Επιθέσεις με οξύ (2): Καταρρίπτοντας τον μύθο ότι το βιτριόλι είναι το «όπλο» ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ γυναικών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Σε συνέχεια του θέματός μου, υπό τον τίτλο «Επιθέσεις με οξύ: σκιαγράφηση προφίλ δραστών/δραστιδών και ανάλυση κινήτρων», παρουσιάζουμε επιπρόσθετα στοιχεία από τη διεθνή βιβλιογραφία που πιστεύω ότι φωτίζουν ορισμένες ακόμα σκοτεινές πτυχές αυτών των εγκληματικών επιθέσεων, οι οποίες αναμφίβολα μας προβληματίζουν ερευνητικά και σε ανθρώπινο επίπεδο μας συγκλονίζουν με το μεγέθος της βιαιότητάς τους και την πρόθεση των δραστών/ δραστιδών να καταδικάσουν τα θύματά τους σε μία μαρτυρική ζωή.
Παράλληλα, με το παρόν άρθρο κρίνω σημαντικό να «γκρεμίσουμε» τον μύθο που με έκπληξη διαπιστώνω ότι αναπαράγεται το τελευταίο χρονικό διάστημα, με αφορμή την επίθεση με βιτριόλι σε νεαρή γυναίκα στην Καλλιθέα στις 20-5-2020, σύμφωνα με τον οποίο «το βιτριόλι είναι το μέσο που επιλέγεται για την επίλυση διαφορών μεταξύ γυναικών». Αυτός ο ισχυρισμός δεν βασίζεται ούτε στα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, ούτε σε ερευνητικά πορίσματα και επιστημονικές διαπιστώσεις, επομένως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά αποτελεί μία στερεοτυπική εικόνα για τη γυναίκα και τη σχέση της με άλλες γυναίκες.
Το βιτριόλι χαρακτηρίζεται ως «το όπλο της ενδοοικογενειακής βίας/ βίας σε σχέσης», «το όπλο εκδίκησης μεταξύ εγκληματικών ομάδων και συμμοριών δρόμου», «το όπλο σε εγκλήματα μίσους/ hate crimes», «το τιμωρητικό όπλο στο πλαίσιο σχέσεων -ερωτικών/ συγγενικών/ επαγγελματικών για συναισθηματικές/ οικογενειακές/ οικονομικές διαφορές». Δεν αποδίδεται όμως ο χαρακτηρισμός του «ξεκαθαρίσματος λογιασμών μεταξύ γυναικών». Αν μάλιστα ανατρέξουμε και στην ιστορία επιθέσεων με οξύ στην Ελλάδα, δεν βρίσκουμε καμία επίθεση με δράστιδα γυναίκα και με θύμα γυναίκα (βλ. μεταξύ άλλων “Εθνος: Επιθέσεις με βιτριόλι: Από την Ελλάδα των απατημένων του ’30 στο σκληρό νόμο του Πακιστάν” και “REAL:Επιθέσεις με βιτριόλι στην Ελλάδα: Οι υποθέσεις που σόκαραν τη χώρα”).  Στις υποθέσεις που απασχόλησαν τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά, τουλάχιστον σε όσες μελέτησα, οι επιτιθέμενες γυναίκες στράφηκαν εναντίον αντρών και όχι γυναικών. Δεν υπήρξε καμία υπόθεση όπου γυναίκα έριξε οξύ σε άλλη γυναίκα για να την παραμορφώσει, ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου υπήρχε «τρίτο πρόσωπο» σε μία συναισθηματική σχέση. Σαφώς, κάθε υπόθεση έχει τα δικά της, ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να εξετάζονται με πολύ μεγάλη προσοχή. Επομένως, στη συγκεκριμένη υπόθεση που μας απασχολεί και διερευνούμε, μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει καμία εμπλοκή άλλου προσώπου, ως ηθικού αυτουργού ή συνεργού και η μόνη εμπλεκόμενη να είναι η γυναίκα που περιγράφηκε από το θύμα ότι της έριξε το βιτριόλι σε πρόσωπο και σώμα στην είσοδο του χώρου εργασίας της. Αυτά τα στοιχεία διερευνώνται άλλωστε από τις αρχές και μόνον όταν φτάσουν στην άκρη του νήματος θα έχουμε μία ξεκάθαρη εικόνα, ώστε να καταλήξουμε ασε ασφαλή ερευνητικά συμπεράσματα σε μία υπόθεση με σκοτεινά σημεία που ίσως τελικά, εάν ισχύουν τα παραπάνω, συναντάμε για πρώτη φορά στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά και πρέπει να εξετάσουμε βαθύτερα.  
Σεπτέμβριος 1949: η υπηρέτρια Μαλάμω τύφλωσε με βιτριόλι τον εραστή της που την “εκμεταλλεύτηκε” και την εγκατέλειψε. Μετάνιωσε για την πράξη της και, μετά την αποφυλάκισή της, παντρεύτηκε το τυφλό θύμα, δουλεύοντας για να το ζήσει.
Ως προς το εγκληματικό προφίλ γυναίκας δράστιδος που θα επιτεθεί με οξύ σε άλλη γυναίκα, κύριο χαρακτηριστικό φαίνεται να είναι η εμμονή με το θύμα. Μία μελέτη περίπτωσης, με εγκληματολογικό ενδιαφέρον, που βρήκα κατά την αναζήτηση στοιχείων είναι μία υπόθεση στο ανατολικό Λονδίνο, όπου μία γυναίκα το έτος 2014 καταδικάστηκε σε δωδεκαετή κάθειρξη για την επίθεση στη φίλη της, γιατί  θεωρούσε πως ήταν ομορφότερη από εκείνη και μ’ αυτήν την ομορφιά είχε αποκτήσει εμμονή. Διαπιστώνουμε συνεπώς πώς η εμμονή, που μπορεί να σχετίζεται με πολλά θέματα, δύναται να διαδραματίσει έναν καταλυτικό ρόλο για ένα άτομο αποφασισμένο να εκδικηθεί, να στιγματίσει και να βασανίσει το πρόσωπο που μισεί.  
 Ας εξετάσουμε όμως τι μας δείχνουν αναλυτικά τα στοιχεία για τις επιθέσεις με οξύ. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι δράστες των επιθέσεων με οξύ είναι στην πλειοψηφία τους άντρες και τα θύματα στην πλειοψηφία τους γυναίκες (Khoshami et Al., 2017), στοιχείο που ερμηνεύει το γιατί η επίθεση με οξύ χαρακτηρίζεται ως ένα έγκλημα που αφορά το φύλο/ gender-based crime (Chandrasekhar & Johnny, 2017) / gender-based violence. Υπολογίζεται ότι 1500 επιθέσεις καταγράφονται ανά έτος, σε διεθνές επίπεδο, εκ των οποίων σε 80% των επιθέσεων θύματα είναι γυναίκες και επιτιθέμενοι άντρες, στη συντριπτική πλειοψηφία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν με την ίδια κοινωνική ευαισθησία τις επιθέσεις με θύματα άντρες και με δράστιδες γυναίκες ή με δράστες άλλους άντρες. Η επίθεση με οξύ είναι μία νοσηρή εγκληματική πράξη, σε οποιονδήποτε κι αν στοχεύει. Κατά συνέπεια, οφείλουμε, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, να την καταδικάσουμε απερίφραστα και χωρίς αστερίσκους.
Μία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας δείχνει την παγκόσμια φύση του προβλήματος, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές, θρησκείες ή πολιτισμούς. Η συχνότητά, όμως, των επιθέσεων παρουσιάζει σημαντική διαφοροποιήση, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το πολιτισμικό πλαίσιο κάθε χώρας. Επίσης, τα κίνητρα πίσω από αυτές τις επιθέσεις διαφοροποιούνται, με σημαντικές διαφορές να σχετίζονται και με την ηλικία και το φύλο του θύματος.  
