Τραγωδία στο Μάτι: Ο υπόγειος πόλεμος των αξιωματικών - Αποκαλυπτική κατάθεση

Αθέατος «πόλεµος», µε ακραίες εκφάνσεις και τραγικά αποτελέσµατα, µαίνεται στους κόλπους της Πυροσβεστικής, µε φόντο την τραγωδία στο Μάτι και τον θάνατο 102 ανθρώπων. Ο
αλληλοσπαραγµός ανάµεσα σε στελέχη του Σώµατος αποτυπώνεται στην ογκώδη δικογραφία της υπόθεσης, µε αποκορύφωµα κατάθεση «βόµβα» που αποκαλύπτεται από το «Εθνος της Κυριακής».
Αξιωµατικός της Πυροσβεστικής, ο οποίος θεωρεί ότι στήθηκε σε βάρος του επιχείρηση παγίδευσης από ανωτέρους σε βαθµό συναδέλφους του, «απασφάλισε» σε κατάθεση που έδωσε στις 12 Ιουνίου 2020 στον ανακριτή. Η άµυνα του αντιπυράρχου Ι.Κ. απέναντι στην καταγγελλόµενη προσπάθεια στοχοποίησής του, σε σχέση µε τις ευθύνες για τη φονική φωτιά, ήταν να προσφύγει στη ∆ικαιοσύνη και να περιγράψει λεπτοµερώς πώς κάποιοι συνάδελφοί του προσπάθησαν -όπως υποστηρίζει ο ίδιος- να τον εξοντώσουν υπηρεσιακά για να µην τους «κάψει» ως µάρτυρας κατηγορίας. Στην ίδια κατάθεση υποστηρίζει ότι οργανώθηκε επιχείρηση απόκρυψης κρίσιµων στοιχείων, τα οποία, σύµφωνα µε τον ίδιο, διαβιβάστηκαν τελικά «µαγειρεµένα» στον αρµόδιο εισαγγελέα.
Καλά πληροφορηµένες πηγές αναφέρουν ότι ο αρµόδιος ανακριτής, Αθανάσιος Μαρνέρης, βάσισε την έρευνά του για το Μάτι σε δύο πρόσωπα, τα οποία κλήθηκαν να ξεδιπλώσουν όλα όσα συνέβησαν την αποφράδα 23η Ιουλίου 2018. Στον πραγµατογνώµονα ∆ηµήτρη Λιότσιο, που κατήγγειλε τις απειλές σε βάρος του από τον τέως αρχηγό της Πυροσβεστικής Βασίλη Ματθαιόπουλο, και στον αντιπύραρχο Ι.Κ., ο οποίος ήταν διοικητής του 12ου ΠΣ Αθηνών µε αρµοδιότητα στην περιοχή στο Νταού Πεντέλης, απ’ όπου ξεκίνησε η φωτιά που έκαψε το Μάτι. Οι δυο τους έχουν έναν κοινό παρονοµαστή: τις καταγγελίες για ανηλεή πόλεµο σε βάρος τους µε στόχο τη συγκάλυψη. 
Στην κατάθεση του αντιπυράρχου Ι.Κ. γίνεται λόγος για «καλώς επιµεληµένη και οργανωµένη οµάδα για πράξεις συγκάλυψης των υπευθύνων διαχειριστών της πυρκαγιάς». Ο αξιωµατικός και µάρτυρας κατηγορίας καταθέτει στη ∆ικαιοσύνη ότι µετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, ο διοικητής του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων (ΕΣΚΕ) παρέδωσε στον αρµόδιο εισαγγελέα ψευδή στοιχεία του engage, δηλαδή του συστήµατος που καταγράφει τις ώρες κινητοποίησης των πυροσβεστικών δυνάµεων.
«Προφασίστηκε ότι έκανε λάθος»
«Στις 4 Αυγούστου 2018 ενηµέρωσα τηλεφωνικά τον διοικητή ΕΣΚΕ και τον διοικητή του 199 ότι τα στοιχεία που περιλαµβάνονται στο σύστηµα engage, που παρέλαβα ηλεκτρονικά από το ΕΣΚΕ, ήταν ψευδή. Ο διοικητής του ΕΣΚΕ, που φέρει την ευθύνη για τα ψευδή στοιχεία του engage, υπέγραψε και απέστειλε αυτά στον αρµόδιο εισαγγελέα πριν από την 4η Αυγούστου 2018, προφασιζόµενος σε µένα ότι έκανε λάθος, και µου υποσχέθηκε ότι θα το διορθώσει πηγαίνοντας στον εισαγγελέα.
