Ιδού οι «μελέτες» (σκοπιμότητας) βάσει των οποίων θέλουν ν’ ανοίξουν τα σχολεία!

Ο Τσιόδρας και η επιτροπή εμπειρογνωμόνων προάγουν μελέτες σκοπιμότητας, προκειμένου να ανοίξουν άρον-άρον τα σχολεία και να γυρίσουν οι εργαζόμενοι γονείς στην
μισθωτή «κανονικότητα».

Σε προηγούμενο σημείωμά μας εστιάσαμε σε δυο πρόσφατες μελέτες βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα από δείγματα σε τεστ μοριακής διάγνωσης με τεχνική PCR (την πλέον αξιόπιστη τεχνική που ανιχνεύει το γονιδίωμα του ιού στο DNA του ασθενούς), που δημοσιεύτηκαν στις 29 Απρίλη. H μία γερμανική (https://zoonosen.charite.de/fileadmin/user_upload/microsites/m_cc05/virologie-ccm/dateien_upload/Weitere_Dateien/analysis-of-SARS-CoV-2-viral-load-by-patient-age.pdf), στην οποία συμμετέχει ο Κριστιάν Ντρόστεν, ο «γερμανός Τσιόδρας» (καμία σχέση το επιστημονικό εκτόπισμα του Ντρόστεν με αυτό του γραφειοκράτη Τσιόδρα), και αποδεικνύει με δείγματα από τεστ μοριακής διάγνωσης σε 48 παιδιά ηλικίας 1-10 και σε 78 ασθενείς από ηλικία 11-20 ότι το ιικό φορτίο του κοροναϊού στα παιδιά είναι παρόμοιο με αυτό των ασθενών σε μεγαλύτερες ηλικίες, καταλήγοντας ότι τα παρόμοια φορτία «υποδηλώνουν ότι η δυναμική της μετάδοσης στα σχολεία και τα νηπιαγωγεία πρέπει να αξιολογείται χρησιμοποιώντας τις ίδιες παραδοχές μολυσματικότητας όπως και για τους ενήλικες.». Η άλλη κινέζων επιστημόνων (https://science.sciencemag.org/content/early/2020/04/28/science.abb8001), που βασίζεται στην ανάλυση δειγμάτων τεστ PCR και σε αποτελέσματα ιχνηλάτησης, που πραγματοποιήθηκαν επί 14 μέρες στη πόλη Ουχάν της Κίνας και συμπεραίνει ότι, «παρότι το μέτρο του προληπτικού κλεισίματος των σχολείων δεν μπορεί να διακόψει τη μετάδοση της νόσου από μόνο του, μπορεί να μειώσει τη μέγιστη συχνότητα των κρουσμάτων κατά 40%-60% και να καθυστερήσει την επιδημία», γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη νοσηλεία στις ΜΕΘ και κατά προέκταση τη θνησιμότητα.

Οι μελέτες αυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το άνοιγμα των σχολείων αμέσως μετά την έναρξη της σταδιακής άρσης της καραντίνας. Η γερμανική κυβέρνηση, παρότι εξήγγειλε από τις 20 Απρίλη το άνοιγμα των σχολείων και ο Ντρόστεν δέχεται αφόρητη πίεση από εκπροσώπους κρατιδίων και τμήμα των καπιταλιστών να προχωρήσει γρήγορα στην επανεκκίνηση της οικονομίας, αποφάσισε να μείνουν τα σχολεία κλειστά μέχρι τις 6 Μάη (σήμερα), οπότε θα επανεξετάσει το ζήτημα. Για το λόγο αυτό, τόσο η γερμανική μελέτη όσο και η γερμανική ομάδα επιδημιολόγων δέχονται επί μέρες τώρα τα άσφαιρα πυρά του Τσιόδρα (τα επιχειρήματά του είναι αστεία και τον εκθέτουν, θα επανέλθουμε, όμως, σε άλλο σημείωμα), επειδή η επιφυλακτική στάση των γερμανών επιστημόνων απέναντι στο άνοιγμα των σχολείων αποδεικνύει ολοφάνερα ότι ο «μεγάλος σοφός του έθνους» Τσιόδρας είναι γυμνός. Είναι αυτός που τόνιζε με περισπούδαστο ύφος στις 29 Απρίλη: «μετάδοση από παιδί σε ενήλικα φαίνεται να είναι ασυνήθιστη»!

Παρακάτω θα δούμε από πού ξεπατίκωσε αυτή τη θέση ο Τσιόδρας και σε ποιο «αντράνταχτο» στοιχείο βασίζεται.

Μελέτες Σκοπιμότητας

Στον αντίποδα των αξιόπιστων μελετών που βασίζονται στην ανάλυση πραγματικών δεδομένων, έχουμε τις μελέτες σκοπιμότητας που προκρίνουν το ταχύ άνοιγμα των σχολείων με διακηρυγμένο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζόμενων γονιών, στην κατεύθυνση της επανεκκίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας, υποβιβάζοντας εντελώς αυθαίρετα τον κίνδυνο από τη μεταδοτικότητα των παιδιών, φτάνοντας στο σημείο να θεωρούν ότι η μετάδοση είναι «ασυνήθιστη» και ο αντίκτυπος στους θανάτους μηδαμινός, οπότε το κόστος στην οικονομία προέχει. Οι μελέτες αυτές, αρχής γενομένης από τη βρετανική που δημοσιεύτηκε στο Lancet στις 6 Απρίλη,  βασίζονται σε αυθαίρετες γενικεύσεις «εμπειρικών δεδομένων», στην «καλύτερη» περίπτωση (περίπτωση γαλλικής μελέτης 13 Απρίλη, που θα δούμε παρακάτω) πραγματικών δεδομένων ιχνηλάτησης μεμονωμένου περιστατικού σε ένα παιδί (!) (καμία σχέση με τα ποσοτικά δεδομένα της γερμανικής και κινεζικής μελέτης), στη «χειρότερη» (περίπτωση Lancet 6 Aπρίλη) στην εκτίμηση ποσοστού διεθνών δημοσιεύσεων που περιέχουν στοιχεία με μετάδοση από παιδιά. Αν αυτή είναι ελάχιστη, τότε ελάχιστη είναι η μετάδοση! Κι όμως, δεν είναι ψέμα, αυτές οι μελέτες περνάνε σκανδαλωδώς σε peer review διεθνών περιοδικών (κατόπιν εξέτασης από κριτές επιστήμονες), από αρχές Απρίλη, με προφανή στόχο να διαμορφώσουν την κατάσταση στα μίντια, ώστε ο κάθε σφουγγοκωλάριος «ευρωπαίος Τσιόδρας», μια ωραία πρωία, να κάνει κωλοτούμπα από τις προγενέστερες δηλώσεις του, σαν κι αυτές στις 15 Απρίλη: «Μέτρα υγιεινής, αποστάσεις, μέγιστο αριθμό παιδιών ανά τάξη, κυλιόμενα διαλείμματα, πολύ πλύσιμο των χεριών. Δεν επιτρέπεται να είναι πάνω από δυο παιδιά μαζί, πάνω από πέντε στο διάλειμμα.  Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολα είναι κάποια από αυτά;». Και να επισπεύσει το άνοιγμα των σχολείων.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τσιόδρας έσπευσε να υιοθετήσει τις μελέτες σκοπιμότητας και να τις υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων, ρισκάροντας τον κίνδυνο να ξεφτιλιστεί ανεπανόρθωτα. Σε αυτό το σημείωμα θα εξετάσουμε ένα-προς-ένα τα βασικά σημεία αυτών των μελετών για να καταλάβουμε το μέγεθος της αντιεπιστημονικής μεθόδευσης που πραγματοποιείται σε βάρος της υγείας του λαού και προς όφελος των κερδών του κεφαλαίου σε όλη την Ευρώπη.

Βρετανική δημοσίευση στο Lancet, 6 Απρίλη

Η πρώτη δημοσίευση που προλειαίνει το έδαφος για μπαράζ από μελέτες σκοπιμότητας όλο τον Απρίλη είναι η δημοσίευση στο Lancet στις 6 Απρίλη (https://www.thelancet.com/journals/lanchi/article/PIIS2352-4642(20)30095-X/fulltext), που ξεκινά στην προμετωπίδα της ως εξής: «Πρόσφατες μελέτες μοντελοποίησης της COVID-19 προβλέπουν ότι το μέτρο του κλεισίματος των σχολείων από μόνο του θα αποτρέψει μόνο το 2%-4% των θανάτων, πολύ λιγότερο από τις παρεμβάσεις των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης»!

Οι πρόσφατες αξιόπιστες μελέτες με πραγματικά δεδομένα και όχι αυθαίρετες υποθέσεις μαθηματικής μοντελοποίησης, αποδεικνύουν, όπως είδαμε, ακριβώς το αντίθετο. Παρακάτω στην ίδια δημοσίευση διαβάζουμε το εξής αυθαίρετο συμπέρασμα που προσπαθεί να αντικρούσει τον σημαντικό αντίκτυπο της αποτροπής της μετάδοσης της νόσου από τους μαθητές στους μεγαλύτερους, με το κλείσιμο των σχολείων: «Ενας λόγος για τον οποίο το κλείσιμο του σχολείου μπορεί να είναι αποτελεσματικό κατά τη διάρκεια των ξεσπασμάτων (σ.σ. της επιδημίας) μπορεί να είναι επειδή αναγκάζει τους γονείς να δουλεύουν στο σπίτι και, συνεπώς, να μειώνονται οι επαφές που σχετίζονται με την εργασία».

Μερικές γραμμές πιο κάτω, δεν αργεί να φανερωθεί η σκοπιμότητα της μελέτης, διανθισμένη με «σπαραξικάρδιο», πασίδηλα υποκριτικό ενδιαφέρον για τα φτωχά παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση στο κολατσιό του σχολείου, αλλά και με μια «ηχηρή» ανακολουθία στον ειρμό των συγγραφέων, που προφανώς τους ξέφυγε στην απόπειρά τους να χτυπήσουν σώνει και καλά ως αναποτελεσματικό μέτρο το κλείσιμο των σχολείων. Συγκεκριμένα, επισημαίνουν τον κίνδυνο μετάδοσης από παιδιά σε παππούδες στη περίπτωση του κλεισίματος των σχολείων: «Ωστόσο, αναλύσεις έχουν επισημάνει τις δυσμενείς επιπτώσεις του κλεισίματος του σχολείου, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών ζημιών στους εργαζόμενους γονείς, στους εργαζόμενους στο τομέα της υγείας και άλλους βασικούς εργαζόμενους (σ.σ.: εννοεί στους κλάδους που παρέχουν τα χρειώδη κατά τη διάρκεια της επιδημίας), που απομακρύνονται από την εργασία για τη φροντίδα των παιδιών, και στην κοινωνία, από την απώλεια της παραγωγικότητας των γονέων, στη μετάδοση από παιδιά σε ευάλωτους παππούδες, στην απώλεια της εκπαίδευσης, σε βλάβες στην ευημερία των παιδιών, ιδίως μεταξύ των πιο ευάλωτων μαθητών, και σε διατροφικά προβλήματα ειδικά σε παιδιά για τα οποία τα δωρεάν σχολικά γεύματα αποτελούν σημαντική διατροφική πηγή».

Ακολουθεί το αράδιασμα διάφορων άσχετων αναφορών για τη γρίπη στο παρελθόν, με τις οποίες και πάλι οικοδομούν το συμπέρασμα ότι τα σχολεία δεν έπρεπε να κλείσουν (όταν όλοι ξέρουμε ότι τα σχολεία έκλεισαν αμέσως ακριβώς λόγω των δεδομένων για μεταδοτικότητα των μαθητών στη γρίπη), γιατί… επιβαρύνουν την οικονομία:

«Ανάλυση οικονομικού μοντέλου του 2010 για το κλείσιμο των σχολείων ως μέτρο μετριασμού της εκδήλωσης της γρίπης έδειξε ότι το κλείσιμο 4 βδομάδων ή 13 εβδομάδων μείωνε το ποσοστό κλινικής επίθεσης ελάχιστα, αλλά αύξανε σημαντικά το οικονομικό κόστος για το έθνος, συγκεκριμένα μέσω της αναγκαστικής απουσίας των εργαζόμενων γονιών, στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες. Το κόστος εκτιμάται ότι είναι 0,2%-1% του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου ετησίως για το κλείσιμο των σχολείων για 12-13 βδομάδες, η 3% του ΑΕΠ για 8 βδομάδες στις ΗΠΑ».

Και έρχεται το «ζουμί»:

«Υπάρχουν λίγα διαθέσιμα στοιχεία από τη βιβλιογραφία σχετικά με τα ξεσπάσματα του κοροναϊού, που μπορούν να καθοδηγήσουν τις χώρες σχετικά με τη χρήση του μέτρου του κλεισίματος των σχολείων ή άλλων πρακτικών κοινωνικής αποστασιοποίησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19. Τα διαθέσιμα στοιχεία συνάδουν με ένα ευρύ φάσμα επιπτώσεων από το κλείσιμο των σχολείων, από τη μικρή επίδραση στη μείωση της μετάδοσης έως τα πιο σημαντικά αποτελέσματα. Ωστόσο, το οικονομικό κόστος και οι πιθανές ζημιές από το κλείσιμο των σχολείων είναι αναμφίβολα πολύ υψηλά».

Με άλλα λόγια, αφού δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις για μετάδοση από παιδιά, αυτά δεν μεταδίδουν. Τι κι αν η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών βρισκόταν από τον Μάρτη σε καραντίνα και τα σχολεία είχαν κλείσει νωρίτερα, οπότε δεν υπήρχαν επιδημιολογικά δεδομένα (η επιδημιολογική σύνδεση και η ιχνηλάτηση των πρώτων ημερών αφορούσε κυρίως ενήλικες που ταξίδευαν από το εξωτερικό); Τι κι αν τα δείγματα σε κρούσματα από ανήλικες υποεκτιμούνταν παντού, αφού τα παιδιά δεν ασθενούν στον ίδιο βαθμό με τους ενήλικες, οπότε στους νοσηλευόμενους ήταν μια ελάχιστη μειοψηφία για να πραγματοποιηθούν αξιόπιστες κλινικές μελέτες; Τι κι αν τα τεστ PCR μοριακής διάγνωσης (τα πλέον αξιόπιστα, αφού εντοπίζουν το γονιδίωμα του ιού στο DNA του φορέα του ιού) είναι διεθνώς ελάχιστα για να καλύψουν το ευρύ φάσμα των ηλικιών όλων των ασυμπτωματικών και στην πραγματικότητα καλύπτουν κυρίως τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, δηλαδή κυρίως τους ηλικιωμένους που εμφανίζουν βαριά συμπτώματα;

Προφανώς, τα «επιχειρήματα» της δημοσίευσης στο Lancet δεν ήταν επαρκώς πειστικά. Χρειαζόταν κάτι πιο ηχηρό για να επηρεαστεί η «κοινή γνώμη», ένα τεκμαρτό στοιχείο, τουλάχιστον… ένα επιδημιολογικό δεδομένο. Κι αυτό… βρέθηκε λίγες μέρες μετά.

Γαλλική μελέτη, 13 Απρίλη

Στις 13 Απρίλη, δημοσιεύτηκε στο Clinical Infectious Diseases (https://academic.oup.com/cid/advance-article/doi/10.1093/cid/ciaa424/5819060) η περιβόητη γαλλική μελέτη, στην οποία αναφέρεται συνεχώς ο Τσιόδρας, προκειμένου να στηρίξει την εισήγησή του για το άνοιγμα των σχολείων. Η μελέτη αυτή δεν είχε ως αντικείμενο την αξιολόγηση της μεταδοτικότητας των παιδιών ως φορέων του ιού. Για την ακρίβεια, καμία σχέση! Εξέταζε την αλυσίδα υπερμετάδοσης του ιού στη Γαλλία από έναν Αγγλο (ασθενής 0), που βρέθηκε για διακοπές σε σαλέ στις γαλλικές Αλπεις.