Ειδικότερα, υπολογίζεται ότι το 90% αυτών των επιθέσεων λαμβάνουν χώρα σε αναπτυσσόμενες χώρες, με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος (Atiyeh, Costagliola et al. 2009). Θεωρείται ωστόσο δύσκολο να εκτιμηθεί η πραγματική κλίμακα του προβλήματος για διάφορους λόγους, με τρεις να είναι οι κυριότεροι: πρώτον, εκτιμάται ότι  περίπου 60% αυτών των επιθέσεων δεν καταγγέλελεται εξαιτίας του φόβου του θύματος ή της οικογένειάς του για αντίποινα. Δεύτερον, τα θύματα αυτών των επιθέσεων συχνά δεν αναφέρουν το κίνητρο της επίθεσης, αν και το γνωρίζουν, εξαιτίας ντροπής ή φόβου. Τρίτον, οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες δεν διαθέτουν ολοκληρωμένο εθνικό σύστημα καταγραφής και παρακολούθησης τραυματισμών από εγκαύματα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου καταγράφεται μία δραματική αύξηση των επιθέσεων με οξύ με αριθμούς που αυξάνονται από 228 το 2012 σε 601 το 2016, διαπιστώθηκε όπως αναλυτικά εξετάσαμε στο προγούμενο άρθρο στο pm ότι οι άντρες είναι πολύ πιο πιθανόν να είναι και οι δράστες και τα θύματα αυτών των επιθέσεων (Katie Piper Foundation, 2015). Οι επιθέσεις αυτές αφορούν κατά κύριο λόγο συμμορίες δρόμου.  Επομένως, στο Ηνωμένο Βασίλειο διαφοροποιείται και το προφίλ των δραστών αλλά και τα κίνητρα αυτών των εγκληματικών επιθέσεων.
Όσον αφορά τις γυναίκες θύματα των επιθέσεων με οξύ, σε διεθνές επίπεδο, είναι συνήθως νεαρές και βρίσκονται στην ηλικία 20-30 ετων. Καταγράφονται όμως και υποθέσεις, κυρίως σε χώρες της Ασίας, με θύματα κορίτσια κάτω των 18 ετών που έχουν προσπαθήσει να ξεφύγουν από έναν εξαναγκαστικό γάμο αλλά και από τη σεξουαλική και σωματική κακοποίηση που υφίσταντο. Όπως τονίσαμε στο πλαίσιο της συζήτησης στη ραδιοφωνική εκπομπή «Aναμενόμενα & Μη» στο Πρώτο Πρόγραμμα – ΕΡΤ με τη δημοσιογράφο Κωνσταντίνα Δημητρούλη (την οποία μπορείτε να ακούσετε στο 19:25 στο παρακάτω link: https://m.mixcloud.com/kdimitrouli/ στις 28-5-2020), με θέμα «Επιθέσεις με οξύ: σκιαγράφηση του προφίλ δραστών/ δραστιδών και ανάλυση κινήτρων», οι δράστες/ δράστιδες μέσω της ειδεχθούς εγκληματικής πράξης τους  επιδιώκουν την ασκηση ελέγχου και την «αφαίρεση» της ταυτότητας του θύματος. Συνήθως δεν επιδιώκουν τον βιολογικό αφανισμό του θύματος, ο οποίος ασφαλώς μπορεί να επέλθει από σήψη ή από άλλα σοβαρά ζητήματα που θα αντιμετωπίσει το θύμα κατα τη νοσηλεία του εξαιτίας της ρίψεος του οξέος, αλλά τον αφανισμό του από την κοινωνική και επαγγελματική του ζωή. Παραμορφώνοντας την εξωτερική του εικόνα, οι δράστες/ δράστιδες επιδιώκουν να «εξαλείψουν» την ταυτότητά του, καθιστώντας το ανίκανο να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Του «κλέβουν» το πρόσωπο και το αναγκάζουν να ζει με μία άλλη εικόνα, την οποία πρέπει πρώτα να αποδεχτεί το ίδιο το θύμα και στη συνέχεια η κοινωνία, η οποία δυστυχώς παραμένει στιγματιστική, με άμεση συνέπεια ο κοινωνικός στιγματισμός να δημιουργεί ένα πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο που γνωρίζει ο δράστης/ η δράστιδα πριν από την επίθεση ότι θα υπάρξει, στοιχείο που πρέπει αναμφίβολα να αλλάξει.