Αυτό όµως δεν το έπραξε και από τη στιγµή εκείνη πλέον η πράξη του για τη µη διόρθωση του engage ήταν προδήλως δόλια, διότι µε αυτόν τον τρόπο µε καθιστούσε επικεφαλής της πυρκαγιάς στο Νταού αλλά και µεταγενέστερα, αποκρύπτοντας την αλήθεια ακόµα και από τον αρµόδιο εισαγγελέα.  Στο εν λόγω engage εκτός των άλλων ψευδών στοιχείων είχε ετεροχρονιστεί κατά 55 λεπτά η ώρα ενηµέρωσης του αξιωµατικού για να µεταβεί στην πυρκαγιά, άρα και ο χρόνος αφίξεώς του εκεί. Επίσης, στο εν λόγω engage δεν αναφερόταν καθόλου ότι επιχείρησαν στην πυρκαγιά στο Νταού οι δύο πύραρχοι ανώτεροί µου, δηλαδή δηλώθηκε ψευδώς ότι δεν επιχείρησαν στο Νταού». 
Ο µάρτυρας υποστηρίζει ότι «παγιδεύτηκε» και σε υπηρεσιακό επίπεδο, καθώς εµπόδισαν την ανέλιξή του στην Πυροσβεστική, ύστερα από τις καταθέσεις που έδωσε στη ∆ικαιοσύνη για τις ευθύνες των ανωτέρων του στη διαχείριση της φονικής πυρκαγιάς. Στις 20 Νοεµβρίου 2018 συντάχθηκαν οι εκθέσεις ικανότητας των αξιωµατικών του Πυροσβεστικού Σώµατος. Ο αξιωµατικός που τον έκρινε τον βαθµολόγησε µε οκτώ στα διοικητικά προσόντα. 
«Γνώριζε ότι αυτή η βαθµολογία θα προκαλέσει τροχοπέδη στη µετέπειτα προσφυγή µου προς το ανώτατο συµβούλιο του ΠΣ αλλά και προς το ∆ιοικητικό Εφετείο, λόγω παράλειψής µου στις τακτικές κρίσεις του 2019. Η πράξη αυτή έγινε µε δόλο, διότι ήµασταν και οι δυο µας εµπλεκόµενοι στην ίδια ποινική υπόθεση της πυρκαγιάς στο Νταού - Μάτι. Ο διοικητής είχε ήδη την ιδιότητα του υπόπτου για την εν λόγω πυρκαγιά και η έκθεση ικανότητας που συνέταξε για εµένα έγινε τουλάχιστον έναν µήνα µετά. Συνεπώς είχε ήδη παραλάβει τη δικογραφία για να δώσει εξηγήσεις και γνώριζε τα όσα είχα καταθέσει σε βάρος του ως µάρτυρας κατηγορίας» καταθέτει. Ο αντιπύραρχος Ι.Κ. υποστηρίζει ότι ο αξιωµατικός που τον έκρινε έπρεπε να ζητήσει την εξαίρεσή του από τη σύνταξη της έκθεσης ικανότητάς του, διότι λόγω της εµπλοκής του στην υπόθεση µε αντίθετη ιδιότητα από εκείνον δεν µπορούσε να τον κρίνει αµερόληπτα. Ετσι, του αποδίδει δόλο µε στόχο να τον βλάψει και τον κατηγορεί για διάπραξη του αδικήµατος της αποσιώπησης, λόγω της µη εξαίρεσής του από τη διαδικασία.