Ο Αγγλο είχε μολυνθεί από τον ιό κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του σε συνέδριο στη Σιγκαπούρη, από τις 18 έως τις 23 Γενάρη, στο οποίο συμμετείχαν άτομα με προέλευση από την Ουχάν, που είχαν ήδη προσβληθεί από τον ιό. Μετά την επιστροφή του από την Σιγκαπούρη στο Λονδίνο, πέταξε με αεροπλάνο στη Γενεύη στις 24 Γενάρη και από κει κατευθύνθηκε για σκι στη Γαλλία. Στις 28 Γενάρη επέστρεψε στην Αγγλία. Το βράδυ στις 24 Γενάρη άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο σαλέ, ο ιός μεταδόθηκε σε πέντε φορείς που διαγνώστηκαν θετικοί στη Γαλλία, σε έξι που διαγνώστηκαν θετικοί στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε έναν που διαγνώστηκε θετικός στην Ισπανία. Μετά την αποχώρηση του άγγλου «ασθενούς 0», πέντε άρτι αφιχθέντες βρετανοί τουρίστες προσβλήθηκαν από τον ιό. Στις 7 Φλεβάρη απομονώθηκαν και τέθηκαν υπό επιτήρηση σε νοσοκομείο.

Μέσα στο κυκεώνα των μεταδόσεων που επακολούθησαν βρέθηκε κι ένα εννιάχρονο παιδί που είχε παρακολουθήσει τρία διαφορετικά σχολεία και μάθημα σκι όσο ήταν συμπτωματικό. Οι αρχές έσπευσαν να αξιολογήσουν όλες τις πιθανές επαφές που μπορεί να είχε το παιδί αυτό στους χώρους που βρέθηκε, προσμετρώντας τες σε 112 μέσα στα σχολεία.

Η δημοσίευση αναφέρει: «Ολα τα παιδιά και οι δάσκαλοι που ήταν στην ίδια τάξη με τη συμπτωματική παιδιατρική περίπτωση θεωρήθηκαν επαφές υψηλού κινδύνου και απομονώθηκαν στο σπίτι».

Προφανώς και το παιδί αυτό δεν είχε στενές αλληλεπιδράσεις με 112 άτομα. Η επιδημία ήταν στο πρωταρχικό της στάδιο και πάρθηκαν αμέσως προληπτικά μέτρα για να διακοπεί η αλυσίδα της μετάδοσης (θυμόμαστε πολύ καλά τι συνέβαινε και στην Ελλάδα τότε). Από τις συνολικές 172 επαφές της αλυσίδας, 84 αξιολογήθηκαν ως υψηλού/μέτριου ρίσκου. Από αυτούς 73 εξετάστηκαν και βρέθηκαν όλοι αρνητικοί στον ιό. Μετά από 14 μέρες δεν παρουσιάστηκε κάποιο σύμπτωμα στο σύνολο των επαφών.

Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι μέσα σε αυτόν το χαμό δεν υπήρξαν και άτομα που ήταν ασυμπτωματικοί ή νόσησαν ήπια. Ξέρουμε πολύ καλά ότι πολλοί ασθενείς, παρότι έχουν ακόμα και συμπτώματα, δε διαγιγνώσκονται θετικοί σε τεστ μοριακής διάγνωσης και ακολουθούν αλλεπάλληλα τεστ στα ίδια πρόσωπα μέχρι να διαγνωστούν ασθενείς.

Οι συγγραφείς της δημοσίευσης κατέληγαν μέσα στο ίδιο κείμενο σε δυο συμπεράσματα.

Ενα επιφυλακτικό για γενικεύσεις: «Το γεγονός ότι ένα μολυσμένο παιδί δεν μετέδωσε την ασθένεια, παρά τις στενές αλληλεπιδράσεις στα σχολεία, υποδηλώνει πιθανή διαφορετική μετάδοση στα παιδιά».

Και ένα εντελώς αυθαίρετο: «Η εμφάνιση μιας περίπτωσης, ενός παιδιού που είχε κι άλλους αναπνευστικούς ιούς και δεν μετέδοσε την ασθένεια, παρά τις αλληλεπιδράσεις του με τους συμμαθητές του, υποδηλώνει ότι τα παιδιά μπορεί να μην είναι σημαντική πηγή μετάδοσης αυτού του νέου ιού».

Αυτό το μεμονωμένο περιστατικό, ενός παιδιού εν μέσω μιας κατάστασης ανεξέλεγκτης μετάδοσης του ιού, έγινε «σημαία» των υπερασπιστών του ανοίγματος των σχολείων με κάθε κόστος.

 Ο Τσιόδρας έλεγε στις 29 Απρίλη: «Κατά τη διερεύνηση του πρώτου κρούσματος στη Γαλλία, ενδελεχή διερεύνηση, ένα μολυσμένο παιδί παρακολούθησε τρία διαφορετικά σχολεία ενώ ήταν συμπτωματικό και είχε 112 επαφές που εντοπίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων άλλων παιδιά και καθηγητών. Δεν εντοπίστηκαν συμπτωματικά δευτερογενή περιστατικά. Φυσικά δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα μολυσμένο παιδί να κολλήσει κάποιον, αλλά αυτό δεν αλλάζει τις έως τώρα γενικές παρατηρήσεις»,

 Και προσέθετε με νόημα: «Μάλιστα, οι μεμονωμένες δημοσιευμένες αναφορές περιπτώσεων που αναφέρθηκε το παιδί σαν πηγή μετάδοσης, έχουν κακώς τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, μη επαρκή»

Οπως βλέπουμε, τα μη επαρκή τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα είναι αυτά της γαλλικής μελέτης, που αυθαίρετα κάνουν γενικεύσεις από ένα μεμονωμένο περιστατικό μέσα στον κακό χαμό μιας αλυσίδας υπερμετάδοσης. Με αυτό το… ατράνταχτο στοιχείο, ο Τσιόδρας κατέληγε στις 29 Απρίλη: «μετάδοση από παιδί σε ενήλικα φαίνεται να είναι ασυνήθιστη». Η φράση του ήταν πιστή μετάφραση από το δελτίο εκτίμησης κινδύνου του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νοσημάτων (Ευρωπαϊκό CDC), στις 23 Απρίλη, με ευθεία αναφορά στη γαλλική μελέτη.

Το προκλητικό με τον Τσιόδρα είναι ότι μια μέρα μετά (30 Απρίλη) κατηγορούσε τους γερμανούς συγγραφείς της ομάδας του Ντρόστεν για «αυθαίρετη γενίκευση»: «Η μελέτη των Γερμανών για παράδειγμα, για να καταλάβετε για τι μιλάμε, μιλάει για 16 μαθητές Δημοτικού σχολείου. Μπορείς με 16 μαθητές Δημοτικού σχολείου να πάρεις απόφαση για 1.400.000 έλληνες μαθητές; Λέω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε».

Σίγουρα, πάντως, δεν μπορείς να πάρεις απόφαση με έναν μαθητή…

Σουηδική Μελέτη, 20 Απρίλη

Και τώρα περνάμε στην χώρα της «ανοσίας της αγέλης» μέχρις εσχάτων, στη Σουηδία. Για το λόγο που θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω, μελέτη που διεξήχθη στη χώρα αυτή, που δεν πήρε κανένα περιοριστικό μέτρο για να μη θέσει σε κίνδυνο την οικονομία της, θυσιάζοντας μέχρι σήμερα 2.854 ανθρώπους στο βωμό του κέρδους των σουηδικών μονοπωλίων (https://www.worldometers.info/coronavirus/country/sweden/), έγινε σημαία στο μηχανισμό προπαγάνδας του Τσιόδρα.

