Έγκλημα και Τιμωρία: προβληματισμοί για την έννοια και την αντιμετώπιση του εγκλήματος


της Αγγελικής Καρδαρά.

“As long as there have been people, there has been crime. [..].The history of criminology is in many ways the history of humanity”[1]

Το έγκλημα είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Όσοι υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και έγκλημα. Η ιστορία της εγκληματολογίας είναι με πολλούς τρόπους η ιστορία της ανθρωπότητας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλες οι φυλές και οι κοινότητες, πέρα από τους γραπτούς νόμους, οργανώθηκαν και βάσει ενός άγραφου κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος καθόριζε ποιες ενέργειες ήταν αποδεκτές και ποιες όχι, άρα έπρεπε να τιμωρούνται. Μάλιστα ο χαρακτηριζόμενος και ως «κώδικας ηθικής» ήταν συχνά πιο αυστηρός και είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τους θεσμικά καθιερωμένους νόμους, γιατί απέρρεε από το «λαϊκό αίσθημα» περί δικαίου. Επομένως, η ποινή από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, είτε στηρίζεται σε άγραφους είτε σε γραπτούς κανόνες, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των κοινωνιών, που θεωρείται απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους. Κατά συνέπεια, η έννοια της «τιμωρίας» δεν μπορεί να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την έννοια της «κοινωνίας», διότι συνδέεται άρρηκτα με αυτήν («έγκλημα και τιμωρία»). Η ποινή συνιστά, υπό αυτή την έννοια, ένα κατεξοχήν κοινωνικό και κατ’ επέκταση ιστορικό φαινόμενο, δεδομένου ότι πηγάζει από την κοινωνική δομή και υπόκειται στις αρχές της, αποκαλύπτοντας σε ένα δεύτερο επίπεδο την παθολογία της κοινωνικής μας ζωής.

Ως προς τη γλωσσική ανάλυση της λέξης «ποινή», καταγράφεται στα λεξικά με δύο σημασίες: με την καθημερινή/κοινή χρήση της και τη νομική. Ειδικότερα, ως όρος της καθομιλουμένης σημαίνει «είδος τιμωρίας που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη». Ως νομικός όρος, αποκτά πιο εξειδικευμένη σημασία. Έχει την έννοια της «τιμωρίας που επιβάλλεται σε κάποιο άτομο, κατόπιν δικαστικής απόφασης και ισοδυναμεί με τη στέρηση της ελευθερίας, περιουσίας ή ζωής του ή την επιβολή προστίμου».


Πάρα την μακρά ιστορία τους, ωστόσο, η έννοια του εγκλήματος και της τιμωρίας,  πάντοτε θα απασχολεί τις κοινωνίες, θα προβληματίζει ερευνητικά αλλά και θα υφίσταται διαφοροποιήσεις, σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενες από τις ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις.


Ακολουθεί το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου,  κ.  Αντώνη Μαγγανά, υπό τον τίτλο Προβληματισμοί γύρω από την έννοια, το περιεχόμενο και την αντιμετώπιση του εγκλήματος, το οποίο φωτίζει καίριες πτυχές του πολυσύνθετου ζητήματος που αφορά την έννοια, το βαθύτερο περιεχόμενο αλλά και την αντιμετώπιση του εγκλήματος. Πρώτη Δημοσίευση στην Αστυνομική Ανασκόπηση, Μαρτίου-Απριλίου 2006, έτος, 23o, τεύχος 236.


Γράφει ο Καθηγητής Α. Μαγγανάς


Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το πολύ σημαντικό έργο της Επιτροπής μεταρρύθμισης του Δικαίου του Καναδά, που έδωσε στη δημοσιότητα στις 28/3/2000  ένα προκαταρκτικό δοκίμιο με τίτλο «Τι είναι έγκλημα;». Για την προετοιμασία του δοκιμίου αυτού συνεργάσθηκαν γνωστοί πανεπιστημιακοί και ερευνητές από όλο τον Καναδά προερχόμενοι από διάφορες κοινωνικές επιστήμες. Στόχος της Επιτροπής ήταν να προβληματισθούν οι Καναδοί πολίτες  ως προς το τι είναι έγκλημα στη σύγχρονη εποχή κατά την οποία έχουν επέλθει σημαντικές αλλαγές και αναπροσαρμογές σε παραδοσιακές αντιλήψεις και αξίες.


I) Η σχετικότητα της έννοιας του εγκλήματος


Η ανθρωποκτονία, ως κοινωνικό φαινόμενο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβε χώρα. Πολλές κοινωνίες δεν θεωρούν ως φόνο την ανθρωποκτονία σε κατάσταση νόμιμης άμυνας και οι ανθρωποκτονίες στους χώρους εργασίας σπάνια επιφέρουν ποινικές κυρώσεις αντίθετα προς τον φόνο κατά τη διάρκεια μιάς ληστείας που επισύρει βαρύτατες ποινικές κυρώσεις. Ένα  ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η χρήση του κινητού τηλεφώνου κατά τη διάρκεια της οδήγησης. Πώς πρέπει να αντιμετωπισθεί αυτό το φαινόμενο; Οι κυβερνήσεις θα θελήσουν, ασφαλώς, να προσδιορίσουν τη φύση του προβλήματος και στη συνέχεια να αποτιμήσουν τη βαρύτητα και τη συχνότητά του. Υπάρχει, άραγε, κάποια σχέση ανάμεσα στη χρήση του κινητού και τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα;  Μετά τον προσδιορισμό της φύσης του προβλήματος, η κυβέρνηση πρέπει να καθορίσει την παρέμβαση που πρέπει να γίνει. Στόχος μας πρέπει να είναι  η απαγόρευση της χρήσης του κινητού όταν οδηγεί κάποιος; Οι κυβερνήσεις έχουν τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε διάφορες πολιτικές πρόληψης και αποτροπής για να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του ατόμου.


Το Ποινικό Δίκαιο, από την πλευρά του, βασίζεται και έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι θεωρούμε κάποιον υπεύθυνο για μία συγκεκριμένη εγκληματική πράξη. Έτσι όμως, το κοινωνικό, πολιτικό και μορφωτικό πλαίσιο που δημιούργησε το πρόβλημα εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Το ποινικό δίκαιο γενικεύει το πρόβλημα εξατομικεύοντας τα αίτια. Γενικεύει το πρόβλημα υπό την έννοια ότι αναγνωρίζει τη βασιμότητα της αξίωσης του θύματος μιάς εγκληματικής πράξης θεωρώντας ότι είναι αρκετή για να απαιτήσει μία προστασία από το κράτος. Παράλληλα, όμως, εξατομικεύει το πρόβλημα καθιστώντας υπεύθυνα ορισμένα άτομα (τους ατομικούς παραβάτες). Αν και αναγνωρίζουμε ότι η βία απέναντι στα παιδιά είναι το αποτέλεσμα σύνθετων κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων αποδίδουμε, παρ’ όλ’ αυτά την ευθύνη για μια τέτοια συμπεριφορά σ’ ένα συγκεκριμένο άτομο.