«Ενήμεροι»
«Χρειαζόµαστε άµεσα ενισχύσεις και εναέρια. Η φωτιά είναι µέσα σε σπίτια και κατευθύνεται µετά το µοναστήρι και πάει πάνω στο βουνό. Εχουµε πρόβληµα». Με τα παραπάνω λόγια ο αντιπύραρχος Ι.Κ. ενηµέρωσε στις 16.59 της 23ης Ιουλίου 2018 το ΕΣΚΕ για την κατάσταση που επικρατούσε στο Νταού Πεντέλης. Σε σχετική ερώτηση που του έκανε ο ανακριτής ανέφερε ότι «ο διοικητής του 199 γνώριζε ήδη αυτήν την κατάσταση αφού µιλήσαµε τηλεφωνικά νωρίτερα και συνεπώς υπήρχε πληροφόρηση στους παρευρισκόµενους επικεφαλής του ΕΣΚΕ που βρίσκονταν στον θάλαµο επιχειρήσεων και ήταν εξ όσων γνωρίζω: Ο γενικός γραµµατέας Πολιτικής Προστασίας, ο αρχηγός, ο υπαρχηγός, ο διοικητής του ΕΣΚΕ, ο διοικητής του 199, ο διευθυντής ΚΕΠΠ. Αρα όλοι οι ανωτέρω ήταν ενήµεροι ή όφειλαν να είναι ενήµεροι».
Ο αξιωµατικός του ΠΣ και µάρτυρας κατηγορίας υποστήριξε ότι από τον χρόνο άφιξής του στο Νταού στις 16.55 και τουλάχιστον µέχρι τις 18.00 είδε µόνο ένα ελικόπτερο που έριξε το φορτίο του, επτά τόνους νερό, σε τρία σηµεία του βουνού και στη συνέχεια δεν έκανε άλλη ρίψη. «Μείναµε µόνοι µας τα επίγεια να παλεύουµε την πυρκαγιά» ήταν η χαρακτηριστική φράση του στον ανακριτή. Κατά τη γνώµη του η πυρκαγιά θα µπορούσε να έχει τελείως διαφορετική έκβαση, ενδεχοµένως και να είχε τεθεί υπό έλεγχο πριν φτάσει στο Μάτι, «εάν από τις 16.45 που ενηµερώθηκε το Κέντρο για την πυρκαγιά έως τις 17.30 υπήρχαν τρία µε τέσσερα εναέρια µέσα και από τις 17.30 έως τις 18.00 υπήρχαν ακόµα τρία».
Στις ερωτήσεις του ανακριτή για τις ευθύνες σε σχέση µε τη µη εκκένωση των περιοχών που κάηκαν, απάντησε ότι «η ηγεσία βρισκόταν στο ΕΣΚΕ και µπορούσε να προτείνει εκκένωση στον Βουτζά και στο Μάτι. Η ηγεσία του ΕΣΚΕ µπορούσε να ενηµερώσει τους πολίτες από τη στιγµή που είχαν ενηµέρωση για την κατεύθυνση της πυρκαγιάς από τις 16.45 περίπου...».
Στη δική του κατάθεση ο διοικητής του ΕΣΚΕ υποστήριξε ότι ενηµέρωνε αµέσως την ηγεσία: «Αναφορικά µε τον υπαρχηγό επιχειρήσεων επισηµαίνω ότι είχε την ίδια επακριβώς ενηµέρωση µε εµένα, καθώς στο γραφείο µου, όπου βρισκόταν, άκουγε και αυτός την ασύρµατη επικοινωνία, αλλά επιπλέον λόγω της παράλληλης επικοινωνίας µέσω κινητού τηλεφώνου µε τους εµπλεκόµενους στο πεδίο η ενηµέρωσή του ήταν πληρέστερη σε σχέση µε τη δική µου και µάλιστα την ενηµέρωση άµεσα µετέφερε και στον αρχηγό και στον γενικό γραµµατέα Πολιτικής Προστασίας και στον αναπληρωτή υπουργό, οι οποίοι βρίσκονταν στο γραφείο του αρχηγού που είναι δίπλα στο δικό µου». 
Στο στόχαστρο βάζει τον διοικητή του ΕΣΚΕ, όπως και τον τότε υπαρχηγό Βασίλη Ματθαιόπουλο ο πρώην αρχηγός της Πυροσβεστικής, Σωτήρης Τερζούδης. Αναφερόµενος στα υποµνήµατα που κατέθεσαν στη ∆ικαιοσύνη αναφέρει ότι ελέγχονται ως αναληθείς οι ισχυρισµοί του Ματθαιόπουλου ότι του είχε δώσει εντολή να τον ενηµερώνει για τα σοβαρά συµβάντα για να «αναλαµβάνει τον συντονισµό τους» αλλά και οι ισχυρισµοί του διοικητή του ΕΣΚΕ περί «κεντρικού προστάγµατος» από τον ίδιο. «Εάν µόνη η παρουσία της φυσικής ηγεσίας στο ΕΣΚΕ κατέλυε τη λειτουργία του και τις ευθύνες των µελών του, θα έπρεπε πρωτίστως για λόγους ασφάλειας δικαίου να υπάρχει νοµοθετική πρόβλεψη...» κατέθεσε ο κ. Τερζούδης. 
