Προσφυγή στο ΣτΕ κατά του «Ελληνικό Κτηματολόγιο» από ανάδοχους συμβάσεων- Καταγγέλλουν αλλαγή των όρων

Αίτηση ακύρωσης κατά του Φορέα «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ» κατέθεσαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεκαπέντε Κοινοπραξίες οι οποίες τυγχάνουν ανάδοχοι συμβάσεων μελετών
κτηματογράφησης και υποστηρικτικών υπηρεσιών για τη δημιουργία εθνικού κτηματολογίου.
Οι ανάδοχοι εκτοξεύουν ομαδικά πυρά κατά απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα σχετικά με τις συμβάσεις μεταξύ των αναδόχων και του Κτηματολογίου.
Ειδικότερα, πρόκειται για την πρώτη αίτηση ακύρωσης η οποία κατατέθηκε στο ΣτΕ από τον καθηγητή του Διοικητικού Δικαίου, Πάνο Λαζαράτο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο αναδόχων συμβάσεων μελετών κτηματογράφησης για τη δημιουργία εθνικού κτηματολογίου, κατά της απόφασης 95/3/05.03.2020 του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ» με θέμα «Θέματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα σχετικά με την υποβολή, την εξέταση των αιτήσεων διόρθωσης και τη σύνταξη των εκθέσεων του Γραφείου Κτηματογράφησης δυνάμει των διατάξεων της παρ.11 του άρθρου 6Α του ν.2308/1995, όπως ισχύει».
Παράνομη και ακυρωτέα
Σύμφωνα με τον καθηγητή Πάνο Λαζαράτο, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται η ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση στις ήδη συσταθείσες συμβατικές μεταξύ των αναδόχων και του ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ. Ειδικότερα, με το άρθρο 56 περ. δ΄ του ν.4602/2019, σε χρόνο μεταγενέστερο της δημοσίευσης των Προκηρύξεων των διαγωνισμών και της σύναψης των συμβάσεων,  προστέθηκε το άρθρο 6Α του ν.2308/1995 και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ. Δυνάμει αυτών, τα γραφεία μελετών αναλαμβάνουν επιπρόσθετες αρμοδιότητες από αυτές που είχαν συμφωνήσει και επωμίζονται την πλήρη ευθύνη για την ορθή επίλυση των ιδιοκτησιακών αμφισβητήσεων που θα ανακύπτουν από τις αναρτήσεις, καθώς αυτά θα είναι πλέον αρμόδια για την εξέταση όλων των αιτήσεων διόρθωσης των διοικουμένων.
Με την αίτηση ακύρωσης προβάλλεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 6Α του ν.2308/1995 σε ομάδα συνταγματικών και ενωσιακών διατάξεων (άρθρα 5 παρ.1 και 3, 106 παρ.2, 25, 17, 24, 20 παρ.1 και 2 και 4 παρ.1 και άρθρα 8 ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ) και προεχόντως στην οικονομική ελευθερία, στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, στην αρχή της αναλογικότητας, στην γενική αρχή «pacta sunt servanda» και στην προστασία της ιδιοκτησίας.
Στην αίτηση ακόμα υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα, γιατί παραβιάζονται η αρχή της νομιμότητας, του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και συνιστά αυτοτελώς θεωρούμενη επίσης αντισυνταγματική διάταξη λόγω ασάφειας και παραβίασης της αρχής της ισότητας.