Η προσφυγή στο ποινικό δίκαιο οφείλεται, πρωτίστως, στο  ότι θεωρούμε ότι θα αποτρέψει τα άτομα από το να υιοθετήσουν ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Και όμως ο αποτρεπτικός ρόλος εξαρτάται από το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο και πολλοί θεωρούν ότι ο ποινικός μηχανισμός δεν καταφέρνει να παρεμποδίσει τα άτομα από το  να τελούν εγκλήματα. Για παράδειγμα οι μελέτες γύρω από την κατανάλωση κάνναβης στον Καναδά καταδεικνύουν ότι τα χρόνια ποινικοποίησης αυτής της συμπεριφοράς δεν είχαν κανένα σημαντικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ενώ το κόστος αυτής της πολιτικής εξακολουθεί να ανεβαίνει.


Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει μία μονοδιάστατη, διαχρονική και αμετακίνητη έννοια του τι είναι έγκλημα. Η κατανάλωση αλκοόλ και τα τυχερά παιγνίδια είναι δύο παραδείγματα συμπεριφορών που θεωρήθηκαν εγκλήματα στο παρελθόν αλλά που δεν θεωρούνται, πλέον, σήμερα. Αντίθετα, μόλις τη δεκαετία του 1980 θεωρήθηκε ως έγκλημα ο βιασμός της συζύγου από τον σύζυγο. Η κατανάλωση μαριχουάνας απεγκληματοποιείται σταδιακά σε ορισμένες χώρες, ενώ ορισμένες ανεπιθύμητες συμπεριφορές που σχετίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών γίνονται εγκλήματα. Στις ΗΠΑ, περί το τέλος της δεκαετίας του 1970, τα ΜΜΕ δημιούργησαν ένα κλίμα πανικού ως προς ορισμένα εγκλήματα βίας κατά των ηλικιωμένων. Κατά συνέπεια το κοινό άρχισε ν’ απαιτεί αυστηρότερες ποινές για τους παραβάτες. Αυτή η πλασματική αύξηση της εγκληματικότητας οδήγησε σε μία μεγάλη αύξηση του ποσοστού εγκλεισμού στις φυλακές, κυρίως των ΗΠΑ αλλά και άλλων δυτικών χωρών. Κατά περίεργο τρόπο την ίδια περίοδο τα ποσοστά της καταγεγραμμένης εγκληματικότητας παρουσίαζαν κάμψη.


Η Επιτροπή Μεταρρύθμισης του Δικαίου του Καναδά, το 1978, στο Πόρισμα της «Notre droit penal» είχε τονίσει ότι το ποινικό δίκαιο δεν θα πρέπει να στοχεύει παρά τις πράξεις εκείνες που απειλούν ή παραβιάζουν σοβαρά τις βασικές κοινωνικές αξίες. Η έννοια της πρόκλησης βλάβης απέκτησε, έκτοτε, κομβική σημασία. Ο θάνατος ενός ατόμου είναι η πλέον σημαντική βλάβη που μπορεί να  προκληθεί. Και όμως στον Καναδά ο αριθμός των θανάτων στους χώρους εργασίας ξεπερνά τον αριθμό των φόνων από πρόθεση. Στις περιπτώσεις θανάτων σε «εργατικά ατυχήματα» κι εάν αποδειχθεί αμέλεια σπάνια καταλήγουν στην ποινική δικαιοσύνη. Προτιμούμε να ρυθμίσουμε τα θέματα αυτά μέσω των ασφαλειών ή μέσω διακανονισμών.


Σε ένα άλλο επίπεδο το να επιδίδεται κάποιος στα τυχερά παιχνίδια θεωρείται, συχνά, ως μία συμπεριφορά που περικλείει κινδύνους τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνία. Για το άτομο, διότι αναπτύσσει μία εξάρτηση, αλλά και για την κοινωνία όταν σκεφτούμε τις αρνητικές συνέπειες για τα μέλη της οικογένειας του εξαρτημένου καθώς και το κόστος που συνεπάγεται η θεραπεία από αυτή την εξάρτηση. Παρ’ όλα αυτά, εδώ και μερικά χρόνια, παρατηρείται μία αύξηση του αριθμού των καζίνο που η ίδια η Πολιτεία εκμεταλλεύεται, ενώ εξακολουθούμε να τιμωρούμε τα παιχνίδια σε ιδιωτικούς χώρους. Γιατί λοιπόν η δραστηριότητα αυτή προκαλεί βλάβη όταν γίνεται από ιδιώτες και όχι όταν την εκμεταλλεύεται το κράτος; Γιατί τα τυχερά παιχνίδια συνιστούν έγκλημα στη μία περίπτωση και μη εγκληματική συμπεριφορά στην άλλη;


Επικρατεί εξάλλου η άποψη ότι το ποινικό δίκαιο πρέπει να χρησιμοποιείται για τις πλέον επιβλαβείς συμπεριφορές. Όταν παρουσιάζεται κάποιο πρόβλημα η τάση μας είναι να στραφούμε, αμέσως, στο ποινικό δίκαιο για να το ρυθμίσουμε. Όμως η αποψίλωση ενός δάσους αποτελεί μία εμπορική πρακτική ή μία υποβάθμιση του περιβάλλοντος (αδίκημα); Το χαστούκι αποτελεί μέσο σωφρονισμού για το παιδί ή μία μορφή βίας; Το τσίρκο, μία διασκέδαση ή μία κατάχρηση απέναντι στα ζώα; Η ευθανασία είναι μία ανακούφιση ή μία δολοφονία;


Η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να είναι επιβλαβής κατά πολλούς τρόπους. Το κάπνισμα είναι επιβλαβές για την υγεία του καπνιστή, όμως ο καπνός που εκπέμπεται μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία των άλλων (παθητικό κάπνισμα). Η οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα  θέτει σε κίνδυνο τόσο τη ζωή του οδηγού όσο και των άλλων. Η παράλειψη του να υποστεί κάποιος μια ιατρική εξέταση, εκτός από τον κίνδυνο που μπορεί να δημιουργήσει για το ίδιο το άτομο, μπορεί να κοστίσει αρκετά χρήματα για το σύστημα υγείας. Η κατασκευή ενός υδροηλεκτρικού φράγματος μπορεί να προξενήσει βλάβη στην πανίδα αλλά και σ’ αυτούς που ζουν από την καλλιέργεια της γης. Μερικές από τις παραπάνω συμπεριφορές είναι ποινικά αδικήματα, μερικές ρυθμίζονται με διακανονιστικές πράξεις, ενώ άλλες μας απασχολούν πολύ λίγο. Γιατί άραγε; Η τάση που επικρατεί, πάντως, είναι ότι μία συμπεριφορά επιβλαβής για τον άλλο απαιτεί μία εντονότερη παρέμβαση απ’ ότι μία συμπεριφορά που προκαλεί βλάβη μόνο σ’ εκείνον που επιδίδεται σ’ αυτήν.