Λιότσιος: «Μετά τις εκθέσεις άρχισαν υπηρεσιακό πόλεμο άνευ προηγουμένου»
*Το «Εθνος της Κυριακής» φέρνει στο φως την κατάθεση του πραγµατογνώµονα, στην οποία αναφέρει ποια πρόσωπα και µε ποιον τρόπο προσπάθησαν -σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του- να βάλουν «εµπόδια» στην έρευνά του, ενώ βάζει στο κάδρο των πιέσεων και τον σηµερινό αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώµατος, Στέφανο Κολοκούρη.
«Ακτινογραφία» των κινήσεων και των θέσεων που είχαν αξιωµατικοί της Πυροσβεστικής τις κρίσιµες ώρες της φονικής πυρκαγιάς στην Ανατολική Αττική επιχειρεί να κάνει ο ανακριτής Αθανάσιος Μαρνέρης. Στο µικροσκόπιο µπαίνουν τα στίγµατα από τα GPS των υπηρεσιακών οχηµάτων που χρησιµοποιήθηκαν, µε τον ανακριτή να προσπαθεί να αξιοποιήσει παράλληλα τις καταγραφές των επικοινωνιών αλλά και τις καταθέσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είναι αντικρουόµενες.
Ο πραγµατογνώµονας ∆ηµήτρης Λιότσιος, ο οποίος ήρθε στο προσκήνιο µετά τις σοβαρές καταγγελίες για απειλές σε βάρος του, µε στόχο τη συγκάλυψη, βάζει στο κάδρο των πιέσεων και τον σηµερινό αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώµατος, Στέφανο Κολοκούρη. Οπως αποκαλύπτει το «Εθνος της Κυριακής», σε συµπληρωµατική του κατάθεση στις 11 Μαρτίου 2020 αναφέρει ποια πρόσωπα και µε ποιον τρόπο προσπάθησαν -σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του- να βάλουν «εµπόδια» στην έρευνά του.
 «Στο σηµείο αυτό σας αναφέρω ότι µετά από έγγραφο που απέστειλα για στοιχεία που αφορούσαν στην πυρκαγιά στην Κινέτα, η απάντηση που έλαβα από τον τότε υπαρχηγό επιχειρήσεων κ. Κολοκούρη ήταν να τα αναζητήσω µέσω του αρµόδιου εισαγγελέα, παρόλο που η υπόθεση για την Κινέτα ήταν στο στάδιο της διερεύνησης και δεν είχα υποβάλει ακόµη την πραγµατογνωµοσύνη µου. Εκεί κατάλαβα ότι ο κ. Κολοκούρης απέφυγε να µου απαντήσει σε συγκεκριµένα ερωτήµατα ως όφειλε, εµποδίζοντας έτσι και αυτός το έργο που µου είχε αναθέσει η Εισαγγελία Πληµµελειοδικών Αθηνών» λέει χαρακτηριστικά στην κατάθεσή του.
Οι δικαστικές Αρχές -όπως αποτυπώνεται στη δικογραφία- διερεύνησαν τις κινήσεις του σηµερινού αρχηγού της Πυροσβεστικής και τότε διοικητή ΕΜΑΚ. Μάλιστα, αν και συγκεκριµένος αξιωµατικός της Πυροσβεστικής είχε δώσει σχετική κατάθεση στις 24 Ιανουαρίου 2020, κλήθηκε ξανά µόλις πριν από εννέα ηµέρες, µε την πρώτη ερώτηση στη συµπληρωµατική του κατάθεση να αφορά στο «πού βρισκόταν ο κ. Κολοκούρης από τις 16.30 και µετά την 23η Ιουλίου του 2018». 