Στις 29 Απρίλη έλεγε: «Και έκτον, δεδομένα από πληθυσμιακές μελέτες στην Ιταλία, την Ισλανδία και τη Σουηδία, δείχνουν ότι τα παιδιά είναι απίθανο να είναι πρωτογενείς περιπτώσεις μεταδόσεως της νόσου».

Στις 20 Απρίλη δημοσιεύτηκε η περίφημη σουηδική μελέτη (https://www.folkhalsomyndigheten.se/publicerat-material/publikationsarkiv/f/forekomsten-av-covid-19-i-region-stockholm-26-mars3-april-2020/), στην οποία αναφέρεται ο Τσιόδρας. Ας δούμε, λοιπόν, εν τάχει τι πραγματεύεται αυτή η μελέτη. Κατά τη χρονική περίοδο από 26 Μάρτη μέχρι 3 Απρίλη προσκλήθηκαν 738 εθελοντές να πάρουν μόνοι τους (!) δείγματα με ειδικό κιτ που τους παραδόθηκε με οδηγίες χρήσης (!!) και να τα παραδώσουν στις αρμόδιες αρχές για μοριακή διάγνωση με τεχνική PCR. Οχι, δεν είναι ανέκδοτο, είναι αλήθεια. Μάλιστα, στην παράδοση-παραλαβή δεν ανακατεύτηκε κάποια αρμόδια υγειονομική υπηρεσία, αλλά ο στρατός!

Αυτές είναι οι προδιαγραφές της περιβόητης σουηδικής μελέτης. Οποιος έχει ασχοληθεί ελάχιστα με το ζήτημα της διάγνωσης καταλαβαίνει ότι αυτές οι προδιαγραφές, πρώτα απ' όλα, υποδηλώνουν την απόλυτη έλλειψη κρατικής μέριμνας στο ζήτημα της προστασίας από τον ιό. Ακόμα και ο κουτσουρεμένος μηχανισμός της Ελλάδας κάνει περισσότερα και σίγουρα πολύ πιο αξιόπιστα τεστ κάθε μέρα.

Οι συμμετέχοντες ανήκαν στο ηλιακό φάσμα από 2 έως 86 χρόνων και υποτίθεται ήταν με τέτοιο τρόπο επιλεγμένοι ώστε να αποτελούν αξιόπιστο δείγμα για τη Στοκχόλμη. Ομως, το αποτέλεσμα ακόμα κι αυτής της μελέτης κάθε άλλο παρά δικαιώνει τον Τσιόδρα.

Συγκεκριμένα, στη μελέτη αναφέρονται τα εξής: «Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου 2.5% (18 άτομα από 707 έγκυρα τεστ) του πληθυσμού της περιοχής της Στοκχόλμης έφεραν τον ιό στο αναπνευστικό τους σύστημα κατά τη διάρκεια της έρευνας. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στη θετικότητα μεταξύ φύλων ή ηλικιακών ομάδων».

Δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα παιδιά ήταν απίθανο να είναι πρωτογενείς περιπτώσεις μεταδόσεως της νόσου. Μάλλον ο μηχανισμός του Τσιόδρα έκανε ένα λάθος στη μετάφραση της εκτίμησης κινδύνου του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), γιατί και σ’ αυτήν, στις 23 Απρίλη (https://www.ecdc.europa.eu/sites/default/files/documents/covid-19-rapid-risk-assessment-coronavirus-disease-2019-ninth-update-23-april-2020.pdf?fbclid=IwAR0doBgyAotFepd_XluTwZTQhr9EtxmZenJZAEJB4Td56S5JicHMjL3lVes) αναφέρεται ρητά:  «Στην περιοχή της Στοκχόλμης, μελέτη με 707 συμμετέχοντες (147 ήταν παιδιά με ηλικία κάτω των 15) ανέφερε 2,5% συνολικό ποσοστό θετικότητας και 2,8 μεταξύ των παιδιών»!!

Εφήμερα είδωλα

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θυμίζουμε ότι βασικό χαρτί της κυβέρνησης στην προπαγάνδα ήταν ότι έκλεισε τα σχολεία νωρίτερα σε σχέση με τις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες, Γερμανία και Γαλλία, πριν από την έναρξη της καραντίνας. Τώρα, ξαφνικά, το χαρτί αυτό «καίγεται» για ανάγκες των κερδών των καπιταλιστών και ενός ολόκληρου μηχανισμού της λεγόμενης «παραπαιδείας», που πιέζει να ολοκληρωθούν οι πανελλαδικές το συντομότερο δυνατόν.

Το κλείσιμο των σχολείων ήταν ουσιαστικό ως τμήμα των συνολικών μέτρων της κοινωνικής αποστασιοποίησης, τα οποία πάρθηκαν καθυστερημένα και υπονομευμένα, αφού μεγάλες επιχειρήσεις συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται και η Εκκλησία μέχρι την τελευταία στιγμή επέβαλε τις μεσαιωνικές της απαιτήσεις στην ελληνική πολιτεία.

Τα οριζόντια περιοριστικά μέτρα της καραντίνας, ως τακτική, δε διέφεραν σε τίποτα από τα αντίστοιχα μέτρα των κεντρικών ευρωπαϊκών χωρών. Η διαφορά ήταν ότι η διασπορά της νόσου στην Ελλάδα, όπως και σε όλα τα Βαλκάνια, ήταν ασύγκριτα μικρότερη από Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, λόγω των πολύ λιγότερων πτήσεων που συνδέουν τις ευρωπαϊκές χώρες με τις χώρες της Ασίας. Η εύρεση κρουσμάτων στη Γαλλία από τα τέλη Δεκέμβρη, ενισχύει πλήρως αυτό το συμπέρασμα.

Η κυβερνητική και μιντιακή προπαγάνδα έχει επενδύσει πολλά στον "ειδικό Τσιόδρα" που εμπιστεύτηκε ο Μητσοτάκης και… έσωσε την Ελλάδα. Ο Τσιόδρας, όμως, δεν είναι παρά ένα είδωλο της στιγμής. Σε κάθε περίοδο χρειάζονται επιστήμονες-αχυράνθρωποι για να υπηρετήσουν τη σκοπιμότητα. Πριν από το ξέσπασμα της επιδημίας στη χώρα, ο Τσιόδρας ήταν εγκληματικά καθησυχαστικός, υποστηρίζοντας ότι η χώρα ήταν οχυρωμένη. Τώρα, πρέπει και πάλι να καθησυχάσει, επιστρατεύοντας αντιεπιστημονικά επιχειρήματα από μελέτες σκοπιμότητας.

Η χώρα βγαίνει από την καραντίνα και το άνοιγμα των σχολείων ελλοχεύει τεράστιους κινδύνους για την αύξηση της μετάδοσης της νόσου. Τα σχολεία δε διαθέτουν καν τους ειδικά διαμορφωμένους χώρους και τα απαραίτητα μέσα προστασίας, απολύτως απαραίτητους όρους για την επαναλειτουργία τους σε συνθήκες πανδημίας. Τα τεστ μοριακής διάγνωσης είναι ελάχιστα. Χρειάζεται ακόμα χρόνος και προετοιμασία για τη μετάβαση σε μια ομαλή κατάσταση που θα προφυλάσσει την υγεία των παιδιών, των δικών τους και των διδασκόντων.

Ο λαός μας δεν πρέπει να έχει καμία εμπιστοσύνη στους διπλωματούχους λακέδες της κυβερνητικής εξουσίας και του κεφαλαίου. Οι καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι οι πρώτοι που θα σηκώσουν το βάρος της αναμέτρησης απέναντι στα σχέδιά τους να επανεκινήσουν την οικονομία αδιαφορώντας για το κόστος για τη δημόσια υγεία. Οφείλουμε να τους υποστηρίξουμε με όλα τα μέσα, καταπολεμώντας τη μαύρη προπαγάνδα που θα αρχίσει να απλώνεται στα μίντια σε βάρος τους σαν μαύρη πανούκλα.
Τετάρτη 06 Μαΐου 2020