II) Τρόποι αντίδρασης προς μία ανεπιθύμητη συμπεριφορά


Συχνά υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι μία συμπεριφορά είναι επιβλαβής, όμως είμαστε κατ’ ανάγκην σύμφωνοι εάν πρέπει να την ανεχθούμε, να την απαγορεύσουμε ή να την ρυθμίσουμε; Κατ’ αρχάς θεωρούμε ότι, όταν η συμπεριφορά προξενεί βλάβη σε κάποιον άλλον, αυτό δικαιολογεί μία πιο ενεργητική και αυστηρή παρέμβαση.  Όμως σε μία κοινωνία που αναγνωρίζει την αλληλεξάρτηση μεταξύ των πολιτών, ιδιαίτερα μέσω της συμβολής όλων στις δαπάνες για την υγεία και την παιδεία είναι, συχνά, η ίδια η κοινωνία που θα φέρει το κόστος της βλάβης που προξενεί κάποιος στον εαυτό του.


Είναι λογικό, επομένως, να ασκούνται πιέσεις για να ρυθμισθούν και ελεγχθούν τέτοιου είδους συμπεριφορές. Η υποχρέωση να φέρει κάποιος τη ζώνη ασφαλείας ή το προστατευτικό κράνος συνιστούν παραδείγματα συλλογικών αποφάσεων που στοχεύουν να προστατεύσουν το ίδιο το άτομο από τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται.


Δεν μπορούμε, κατά συνέπεια, να προσδιορίσουμε τι είναι επιβλαβές αν δεν λάβουμε υπ’ όψιν το συνολικό πλαίσιο όλων των πιθανών παρεμβάσεων απέναντι σε μίαν ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Πολλοί θεωρούν υπερβολική την ποινή της φυλάκισης για τη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας, ενώ αποδέχονται την επιβολή ενός προστίμου.


Από πρώτη άποψη φαίνεται εύκολο να χαρακτηρίσουμε μία συμπεριφορά ως εγκληματική. Ας υποθέσουμε όχι κάποιος κλέβει ένα σακάκι αξίας 100 ευρώ από ένα κατάστημα. Οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι πρόκειται για μία κλοπή, η οποία αποτελεί αδίκημα. Ο υπάλληλος του καταστήματος έχει το δικαίωμα να κρατήσει τον υπαίτιο μέχρι να φθάσει η αστυνομία η οποία, με τη σειρά της, θα συλλάβει τον ύποπτο και θα απαγγείλει μία κατηγορία.


Ας υποθέσουμε τώρα ότι μία υπάλληλος υπεξαιρεί 30.000 ευρώ από ένα κατάστημα Οι περισσότεροι θα παραδεχθούν, και πάλι, ότι πρόκειται για μία μορφή κλοπής. Αν, όμως, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης αποφασίσει να χειρισθεί αυτή την υπόθεση ιδιωτικά, μην καλώντας την αστυνομία και προτιμώντας να χειρισθεί την υπόθεση στο εσωτερικό της επιχείρησης ζητώντας μία αποζημίωση από την υπάλληλο, τότε καμία ποινική κατηγορία δεν θα απαγγελθεί. Γιατί όμως, επιλέγουμε να επιληφθούν οι μηχανισμοί της Πολιτείας στη μία περίπτωση κλοπής ενώ θα θεωρήσουμε την άλλη ως ιδιωτική υπόθεση; Ποιες είναι οι συνέπειες της επιλογής μας αυτής στον τρόπο προσδιορισμού του τι είναι έγκλημα και ποιος είναι εγκληματίας; (1)


Από μια άλλη οπτική γωνία οι διάφορες έρευνες που έχουν γίνει θέτουν αμφιβολίες ως προς την υπόθεση ότι μπορεί όλοι να γίνουμε θύματα μιάς εγκληματικής πράξης αποκαλύπτοντας ότι είναι οι οριακές ομάδες του πληθυσμού που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιες αυτές ομάδες κατακρίνουν την αποτελεσματικότητα της κρατικής παρέμβασης απέναντι σ’ αυτή την πιθανότητα θυματοποίησης. Για παράδειγμα οι γονείς και φίλοι των γυναικών που δολοφονήθηκαν και εξαφανίστηκαν σε μία συνοικία του Βανκούβερ βεβαιώνουν ότι για πολλά χρόνια η αστυνομία και οι υπεύθυνοι της πόλης αγνοούσαν τις δηλώσεις τους ότι κάποιος δολοφόνος παραμονεύει και στοχεύει τις γυναίκες της συνοικίας.


Ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα άτομα που ανταποκρίνονται στο πορτραίτο-τύπο του παραβατικού παρακολουθούνται εντονότερα από την αστυνομία, ενώ εκείνοι που τελούν σοβαρά εγκλήματα χωρίς να ανταποκρίνονται σ’ αυτό το πορτραίτο επιτηρούνται ελάχιστα. Αυτό, εξάλλου οδήγησε ορισμένους να ισχυρισθούν ότι «την ώρα που οι πλούσιοι πλουτίζουν οι φτωχοί πάνε φυλακή» (2).


Το γεγονός ότι οι Αρχές δεν καταφέρνουν να απαγγείλουν κατηγορίες απέναντι σ’ αυτές τις κατηγορίες των «προνομιακών παραβατικών», αν και οι συμπεριφορές


τους αφορούν πολύ περισσότερα άτομα και κοστίζουν σε χρήμα πολύ περισσότερο από τα εγκλήματα του δρόμου εξηγείται από τη δυσκολία να γίνει μία καταγγελία, τη


δυσκολία συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων, την πεποίθηση ότι οι διακανονισμοί καταφέρνουν πιο αποτελεσματικά ν’ αλλάξουν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων καθώς και την ανάγκη να προστατευθεί η αγορά εργασίας από ένα πολύ μεγάλο αριθμό περιορισμών και φραγμών στο «laissez-faire».


Τέλος, ένα σημαντικό επιχείρημα που προβάλλεται για την ανάγκη της ύπαρξης του ποινικού δικαίου είναι ο αποτρεπτικός του ρόλος. Όμως για να λειτουργήσει σωστά η αποτροπή απαιτεί τη συνύπαρξη τριών στοιχείων, πράγμα που σπάνια συμβαίνει στην πράξη. Την ταχύτητα στην επιβολή της ποινής, την αυστηρότητα και τη βεβαιότητα ότι κάποιος θα συλληφθεί.


III) Οι εναλλακτικοί μηχανισμοί ρύθμισης μιάς ανεπιθύμητης συμπεριφοράς


Α) Το διακανονιστικό σύστημα


Αν και το ποινικό δίκαιο παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην αντίδρασή μας σε ανεπιθύμητες συμπεριφορές υπάρχουν και άλλες στρατηγικές για την αντιμετώπισή τους. Στις μέρες μας είναι σπάνιο το φαινόμενο το κράτος να έχει την αποκλειστική υπευθυνότητα στον τομέα αυτό. Συχνά τα διάφορα Ιδρύματα και άλλοι φορείς, ατομικοί ή συλλογικοί, προσπαθούν να χειρισθούν ορισμένες ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Στην περίπτωση της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, ο μηχανισμός της ποινικής δικαιοσύνης προσπαθεί να αποτρέψει τους οδηγούς, το ιατρικό προσωπικό προσπαθεί να θεραπεύσει τους αλκοολικούς, η κυβέρνηση φορολογεί την αγορά αλκοόλ, οι ιδιοκτήτες μπαρ και εστιατορίων ασκούν ιδιαίτερη προσοχή όταν σερβίρουν οινόπνευμα στους πελάτες και οι καμπάνιες επιμόρφωσης του κοινού διαφημίζουν την υπεύθυνη και με μέτρο κατανάλωση.


Συνολικά, επομένως, ο κοινωνικός έλεγχος ασκείται από ένα περίπλοκο δίκτυο σχέσεων. Οι γονείς, οι φίλοι, το περιβάλλον στη δουλειά συνεισφέρουν στο να μας διδάξουν ποιος είναι ο ορθός τρόπος αντιμετώπισης μιάς ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.


Κατ’ αρχάς, οι προσπάθειες διακανονισμού συνοδευόμενες από κυρώσεις, άδειες ή προγράμματα επιβράβευσης αποτελούν, ουσιαστικά, μηχανισμούς αποτροπής. Ο διακανονισμός στοχεύει να επιτύχει μία υπεύθυνη δράση των πολιτών μέσω ενός συστήματος κανόνων. Η λογική της διαχείρισης αυτής της μορφής συνίσταται στο να εξασφαλισθεί με ήπιο τρόπο η καλή λειτουργία της κοινωνίας. Οι διάφορες κυρώσεις είναι δομημένες με τρόπο ώστε να συνδυάζουν την πειθώ (στις περισσότερες περιπτώσεις) με μία άμεση εφαρμογή υπό τη μορφή π.χ. της ανάκλησης μιάς άδειας ή της προειδοποίησης ή άλλων διοικητικών κυρώσεων.


Το μειονέκτημα του διακανονιστικού μηχανισμού συνίσταται στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι οι επιχειρήσεις τυγχάνουν μιας προνομιακής μεταχείρισης και αντί να πάρουμε στα σοβαρά τις βλάβες που προξενούν τις αντιπαρερχόμαστε σαν ένα αναγκαίο κόστος για τη λειτουργία της ελεύθερης οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά ο διακανονισμός αποτελεί ένα καλό παράδειγμα μέσων που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθούν στόχοι παρόμοιοι με εκείνους του ποινικού δικαίου χωρίς να στηρίζεται, αναγκαστικά, στην ποινή.


Μία σωστή διακανονιστική πράξη πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις.

Να κρίνεται αναγκαία από όλους.

Να ανταποκρίνεται στην κατάσταση που πρέπει να ρυθμίσει.

Να εξασφαλίζει μία εφαρμογή με συνοχή που συνοδεύεται από τις λογικές εξαιρέσεις.

Να επιδιώκει προβλέψιμους στόχους.

Να είναι εύκολη στην κατανόηση από αυτούς που αφορά.(3)


Β) Η επιτήρηση-παρακολούθηση


Υπάρχει, ακόμη, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των μηχανισμών επιτήρησης-παρακολούθησης. Η επιτήρηση γίνεται, ενίοτε, με την προσφυγή, από το Κράτος ή και από ιδιωτικούς φορείς, σε κρυμμένα μηχανήματα χωρίς να δοθεί προειδοποίηση σ’ αυτόν που είναι αντικείμενο της επιτήρησης και περιλαμβάνει τη βιντεοπαρακολούθηση. Είναι γεγονός ότι οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την παρακολούθηση χωρίς τα άτομα να το γνωρίζουν. Οι αντίπαλοι των μέτρων αυτών θεωρούν ότι προσβάλλουν την ιδιωτική ζωή, ενώ οι υποστηρικτές πιστεύουν ότι η παρακολούθηση μπορεί να παίξει σημαντικό προληπτικό και αποτρεπτικό ρόλο αυξάνοντας την ασφάλεια του κοινού.


Γ) Η θεραπεία


Υπάρχουν, ακόμη, οι θεραπευτικοί μηχανισμοί. Χαρακτηρίζοντας ένα κοινωνικό πρόβλημα ως ασθένεια το μεταφέρουμε στον χώρο και τις αρμοδιότητες της Ιατρικής. Με τον τρόπο αυτό χαρακτηρίζουμε την έξη προς τη χαρτοπαιξία ως ασθένεια ή εξάρτηση παρουσιάζοντας το άτομο που επιδίδεται σ’ αυτήν ως κάποιον που δεν ελέγχει, πλέον, τη συμπεριφορά του και έχει ανάγκη θεραπείας. Το ίδιο ισχύει και για τον αλκοολισμό. Ορισμένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι οι φτωχοί που έχουν μικρότερη δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να εμπλακούν με τον ποινικό μηχανισμό για ένα πρόβλημα συμπεριφοράς απ’ ότι οι πιο πλούσιοι των οποίων η συμπεριφορά θα αντιμετωπισθεί με κάποια θεραπεία.


Στο σημείο αυτό γεννώνται


δύο ερωτήματα: α) Ποιες είναι οι συνέπειες του να θεωρηθεί μία συμπεριφορά ως ασθένεια. Είναι συγκρίσιμες με αυτές που θα υποστεί το άτομο αν επιληφθεί ο ποινικός


μηχανισμός; β) Πώς είναι δυνατό να αποφευχθεί η προσφυγή σε μία θεραπεία που έχει ως μοναδικό στόχο να χειραγωγήσει αυτούς που διαφωνούν ή που δημιουργούν προβλήματα σε μία κοινωνία;


Δ) Η επιμόρφωση του κοινού


Στη συνέχεια υπάρχει η επιμόρφωση του κοινού, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως στις μέρες μας τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από ιδιωτικούς οργανισμούς. Ο μηχανισμός αυτός μπορεί να ενθαρρύνει τις κοινότητες στο να ενώσουν τις προσπάθειές τους για να αντιμετωπίσουν μία ανεπιθύμητη συμπεριφορά και τα άτομα στο να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο εκλαμβάνουν ορισμένες συμπερι-


φορές. Στο σημείο αυτό ο μηχανισμός της επιμόρφωσης προσομοιάζει προς τον ποινικό εφ’ όσον καλούνται τα άτομα να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους. Δεν εξετάζονται, όμως, τα αίτια ενός φαινομένου όπως στην περίπτωση της εκστρατείας κατά του καπνίσματος όπου ανακοινώνεται ότι ο καπνός μας βλάπτει και η παρατεταμένη έκθεση σ’ αυτόν μπορεί να προκαλέσει πληθώρα προβλημάτων, όμως οι καμπάνιες επιμόρφωσης δεν εμβαθύνουν στις αιτίες για τις οποίες άρχισε, κάποιος, να καπνίζει και εξακολουθεί τη συνήθειά αυτή.


Ε) Η κοινοτική παρέμβαση


Ο μηχανισμός ελέγχου των ανεπιθύμητων συμπεριφορών μέσω της κοινοτικής παρέμβασης και του άτυπου ελέγχου, αν και δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο έχει αποκτήσει στις μέρες μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τις κρατικές υπηρεσίες όσο και για διάφορους ιδιωτικούς οργανισμούς. Ο μηχανισμός αυτός εμφανίζεται με διάφορες μορφές όπως οι Ανώνυμοι αλκοολικοί, οι Ομάδες στήριξής των εκδιδομένων που επιθυμούν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους, αυτών που θέλουν να καπνίζουν, τα μαθήματα ελέγχου του θυμού και τέλος όλα τα προγράμματα διαμεσολάβησης μεταξύ θύματος και δράστη. Τέλος αναφέρονται τα προγράμματα ανταμοιβής για να ενθαρρύνουν τα άτομα να υιοθετήσουν ορισμένες συμπεριφορές.


Στο σημείο αυτό τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα:

Μήπως ο έλεγχος από την κοινότητα προσιδιάζει περισσότερο προς ορισμένου τύπου ανεπιθύμητες συμπεριφορές απ’ ότι προς άλλες;

Μήπως ορισμένες κοινότητες είναι σε καλλίτερη θέση απ’ ότι άλλες για να θέσουν σε εφαρμογή αυτά τα μέτρα συλλογικού ελέγχου;

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα όρια αυτών των στρατηγικών αυτοβοήθειας;


IV) Οι αρχές που πρέπει να διέπουν την εφαρμογή ενός εναλλακτικού μηχανισμού


Το Τέταρτο Κεφάλαιο του υπό παρουσίαση Δοκιμίου είναι αφιερωμένο στη σχέση μεταξύ των αξιών μιάς δημοκρατικής πολιτείας και των στρατηγικών παρέμβασης.


Πρέπει να εξετάζεται αν μία μορφή παρέμβασης συμβαδίζει ή συγκρούεται με τις διάφορες κοινωνικές αξίες. Κατ’ αρχάς υπάρχει η αξία της δικαιοσύνης, αξία πρωταρχικής σημασίας η οποία σημαίνει ότι κάθε άτομο πρέπει να τυγχάνει από τους άλλους και ιδιαίτερα τις Αρχές ίσης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης με σεβασμό προς το πρόσωπό του. Η εξουσία κράτησης και τιμωρίας αποτελεί μία υπερβολικά μεγάλη εξουσία σε μία φιλελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.


Στις μέρες μας έντονη είναι η ανησυχία για τα όρια που τίθενται όλο και περισσότερο στην ελευθερία του ατόμου. Ως μέλη της κοινωνίας οφείλουμε να προστατευθούμε από τους τρόπους με τους οποίους το Δημόσιο και οι διάφοροι ιδιωτικοί οργανισμοί συλλέγουν πληροφορίες που μας αφορούν. Επομένως, σημαντικός μας στόχος κατά την ανάπτυξη των διαφόρων στρατηγικών παρέμβασης είναι η προστασία της ιδιωτικής ζωής.


Η αρχή της δικαιοσύνης σημαίνει, ακόμη, ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες και μία δίκαιη και ίση μεταχείριση. Παρ’ όλα αυτά πολλοί πιστεύουν ότι οι οικονομικά ισχυροί μπορούν να πληρώσουν για να έχουν τις κατάλληλες νομικές υπηρεσίες, ενώ οι πιο φτωχοί μην έχοντας τις κατάλληλες υπηρεσίες και την υποστήριξη μπορούν δυσκολότερα να ξεφύγουν από την τιμωρία και τον εγκλεισμό.


Στις περιπτώσεις μεγάλων εμπορικών απατών θα χρησιμοποιηθούν οι διακανονιστικοί μηχανισμοί, ενώ μία υπάλληλος που κλέβει χρήματα από το ταμείο θα οδηγηθεί στη ποινική δικαιοσύνη. Γιατί ως κοινωνία επιλέγουμε διαφορετικές στρατηγικές παρέμβασης για την ίδια συμπεριφορά; Δυστυχώς το Ποινικό δίκαιο αναδεικνύεται, συχνά, ως μία


εξαιρετικά εξατομικευμένη παρέμβαση χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν του το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συμπεριφορά. Η ισότητα αποτελεί, επίσης, μία σημαντική αξία. Έρευνες έχουν καταδείξει ότι όσοι ασκούν εξουσία έχουν την τάση να θεωρούν πιο απαράδεκτο τον τρόπο με τον οποίο φέρονται οι γυναίκες προς την οικογένεια και τα παιδιά τους όταν πρόκειται για γυναίκες που προέρχονται από βεβαρημένα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα απ’ ότι όταν πρόκειται για εύπορες γυναίκες.


 Εξάλλου με την προσφυγή στις νέες τεχνολογικές μεθόδους πρέπει να δίδεται


προσοχή στη δυνατότητα άνισης εφαρμογής τους. Τα μηχανήματα επιτήρησης-παρακολούθησης που στοχεύουν αυτούς που θέλουν να μπουν κάπου με παράνομους σκοπούς μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να εμποδίσουν κάποιους που θέλουν απλώς να σταματήσουν για να δουν κάτι ή να  περιπλανηθούν χαζεύοντας. Η εφαρμογή της ισότητας, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναγνωρίσουμε και υποστηρίξουμε τη διαφορετικότητα όταν, πράγματι, υπάρχει. Η απαίτηση, για παράδειγμα, των καναδών φεμινιστριών της δεκαετίας του 1970 να έχουν οι γυναίκες φυλακισμένες την ίδια μεταχείριση με τους άρρενες εγκλείστους παραγνώριζε ορισμένα ιδιαίτερα


προβλήματα που είχε ο γυναικείος πληθυσμός.