Ο ίδιος αξιωµατικός εξήγησε πως ήταν επικεφαλής της πυρκαγιάς στην Κινέτα, αλλά δεν είδε τον κ. Κολοκούρη. «Εγώ δεν τον είδα. Τον άκουσα στον ασύρµατο. Εντολές για εκκένωση δεν µπορούσα να του δώσω, διότι δεν τον είδα. Επίσης γνωρίζω ότι µε πήρε τηλέφωνο ο Ματθαιόπουλος γύρω στις 17.20 και µου είπε ότι είχε ενηµερώσει τον Κολοκούρη να µεταβεί στο Νταού Πεντέλης και ότι θα φύγει από τη φωτιά της Κινέτας. Επίσης µε πήρε και ο ίδιος ο Κολοκούρης λίγο πιο µετά και µου είπε ότι πήρε εντολή από τον Ματθαιόπουλο να µεταβεί στο Νταού Πεντέλης. ∆εν γνωρίζω αν πήγε, αυτό θα το βρείτε εσείς».
Αξίζει να σηµειωθεί ότι ο ανακριτής σε πόρισµα-πρότασή του, µε το οποίο ζητούσε τη διεύρυνση του κατηγορητηρίου µε βάση νεότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο Στέφανος Κολοκούρης, διοικητής της πρώτης ΕΜΑΚ, στον οποίο είχε δοθεί εντολή από τις 17.00 να µεταβεί στο Νταού Πεντέλης και ο οποίος δεν µετέβη ποτέ στην περιοχή, αλλά παρέµεινε στην Κινέτα». Μάλιστα, σε άλλο σηµείο ο κ. Μαρνέρης επανέρχεται λέγοντας: «Ο Κολοκούρης, ενώ είχε λάβει και σχετική εντολή, επέλεξε σκοπίµως να παραµείνει στην περιοχή της Κινέτας, καθιστώντας ανενεργό τόσο το έµψυχο δυναµικό όσο και τον διασωστικό εξοπλισµό της ΕΜΑΚ».
Οι κινήσεις του τότε διοικητή της ΕΜΑΚ εξετάστηκαν µέσω των στιγµάτων του GPS του υπηρεσιακού αυτοκινήτου του, τα οποία δείχνουν ότι έφτασε στον Βουτζά και στο Μάτι περίπου στις 21.00. H ίδια διαδικασία µε τα GPS ακολουθήθηκε για τον εντοπισµό της γεωγραφικής θέσης και άλλων αρµόδιων αξιωµατικών του Πυροσβεστικού Σώµατος τις επίµαχες ώρες. 
«Να μου σπάσουν το ηθικό»
Λίγες ηµέρες αργότερα, στις 17 Μαρτίου 2020, ο κ. Λιότσιος επανέρχεται καταγγέλλοντας «πόλεµο» εντός της υπηρεσίας, που τον εξαντλούσε οικονοµικά και ψυχολογικά. «Πιστεύω ότι µετά τις εκθέσεις πραγµατογνωµοσύνης στο Μάτι και στην Κινέτα άρχισαν σε βάρος µου έναν υπηρεσιακό πόλεµο άνευ προηγουµένου. Προσπαθούσαν διαρκώς να µου σπάσουν το ηθικό. Αλλωστε και γι’ αυτό µε είχε προειδοποιήσει ο Ματθαιόπουλος, ο οποίος µού είχε πει ότι κάθε µέρα θα κάνω υπηρεσία, θα πηγαίνω στα δικαστήρια και ότι από την άλλη θέλω και τα νυχτερινά και τα πενθήµερα, τα οποία δεν θα µπορώ να παίρνω λόγω της απασχόλησής µου στη ∆ικαιοσύνη. Θεωρώ ότι η πίεση του διοικητή µου για την εκτέλεση πενθήµερων και νυχτερινών σχετίζεται µε τις απειλές του κυρίου Ματθαιόπουλου και συνεπώς τα όσα προγενέστερα µε είχε απειλήσει/εκβιάσει ο κύριος Ματθαιόπουλος πραγµατοποιούνται στην πράξη µεταγενέστερα».
