, παρουσίασε ιατρικό πρόβλημα και νοσηλεύθηκε στην Πάτρα. Αντίθετα, οι Ουκρανοί ναυτικοί που συνελήφθησαν κρίθηκαν προφυλακιστέοι, ενώ ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους αφέθηκαν δύο υπήκοοι Ιράκ που κατηγορήθηκαν για συνέργεια. Οι αστυνομικοί αναζητούν μία Ουκρανή που φέρεται να συστήνει εικονικές εταιρείες στην Αγγλία, οι οποίες εμφανίζονται να έχουν στην ιδιοκτησία τους δουλεμπορικά σκάφη που κατά καιρούς χρησιμοποιεί το κύκλωμα.


Γιάννης Σουλιώτης