Η υπευθυνότητα ως αξία σημαίνει ότι κάθε άτομο που ασκεί εξουσία πρέπει να είναι υπόλογο για τον τρόπο με τον οποίο την ασκεί είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό


τομέα. Το αυτό συμβαίνει και με τους απλούς πολίτες, οι οποίοι πρέπει να είναι υπεύθυνοι για τη συμπεριφορά τους  και τις συνέπειες των πράξεων τους. Όμως σε παρεμβάσεις λιγότερο επίσημες υπάρχουν δυσκολίες στην απόδοση των


ευθυνών. Τέλος, η αξία της αποτελεσματικότητας των μέτρων και στρατηγικών, η απαίτηση δηλαδή του να έχει μία κυβερνητική πολιτική τα αποτελέσματα που είχε θέσει ως στόχο, αν και σημαντική ως αξία, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθεί. Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών μήπως τελικά δεν αποτελεί παρά μία αναποτελεσματική χρήση των πόρων που διατίθενται για την καταπολέμησή τους;


Συμπεράσματα


Εν είδη συμπεράσματος η Επιτροπή του Δικαίου θεωρεί ότι η αυτόματη τάση της προσφυγής στο ποινικό δίκαιο και την ποινή για την αντιμετώπιση ορισμένων καταστάσεων αποτελεί μία παρακινδυνευμένη στρατηγική. Στόχος μας πρέπει να είναι μία κοινωνία που δεν διέπεται από τον φόβο και το ποινικό δίκαιο,  αλλά από τις αξίες της εμπιστοσύνης και της συμμετοχής. Η ελπίδα μας πρέπει να είναι ότι η κοινωνία και οι κυβερνήσεις θα αναπτύξουν στρατηγικές παρέμβασης βασισμένες στην κατανόηση των ορίων του ποινικού δικαίου και θα αναγνωρίσουν τα πλεονεκτήματα των άλλων στρατηγικών παρέμβασης.


Οι κυβερνήσεις, σε συνεργασία με τους πολίτες, πρέπει να ψάξουν για νέες στρατηγικές παρέμβασης. Πρόκειται για έναν καινούργιο ρόλο που συνίσταται στην υποστήριξη των κοινοτικών πρωτοβουλιών, στη λήψη υπ’ όψιν των βασικών δημοκρατικών αρχών και αξιών κατά τη λήψη των αποφάσεων, στη δημιουργία ευκαιριών προβληματισμού


γύρω από αυτές τις στρατηγικές και στην προσφυγή σε νέα παραδείγματα και μοντέλα. Διότι, σε τελική ανάλυση, μία φιλελεύθερη κοινωνία όσο ενδιαφέρεται για τα μέσα


παρέμβασης στην περίπτωση μιάς ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, τόσο πρέπει να ενδιαφέρεται και για τους σκοπούς της παρέμβασης Κάθε κοινωνία πρέπει να έχει στη διάθεσή της τα απαραίτητα μέσα και εργαλεία για να υλοποιήσει το όραμα μιάς κοινωνίας δίκαιης και ασφαλούς που να ευημερεί και να εφαρμόζει την ισότητα.


Υποσημειώσεις


(1) Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα που προβάλλει την επιλεκτική εφαρμογη του ποινικού δικαίου είναι η ταινία του


Γαλλου σκηνοθέτη Luc  Besson Το χρήμα.


(2) J . Reiman , The Rich  get richer and the Poor get prison, 4 th ed. Boston, Allyn and Bacon, 1995.


(3) P.J. May “Social Regulation” in L.M . Salomon (dir) The Tools o f Government, N.Y. Oxford University Press, 2002, p.165.


Συνοψίζοντας, το εξαιρετικό κατά την άποψή μου κείμενο του Καθηγητή προσεγγίσει ολόπλευρα το πολυσύνθετο ζήτημα του ορισμού του εγκλήματος και της αντιμετώπισής του και αναδεικνύει καίριες πτυχές και διαστάσεις του.


Όπως εξαρχής υπογραμμίσθηκε είναι αξιοσημείωτο ότι, αν και καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εγκλημάτων από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία,  η ιστορία της ποινής διέγραψε μία κοινή σχεδόν πορεία, η οποία φέρνει στο φως την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του ποινικού φαινομένου.  Σε μία πρώτη φάση είχε τη μορφή της άμετρης αντεκδίκησης μεταξύ των ατόμων και σε ένα τελικό στάδιο απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα, επιβαλλόμενο αρχικά από την κοινότητα και κατόπιν από το οργανωμένο κράτος.


Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινωνίες, πρέπει να σημειωθεί ότι η τιμωρία για την προσβολή των αδικημάτων, τα οποία χωρίζονταν σε «ιδιωτικά» και «δημόσια», ήταν άμεση, δηλαδή τα ίδια τα θιγόμενα άτομα είχαν την «ηθική» υποχρέωση να εκδικηθούν τον δράστη. Μάλιστα, συχνά υπερέβαινε τα όρια και μετατρεπόταν σε σκληρή αντεκδίκηση. Αυτή η ακραία αντιμετώπιση είχε διπλό στόχο: να  προστατέψει το άτομο ή την ομάδα που είχε υποστεί ζημία και να εξευμενίσει τους θεούς ή άλλες «υπερφυσικές» δυνάμεις που είχαν προσβληθεί από τη συμπεριφορά του δράστη.  Στη δεύτερη περίπτωση ήταν το μέσο για να τρομοκρατηθούν οι πιστοί και να αποτυπωθεί στο μυαλό και την ψυχή τους η δύναμη της θεότητας, συνεπώς η απόλυτη ισχύς της μίας και μοναδικής εξουσίας.


Σε αυτό το πρωταρχικό στάδιο πολυάριθμες αποτρόπαιες πράξεις αντεκδίκησης λάμβαναν χώρα στο όνομα της «δικαιοσύνης» και της «αλήθειας».  Είναι άξιο σχολιασμού ότι η ποινή δεν έχασε τον τελετουργικό χαρακτήρα της, μέσω του οποίου κάλυπτε εντέχνως το βίαιο πρόσωπό της και δημιουργούσε στο ευρύ κοινό την αίσθηση ότι επιτελεί περισσότερο συμβολικές λειτουργίες: ικανοποιούσε το θρησκευτικό αίσθημα των πολιτών και τους «προστάτευε» από φυσικές και υπερφυσικές δυνάμεις, από τις οποίες, πίστευαν, ότι εξαρτιόταν ολοκληρωτικά η μοίρα τους.  Με αυτό τον τρόπο η βία, στην οποία κατέφευγαν οι αρμόδιοι φορείς για να τιμωρήσουν την «αδικία» ανεξαρτήτως βαρύτητάς της, νομιμοποιούταν και με ευχαρίστηση γινόταν αποδεκτή από τα μέλη του κοινωνικού σώματος. Τελικά  ο δράστης μετατρεπόταν από θύτη σε εξιλαστήριο θύμα/αποδιοπομπαίο τράγο, γιατί βίωνε την άνευ όρων αντεκδίκηση και τις ιδεοληψίες που συνέβαλλαν στην «κατασκευή» εγκληματιών. 


Η εν λόγω πραγματικότητα αποτυπώνεται με απόλυτη ακρίβεια στα αρχαία κείμενα, κυρίως στις τραγωδίες, όπου περιγράφεται τόσο η μήνιν των θεών που καταδιώκει τον δράστη και απειλεί ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο, όσο και οι απαραίτητες διαδικασίες εξευμενισμού της θεότητας και εξαγνισμού του δράστη μέσω της επιβολής συγκεκριμένων ποινών, οι οποίες κατά κανόνα είναι πολύ σκληρές και φτάνουν μέχρι την ανθρωποθυσία. Ωστόσο, εάν επιχειρήσουμε να «διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές» και να εξετάσουμε τη βαθύτερη ουσία των γεγονότων, οδηγούμαστε στο θεμελιώδες συμπέρασμά μας, σύμφωνα με το οποίο η ποινή η οποία αντλούσε τη συμβολική δύναμη και το κύρος της από τους θεούς στόχευε στο να συμμορφώσει τα άτομα με τους επίσημους κοινωνικούς κανόνες και να επιβάλλει «δημόσια τάξη». Για την επίτευξη αυτού του στόχου κρινόταν σκόπιμο να περιθωριοποιηθούν συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία είχαν συγκεκριμένα «κοινωνικά χαρακτηριστικά» (ήταν οι «αδύναμοι κρίκοι» του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος).


Όσον αφορά την ιδιαίτερη μορφή που λάμβανε κάθε φορά η ποινή, γνώρισε επίσης εξέχουσας σημασίας αλλαγές, λόγω του ότι διαφοροποιήθηκαν με την πάροδο των ετών οι συνθήκες ζωής και οι κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το διττό σχήμα «έγκλημα-τιμωρία». Ειδικότερα, σε όλη σχεδόν την αρχαιότητα κυριάρχησαν η θανατική ποινή καθώς και σωματικές ποινές, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα που αναζητούσε αντεκδίκηση για την εγκληματική πράξη. Αντίθετα, δεν χρησιμοποιούσαν τη στέρηση της ελευθερίας, γιατί δεν μπορούσε να επιτελέσει επαρκώς αυτόν το σκοπό.  Η τιμωρία σαφώς ήταν πολύ σκληρή αλλά έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα σε ενέργειες που έβλαπταν το «κοινό καλό». Για παράδειγμα, η κλοπή φαγητού μπορούσε να θεωρηθεί πιο σοβαρό αδίκημα από την ανθρωποκτονία  ή τον βιασμό, αφού στρεφόταν εναντίον της ολότητας!  Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ακόμα και ανεπτυγμένες και ώριμες σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο πόλεις (π.χ. Αθήνα) χρησιμοποιούσαν την ποινή, κυρίως τη θανατική, ως όπλο για τη διατήρηση και διαιώνιση της αυθεντίας τους.


Άμεση συνέπεια είναι να θεωρείται ο δράστης, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και αιτιολόγηση, ένα πρόσωπο «ξένο», «απρόσιτο» και «αλλοπρόσαλλο», από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί η κοινωνία οριστικά. Το επιχείρημα ότι «βλάπτει το κοινωνικό σύνολο» είναι αρκετό για να τιμωρηθεί με την πιο βαριά τιμωρία. Γι’ αυτό προτιμάται η θανάτωση και όχι η φυλάκιση, εφόσον η τελευταία παρέχει μία προσωρινή λύση στο κοινωνικό και, πρωτίστως, «ηθικό» πρόβλημα του εγκλήματος. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ακόμα και η ποινή της καταδίκης σε θάνατο δεν αποτελεί ουσιαστική απάντηση σε φαινόμενα εγκληματικότητας αλλά καλύπτει την αδυναμία των αρμοδίων φορέων να επιλύσουν σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα.


Βαθμιαία, καθώς η κοινωνία άρχισε να στηρίζει την οικονομική της ανάπτυξη στην αγροτική καλλιέργεια, η ποινή έπαψε να έχει τόσο αυταρχικό χαρακτήρα. Στις αρχές του 7ου αιώνα η χρηματική αποζημίωση αντικατέστησε τις πολύ σκληρές σωματικές και κεφαλικές ποινές, γιατί εν δυνάμει κάθε πολίτης μπορούσε να προσφέρει στο οικονομικό πεδίο. Γι’ αυτό, το άτομο είχε τη δυνατότητα να «εξαγοράσει» το έγκλημά του (μάλιστα, για κάθε έγκλημα είχε καθοριστεί συγκεκριμένη αποζημίωση), πληρώνοντας το επιβαλλόμενο πρόστιμο στον συμπολίτη που είχε βλάψει και, ασφαλώς, στο βασιλιά. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, γιατί επιβεβαιώνει τον «έντεχνο» τρόπο με τον γίνεται η διάκριση ανάμεσα σε «ανώτερες» και «κατώτερες» τάξεις. Τα μέλη των πρώτων είχαν την οικονομική δυνατότητα που τους εξασφάλιζε την αποφυγή των αποτρόπαιων σωματικών ποινών, οι οποίες εφαρμόζονταν τελικά στους «φτωχούς-περιθωριακούς».


Με τη στερέωση της κεντρικής εξουσίας σε γερά θεμέλια, επικράτησε η αντίληψη ότι μόνο το κράτος οφείλει να έχει την αρμοδιότητα της επιβολής ποινών, μέσω των λειτουργών του, οι οποίοι κρίνουν, αξιολογούν και αποφασίζουν ποιες συμπεριφορές είναι «παράνομες» και πρέπει να τιμωρούνται. Έτσι, το έγκλημα έλαβε οριστικά δημόσιο χαρακτήρα που διατηρείται μέχρι σήμερα.


Εξέχοντα ρόλο στην ιστορία της ποινής διαδραμάτισε, πολύ αργότερα, ο 18ος αιώνας, με τις πρωτοπόρες ιδέες των Διαφωτιστών. Τότε επικράτησε η άποψη ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με τις άλλες ποινές και γι’ αυτό σταδιακά επιβάλλεται ως κύρια δημόσια ποινή.


Πρέπει εν τούτοις να υπογραμμίσουμε ότι  η μορφή της ποινής δεν ήταν τυχαία αλλά εξαρτήθηκε απόλυτα από τους επιμέρους σκοπούς που επιτελούσε, οι οποίοι διαφοροποιούνταν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε ιστορικής φάσης. Μεταξύ αυτών των σκοπών, οι σπουδαιότεροι συνίστανται σε τέσσερα σημεία:


i) Πρώτον, την αποτροπή (deterrence) των μελών του κοινωνικού συνόλου από την τέλεση μελλοντικών εγκλημάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με το να καθίσταται η ποινή τόσο αυστηρή, ώστε το κόστος της επιβαλλόμενης τιμωρίας να υπερβαίνει το «όφελος» που προκύπτει από το διαπραττόμενο αδίκημα. Το αξιοσημείωτο σε αυτήν τη χρονική περίοδο είναι ότι η τιμωρία έχει το χαρακτήρα «θεάματος», διότι αποβλέπει αποκλειστικά στον εκφοβισμό ολόκληρου του πληθυσμού.  Τα ειδεχθή θεάματα που υλοποιήθηκαν φέρνουν στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, την ανάγκη των εξουσιών για στερέωσή τους μέσω επίδειξης ισχύος.