Μάλιστα, σύµφωνα µε όσα ο ίδιος αναφέρει, παρέµεινε σε «δυσµένεια» παρά τις αλλαγές στις θέσεις ανωτέρων του, ενώ αφήνει και πάλι αιχµή για τον σηµερινό αρχηγό του ΠΣ, λέγοντας ότι είχε κάνει αίτηση για χορήγηση άδειας ιδιωτικού έργου, προκειµένου να επιβιώσει οικονοµικά, µε τον κ. Κολοκούρη να µην του απαντά ποτέ στην αίτηση. «Κάνοντας αναφορά για την απόκτηση της εν λόγω άδειας από τον κ. Ματθαιόπουλο, µε σκοπό να ασκήσω ιδιωτικό έργο, ουδέποτε πήρα απάντηση γι’ αυτό το ερώτηµα, γνωρίζοντας ότι έχει δοθεί παρόµοια άδεια ιδιωτικού έργου σε άλλο συνάδελφο. Στη συνέχεια, µε νέα αναφορά µου επανήλθα στην από 12/11/2019 αίτησή µου για χορήγηση άδειας ιδιωτικού έργου, περνώντας από την αρχική µου αίτηση τέσσερις µήνες περίπου, χωρίς να λάβω απάντηση και από τον νέο αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώµατος κ. Στέφανο Κολοκούρη» περιγράφει.
Στον αντίποδα, ο ίδιος ο αρχηγός του ΠΣ αρνείται ότι έλαβε έγκαιρα εντολή να αποχωρήσει από την Κινέτα και καταθέτει ενώπιον του ανακριτή ότι του δόθηκε εντολή αποχώρησης από την Κινέτα αργά το απόγευµα: «Σε συνέχεια των ανωτέρω, γύρω στις 19.10-19.20 ειδοποιήθηκα και από τον κύριο ∆ιονύσιο Καρδάρα, αξιωµατικό του Κέντρου, και από τον κύριο Ματθαιόπουλο, και η εντολή ήταν πάρε 10 υδροφόρα αυτοκίνητα, συσκεύασέ τα, πάρε και µια οµάδα πεζοπόρων και να κατευθυνθείς προς τη Ραφήνα. Εν συνεχεία, εγώ αποχώρησα από την Κινέτα και έφτασα στην πρώτη διασταύρωση του Βουτζά περίπου στις 20.55». Ο κ. Κολοκούρης υποστηρίζει ότι «εκείνη την ηµέρα τόσο στην Κινέτα όσο και στο Μάτι αλλά και τις επόµενες ηµέρες εκπλήρωσα στο ακέραιο τα καθήκοντά µου και έδωσα µε όλες µου τις δυνάµεις όση βοήθεια µπορούσα στους συµπολίτες µου». Στο µικροσκόπιο του ανακριτή έχουν µπει και οι παραλείψεις σε σχέση µε τη µη χρησιµοποίηση σωστικών λέµβων της Πυροσβεστικής.
Αντώνης Φούσας: «Ποινικά κολάσιµες παρεµβάσεις»
Συγκλονισµένοι είναι οι συγγενείς των θυµάτων της τραγικής πυρκαγιάς από τις αποκαλύψεις που έφεραν στο φως οι συνοµιλίες Λιότσιου - Ματθαιόπουλου, που εµφανίζουν αξιωµατικούς του ΠΣ να «παίζουν παιχνίδια» µε ανθρώπινες ζωές. «Τα όσα προκύπτουν από το ηχητικό ντοκουµέντο της συζήτησης Ματθαιόπουλου - Λιότσιου είναι πολύ σοβαρά και προφανώς έχουν στοιχεία απειλών, αλλά δείχνουν και το πώς λειτουργούσε την περίοδο εκείνη το Πυροσβεστικό Σώµα σε επίπεδο ηγεσίας και άλλων στελεχών του. Ειδικότερα, ενώ θα έπρεπε να αγωνίζονται για την κατάσβεση κάθε φωτιάς και τη διάσωση των ανθρώπων, δυστυχώς τους απασχολούσαν οι µεταξύ τους διαφωνίες και αντιδικίες. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι παρεµβάσεις είναι ποινικά κολάσιµες και θεωρώ ότι θα ερευνηθούν από την ελληνική ∆ικαιοσύνη» δηλώνει στο «Εθνος της Κυριακής» ο δικηγόρος Αντώνης Φούσας.


Αλέξανδρος Καλαφάτης - Αφροδίτη Σπίγγου