Οι επιθέσεις με οξύ συνιστούν μία φρικτή πράξη βίας, στιγματιστικού, τιμωρητικού και εκδικητικού χαρακτήρα.  Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι στη διεθνή βιβλιογραφία αποδίδονται οι όροι «βάναυσο», «νοσηρό» και «μακροχρόνια μαρτυρικό» έγκλημα.
Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό οι κοινωνίες μας να μην είναι στιγματιστικές, ούτε να επιρρίπτουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο ευθύνες στον θύμα.
Η επίθεση με οξύ χαρακτηρίζεται επίσης ναρκισσιστικό έγκλημα,  δεδομένου ότι από τη μία πλευρά ο δράστης έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο θύμα, στοιχείο που του δίνει υπέροχη και ένα αίσθημα κυριαρχίας και εξουσίας και το θύμα από την άλλη δεν θα αναγνωρίζει ούτε το ίδιο τον εαυτό του μετά από μία τέτοια επίθεση.  Αν η έκβαση δεν αποβεί μοιραία και το άτομο δεν οδηγηθεί στον θάνατο που συνήθως δεν οδηγείται,  η βλάβη που θα προκληθεί σε πρόσωπο,  σώμα αλλά και ψυχή είναι τεράστια και συχνά μη αναστρέψιμη.  Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο στη συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων οι δράστες είναι άντρες, οι οποίοι δεν επιλέγουν τον ανθρωποκτονία αλλά την παραμόρφωση της γυναίκας ως μία καθαρά εκδικητική και στιγμστιστική σε βάρος της πράξης.  Διάβασα μάλιστα κάτι που με συγκλόνισε «τα περισσότερα θύματα γνωρίζουν ποιος τους έκλεψε το πρόσωπο.  Είναι άτομα με τα οποία έχουν βγει ραντεβού,  έχουν συζήσει, ή τα  έχουν παντρευτει». / But most victims know who stole their faces. They had dated them, lived with them, married them. Δράστες/δράστιδες μπορεί να είναι επίσης άτομα του στενού συγγενικού περιβάλλοντος, ιδίως σε διαφωνίες για οικονομικά ζητήματα, οικογενειακές διαφορές και θέματα αντιζηλίας. Σε αυτές μάλιστα τις υποθέσεις, ιδίως σε χώρες της Ασίας, έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις «εγκληματικών διδύμων» (συμμετοχή άντρα -γυναίκα που ανήκουν στο συγγενικό περιβάλλον του θύματος). Εγκληματικές ομάδες μπορεί ακόμα να κρύβονται πίσω από τέτοιες υποθέσεις. Καθίσταται εμφανές ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και πολυδιάστατο ζήτημα, με διαφοροποίηση τόσο του εγκληματικού προφίλ δραστών/δραστιδών όσο και των κινήτρων εγκληματικής δράσης, στοιχείο που απαιτεί μία συστηματική εξέταση κάθε υπόθεσης.
Συνοψίζοντας, ο αγώνας που καλείται να δώσει ένας νέος άνθρωπος, μετά από μία τόσο άγρια επίθεση, στην πιο δημιουργική και παραγωγική περίοδο της ζωής του, είναι πολύ σκληρός. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα του 2020 μας απασχολεί μία τόσο ειδεχθή επίθεση είναι θλιβερό. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή και στην αξιοπρεπή διαβίωση και κανείς και για κανέναν λόγο δεν μπορεί τόσο βίαια να του αφαιρεί την εικόνα του, την ταυτότητά του, να του «κλέβει» το πρόσωπο, το μέλλον και τα όνειρά του!

postmodern.gr