ii) Δεύτερον, την επανένταξη του δράστη (rehabilitation), η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο μέσων για την αναμόρφωσή του (π.χ. εργασία), ώστε να μην τελέσει νέο έγκλημα. Η διαφορά με τον προηγούμενο σκοπό είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση καταβάλλεται προσπάθεια για να αλλάξει η στάση του εγκληματία απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Απώτερος στόχος είναι να παραδεχτεί το «λάθος» του, ικανοποιώντας με αυτό τον τρόπο το κοινό αίσθημα.


 iii) Τρίτον, την αποδυνάμωση/αχρήστευση (incapacitation) του δράστη, μέσω φυσικής εξόντωσης, στιγματισμού με ακρωτηριασμό και άλλες βάναυσες σωματικές ποινές ή ακόμα θανατικής καταδίκης, προκειμένου να διασφαλιστεί το «κοινό καλό».


iv) Τέταρτον, την αποκατάσταση/επανόρθωση (restoration) του διαπραττομένου εγκλήματος. Αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδικημάτων ελάσσονος σημασίας, π.χ. τροχαία χωρίς θύματα, μικρο-κλοπές, πρόκληση μικρο-φθορών κ.λπ., τα οποία μπορεί να «διορθωθούν» από τον ίδιο το δράστη. Για παράδειγμα, το άτομο που έχει προβεί στην καταστροφή της περιουσίας ενός συμπολίτη του μπορεί να αποκαταστήσει την ηθική και υλική βλάβη που προκάλεσε προσφέροντας εργασία.


Είναι πασιφανές ότι και οι τέσσερεις σκοποί παρουσιάζουν προβλήματα. Η ποινή δεν μπόρεσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά ούτε ως μέσο αποτροπής-παραδειγματισμού, ούτε ανταπόδοσης-αποδυνάμωσης, ούτε επανένταξης του δράστη και αποκατάστασης του θύματος, γιατί δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν ορισμένες σημαντικές παραμέτρους που συνοψίζονται στα εξής: τα όρια της έννοιας της «ανταπόδοσης» είναι ασαφή και αφήνεται χώρος για αυθαιρεσίες και αποκλίσεις από το νόμο. Όσον αφορά τον εκφοβιστικό ρόλο της τιμωρίας, αποδεικνύεται άνευ σημασίας, γιατί από τη μία τμήματα του πληθυσμού που συμμορφώνονται με το νόμο θεωρούν, εκ των πραγμάτων, αδιανόητη την τέλεση εγκληματικών πράξεων και από την άλλη ορισμένοι εγκληματίες (π.χ. «κατ’ επάγγελμα» και «καθ’ έξιν») δεν αποτρέπονται μέσω της απειλής της ποινής. Η αποκατάσταση είναι εξίσου μία συγκεχυμένη έννοια, η οποία δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί, δεδομένου ότι οι ζημιές που έχει υποστεί το θύμα δεν ξεπληρώνονται με τον τρόπο που εφαρμόζεται η ποινή (π.χ. με φυλάκιση), ενώ η επανένταξη είναι σχεδόν ανέφικτη λόγω των στιγματιστικών επιδράσεων της τιμωρητικής διαδικασίας.


Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ένα ακόμα καίριο ζήτημα που προβληματίζει μέχρι σήμερα. Η ποινή, ανεξαρτήτως των σκοπών και λειτουργιών που επιτελεί, απαιτεί δικαιολόγηση, γιατί επεμβαίνει στη ζωή των ατόμων και την επηρεάζει αρνητικά, με το να τους στερεί την ελευθερία μέσω εγκλεισμού, να τους αφαιρεί την περιουσία, ή, το χειρότερο, να τους καταδικάζει σε θάνατο. Γι’ αυτό έχουν διατυπωθεί ποικίλες θεωρίες, τόσο αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η τιμωρία χαρακτηρίζεται «ηθικά» προβληματική αλλά αναγκαία, όσο και για τη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται κάθε φόρα.


Για τους παραδοσιακούς ωφελιμιστές (classical utilitarians), για τους οποίους η ευτυχία είναι το μόνο ουσιαστικό αγαθό και η δυστυχία το μεγαλύτερο κακό, η ποινή είναι «δεινό», γιατί μέσω αυτής το άτομο πονάει ή υποφέρει. Σύμφωνα με τη δική τους θέση, η επιβολή τιμωρίας δικαιολογείται μόνο όταν ικανοποιεί το ευρύ κοινό ή όταν προκαλεί το λιγότερο δυνατό πόνο. Αντίθετα, για τους οπαδούς της ηθικής θεωρίας (moralists) η ποινή είναι προβληματική, γιατί επιβάλλεται στα άτομα ενάντια στη δική τους θέληση. Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμωρία δικαιολογείται μόνο εάν δεν καταπατά τα βασικά δικαιώματα του δράστη, κυρίως την αξιοπρέπειά του.


Συνοψίζοντας, ο φόβος των κοινωνιών για τις ζημιογόνες επιδράσεις του εγκλήματος, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, κατέστησε την τιμωρία αναπόφευκτη. Μάλιστα, όσο πιο σκληρή ήταν η επιβαλλόμενη ποινή, τόσο πιο αποτελεσματική κρινόταν, γιατί ικανοποιούσε το περί δικαίου αίσθημα του κοινού. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ποινή δεν έπαψε ποτέ να είναι το κύριο -κατά κανόνα και μοναδικό- μέσο αντιμετώπισης και καταπολέμησης του εγκλήματος. Ωστόσο, η υπερ-ποινικοποίηση συμπεριφορών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αντί να επιλύει, εντείνει το πρόβλημα,  διότι αυξάνει το κοινωνικό άγχος αναφορικά με το «έγκλημα» και τους «εγκληματίες», ενώ παράλληλα προκαλεί ανυπέρβλητες δυσκολίες στον χώρο των φυλακών, με κυριότερο τον υπερπληθυσμό. Σε μία κοινωνία που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, ίσως είναι μεγάλη ανάγκη να εξεταστεί εκ νέου η έννοια της «ποινής» ώστε η χαρακτηριζόμενη βαριά εγκληματικότητα να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και να τιμωρείται αυστηρά και για άλλες μορφές εγκληματικότητας να ενισχυθούν εναλλακτικοί τρόποι έκτισης ποινής, όπως η κοινωφελής εργασία με σημαντικά πλεονεκτήματα για την κοινωνία. Σε ένα δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό επίπεδο, είναι εξαιρετικά σημαντικός ο συσχετισμός «ποινής» και «κοινωνικής ενσωμάτωσης». Αναμφίβολα, το θέμα είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο και η συζήτηση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε ένα άρθρο, αλλά πρέπει να συνεχιστεί.