Κατηγορούμενοι και ύποπτοι-Τα δικαιώματά τους (ΒΙΝΤΕΟ)

Από τον λογαριασμό του Konstantinos ChatziioannouΤο συγκεκριμένο βίντεο αναλύει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των υπόπτων στην ελληνική έννομη τάξη. Στην σημερινή
κοινωνία εύκολα μπορεί να καταστεί ο καθένας από εμάς ύποπτος τέλεσης ενός αδικήματος ή ακόμα και κατηγορούμενος για κάποια αξιόποινη πράξη. Στην δύσκολη αυτή στιγμή πρέπει να γνωρίζουμε (τουλάχιστον τα βασικά) δικαιώματά μας. Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και του υπόπτου κατοχυρώνονται σε διεθνή και ευρωπαϊκά νομοθετικά κείμενα, όπως, ενδεικτικά, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και τα Πολιτικά Δικαιώματα, το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά προβλέπονται και σε συγκεκριμένες Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Οδηγία 2013/48/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, η Οδηγία 2016/1919/ΕΕ σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους, η Οδηγία 2016/800/ΕΕ για τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι κατηγορούμενοι ή ύποπτοι, η Οδηγία 2016/343/ΕΕ για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου, η Οδηγία 2010/64/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία και η Οδηγία 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας που τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2019 αναβάθμισε τα δικαιώματα του υπόπτου, αλλά και του κατηγορουμένου. Το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου με συνήγορο (:άρθρο 99 ΚΠΔ) και η δυνατότητα παραίτησης από αυτό μόνον κατόπιν ενημέρωσης σχετικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος και τις ενδεχόμενες συνέπειες (:άρθρο 99 ΚΠΔ) συμβάλλουν στην διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης για τον κατηγορούμενο και τον ύποπτο. Ωστόσο, η ορθή τήρηση των προϋποθέσεων παραίτησης θα έπρεπε να μην βασίζεται αποκλειστικά στην οικεία έκθεση που συντάσσεται, αλλά η απολογία ή η παροχή εξηγήσεων θα έπρεπε να καταχωρίζεται σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τις καταθέσεις των ανηλίκων θεμάτων κατ΄άρθρο 227 παρ. 4 ΚΠΔ. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η ορθή τήρηση των οικείων διατάξεων. Το δικαίωμα παροχής νομικής βοήθειας κατοχυρώνεται μεν ρητώς στο άρθρο 91 ΚΠΔ, αλλά αγκιστρώνεται στις παρωχημένες προϋποθέσεις του Ν. 3226/2004. Τα άρθρα 93, 94 και 95 ΚΠΔ αναφέρονται στο δικαίωμα παραστάσεως του κατηγορουμένου και του υπόπτου με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, στην δυνατότητα αναβολής των συγκεκριμένων πράξεων λόγω κωλύματός τους και στην δυνατότητα να απευθύνουν οι ίδιοι ή οι συνήγοροί τους ερωτήσεις και να υποβάλλουν σχετικές παρατηρήσεις. Το άρθρο 95 ΚΠΔ προβλέπει το δικαίωμα σε ενημέρωση του κατηγορουμένου και του υπόπτου σχετικά με τα αξονικά δικαιώματα, ενώ το άρθρο 96 ΚΠΔ αναφέρεται στην υποχρέωση χορήγησης εγγράφου περί των δικαιωμάτων του υπόπτου ή του κατηγορουμένου που συλλαμβάνεται ή κρατείται. Το άρθρο 97 ΚΠΔ κατοχυρώνει το δικαίωμα ενημέρωσης προσώπου της επιλογής του κατηγορουμένου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας, ενώ το άρθρο 98 ΚΠΔ προβλέπει το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα κατά τη στέρηση της ελευθερίας. Το άρθρο 99 ΚΠΔ ρυθμίζει το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου με συνήγορο, στην δε παράγραφο 4 του συγκεκριμένου άρθρου ρητώς ορίζεται ότι η επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορό του είναι απολύτως απόρρητη (βλ. άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη). Το άρθρο 100 ΚΠΔ κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, ενώ το άρθρο 101 ΚΠΔ εγκαθιδρύει το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης. Λόγω του άρθρου 237 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο παρέχει σε "εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις" τη δυνατότητα αντικαταστάσεως της έγγραφης μεταφράσεως των ουσιωδών εγγράφων από την προφορική μετάφραση, ή ακόμα και από την προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων, ναρκοθετείται ο πυρήνας του συγκεκριμένου κομβικού δικαίωματος. Το άρθρο 102 ΚΠΔ προβλέπει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για διεξαγωγή αποδείξεων, το οποίο συμβάλλει στην αποτελεσματική αντίκρουση της κατηγορίας, ενώ στο άρθρο 103 ΚΠΔ ορθά προβλέπεται η παροχή προθεσμίας τουλάχιστον 48 ωρών, σε αντίθεση με τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ, όπου προβλεπόταν προθεσμία έως 48 ωρών. Επιφυλάξεις,ωστόσο, διατυπώνονται ως προς το αν ο χρόνος των 48 ωρών, ο οποίος μπορεί να επιλεγεί από τις ανακριτικές αρχές, είναι επαρκής σε σοβαρές υποθέσεις με ογκώδεις δικογραφίες. Το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως, το οποίο θεσπίζεται αυτοτελώς στο άρθρο 104 ΚΠΔ, αποτελεί ύψιστο δικαίωμα, το οποίο προστατεύει τον κατηγορούμενο. Πρέπει, ωστόσο, να γίνεται ορθή χρήση αυτού. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες πρέπει να γίνονται σεβαστά πάντοτε, όσο σοβαρή και αν είναι η κατηγορία που αντιμετωπίζει κάποιος. Τα προαναφερόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου και του υπόπτου είναι ουσιώδους σημασίας για την διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης.