Όσα πρέπει να γνωρίζεται για τον χρόνο εργασίας αστυνομικού προσωπικού

Έγγραφο τής Ένωσης Χανίων: Το τελευταίο χρονικό διάστημα και εν μέσω της γνωστής πανδημίας, δεχόμαστε πολλά ερωτήματα από συναδέλφους μας, όσον αφορά το χρόνο εργασίας
του αστυνομικού προσωπικού, καθώς παρατηρήθηκε το φαινόμενο καταστρατήγησης των ανωτέρω νομοθετημάτων. Κρίναμε σκόπιμο λοιπόν, την έκδοση της παρούσας μελέτης, η οποία έχει σκοπό να αποσαφηνίσει στα μέλη μας τα νομοθετήματα που αναλύουν το ως άνω θέμα αλλά και την ενημέρωση της Διοίκησης, η οποία θέλουμε να πιστεύουμε ότι απλά σε κάποια ζητήματα έχει άγνοια. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει δόλος εκ μέρους της Διοίκησης όσον αφορά την καταστρατήγηση δικαιωμάτων των συναδέλφων μας, πόσο μάλλον αυτήν την περίοδο που το φόρτο εργασίας όλων μας είναι πολλαπλάσιο! Για την ευκολότερη κατανόηση, θα αναλύσουμε αρχικά γενικούς όρους – έννοιες που περιγράφονται στα ανωτέρα Π.Δ. αλλά και σε σχετικές διαταγές του Α.Ε.Α., ενώ στη συνέχεια θα παραθέσουμε χρήσιμες ερωτήσεις – απαντήσεις.
  Οι βασικοί όροι και έννοιες που μας απασχολούν στο χρόνο εργασίας του αστυνομικού προσωπικού είναι οι κάτωθι:
 α) Ημερήσια ανάπαυση (Η/Α): Η ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) αρχίζει από την 06:00΄ώρα της επόμενης ημέρας από τη λήξη της υπηρεσίας του αστυνομικού προσωπικού και διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες. Το αστυνομικό προσωπικό που κάνει χρήση ημερήσιας ανάπαυσης απουσιάζει νόμιμα. Η ημερήσια ανάπαυση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 παρ.1 του ΠΔ 27/86. (άρθ.2 παρ.5 Π.Δ. 394/2001)
  β) Αποζημίωση εργασίας πέραν πενθημέρου: Στο προσωπικό της  Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο λόγω της ιδιοτυπίας των συνθηκών αποδεδειγμένα εργάζεται πέραν των πέντε (5) ημερών την εβδομάδα, χορηγείται ειδική αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των σαράντα έξι ευρώ (46) για κάθε επιπλέον ημέρα απασχόλησης. (άρθ. 127 Ν. 4472/2017 -Νέο Μισθολόγιο-) Επίσης υπηρεσία πέραν του πενθημέρου νοείται εκείνη που η ώρα έναρξης ή λήξης της περιλαμβάνεται ημερολογιακά στο Σάββατο ή την Κυριακή. (άρθ. 2 παρ.1&2 ΠΔ. 394/2001)
  γ) Νυκτερινή υπηρεσία: είναι κάθε υπηρεσία που εκτελείται μεταξύ της 22:00΄νυκτερινής ώρας και της 06:00΄πρωινής ώρας της επομένης. ΠΡΟΣΟΧΗ: Η νυκτερινή βάρδια θεωρείται εργασία την ημέρα λήξης αυτής και όχι την ημέρα έναρξης. (άρθ. 2 παρ.3 ΠΔ. 394/2001)  Ανώτατο όριο ωρών νυκτερινής βάρδιας είναι οι 48 ώρες μηνιαίως και η ωριαία αποζημίωση ανέρχεται στα 2,77 ευρώ.
  δ) Επιφυλακή: Είναι η κατάσταση του προσωπικού που βρίσκεται στην Υπηρεσία του για την άμεση ανάληψη υπηρεσίας εάν παραστεί ανάγκη. (π.χ. επέτειος Πολυτεχνείου, εκλογές) Ο χρόνος επιφυλακής είναι χρόνος εργασίας. (άρθ. 2 παρ.4 ΠΔ. 394/2001)  
  Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσουμε στο πρακτικό κομμάτι, αυτό των ερωτήσεων - απαντήσεων, είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε ότι προβλέπονται για το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας οι κάτωθι ώρες εργασίας (ανώτατο όριο) και όχι υποχρεωτικό, ανάλογα με το είδος της εκτελούμενης υπηρεσίας, για την εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, δηλαδή από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβανομένης μία εβδομαδιαίας αργίας δηλαδή το Σάββατο ή την Κυριακή.
 (ί) 44  ώρες    (40+4)  για τους Διοικητές των Υπηρεσιών και για όσους εκτελούν γραφική / γραμματειακή υπηρεσία. (άρθ. 1 παρ.1 εδ.δ ΠΔ 394/2001 όπως  συμπλ. με άρθ. 41 του Ν. 3979/2011)
(ίί) 40  ώρες   (32+8) για όσους εκτελούν εσωτερικές και   εξωτερικές «μάχιμες» υπηρεσίες (Αξιωματικοί Υπηρεσίας, σκοποί, πληρώματα περιπολικών κ.λπ.). (άρθ. 1 παρ.1 εδ.β ΠΔ 394/2001)
(ίίί) 36 ώρες    (30+6) για όσους εκτελούν υπηρεσία             μοτοσικλετιστή Τάξης ή Ασφαλείας ή Τροχαίας      και ακίνητου σκοπού Τροχαίας        κίνησης, σε αλ- λαγές 6ωρης βάσης. (άρθ. 1 παρ.1 εδ.γ ΠΔ 394/2001)
  Στις προβλεπόμενες ώρες παραπάνω, οι οποίες είναι εντός παρενθέσεων, τα νούμερα που παρατηρείτε κατά σειρά +4, +8, +6, είναι οι επιπλέον ώρες που πρέπει να δουλέψει ένας αστυνομικός όταν εργαστεί τη μία εκ των 2 ημερών αργίας, δηλαδή το Σάββατο ή την Κυριακή.
  Πολλές φορές, απλά διαβάζοντας άρθρα, δεν μπορεί κάποιος να κατανοήσει την ουσία τους, γεγονός το οποίο πραγματοποιείται αμεσότερα μέσα από πρακτικές ερωτήσεις τις οποίες παραθέτουμε παρακάτω και τις οποίες καταγράψαμε μέσα από τις βάρδιες μας, με τους συναδέλφους μας.
ΕΡΩΤΗΣΗ 1:
Σήμερα δουλεύω βάρδια εποχούμενης περιπολίας κατά τη βάρδια 14:00΄-22:00΄και αύριο είμαι ρεπό. Είναι νόμιμο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 1:
Ναι είναι νόμιμο γιατί καλύπτεται η προϋπόθεση που προβλέπει ότι η ημερήσια ανάπαυση αρχίζει από την 06:00΄ώρα της επόμενης ημέρας από τη λήξη της υπηρεσίας του αστυνομικού προσωπικού. (άρθ.2 παρ.5 Π.Δ. 394/2001)
ΕΡΩΤΗΣΗ 2:
Στην Υπηρεσία μου πολλές φορές δουλεύω συνεχόμενα βάρδιες 19:00΄-01:00΄. Αυτό είναι σύννομο; Παράλληλα πολλές φορές μετά τη λήξη της βάρδιάς μου στις 01:00΄μπαίνω απευθείας ρεπό την επομένη, είναι σύννομο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 2:
Όταν ένας συνάδελφος εργάζεται π.χ. κατά τη βάρδια 19:00΄- 01:00΄ (6 ώρες) μπορεί να διαταχθεί εκ νέου σε υπηρεσία μετά από 12 ώρες από τη λήξη αυτής.(Αν ήταν 8ωρη η βάρδιά του μετά από 16 ώρες) Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να δουλέψει ξανά μετά τις 13:00. (άρθ.3 παρ.1 Π.Δ. 394/2001) 
Στο 2ο ερώτημα σχετικά με τη χορήγηση ημερήσιας ανάπαυσης ακριβώς την επομένη, αυτή δεν είναι σύννομη καθώς δεν καλύπτεται η προϋπόθεση που θέλει την ημερήσια ανάπαυση να αρχίζει από την 06:00΄ώρα της επόμενης ημέρας από τη λήξη της υπηρεσίας του αστυνομικού προσωπικού και διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες. (άρθ.2 παρ.5 Π.Δ. 394/2001) Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν πριν από τη χορήγηση ημερήσιας ανάπαυσης θα πρέπει να χορηγηθεί αδιάθετο αλλαγής (α/α) πρώτα.
ΕΡΩΤΗΣΗ 3:
Από ποια ώρα και μετά κατά τη βραδινή βάρδια παίρνω αδιάθετο αλλαγής (α/α) ; Άλλοι μου λένε μετά τις 02:00΄ και άλλοι μετά τις 03:00΄. Τι ισχύει τελικά;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 3:
Τίποτα από τα 2.Το αδιάθετο αλλαγής (α/α) δεν προβλέπεται κάπου ρητά και με σαφήνεια, ειδικά στο Π.Δ. 394/2001. Ουσιαστικά ως αδιάθετο αλλαγής πρέπει να θεωρείται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το προσωπικό που εργάζεται σε 8ωρη αλλαγή αναπαύεται για 16 ώρες και το προσωπικό που εργάζεται 6 ώρες αναπαύεται για 12 ώρες. (άρθ.3 παρ.1 Π.Δ. 394/2001) Οι ώρες εργασίας για όσους εκτελούν "μάχιμες" υπηρεσίες σε αλλαγές 8ωρης βάσης είναι 32 το πενθήμερο από Δευτέρα έως Παρασκευή και με την παροχή εργασίας την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο ή Κυριακή) κατ' ανώτατο όριο 40 ώρες. (άρθ.1 παρ.1 εδάφ β, Π.Δ. 394/2001).  Έτσι εάν εργάζεται ο αστυνομικός κάθε μέρα, στον πενθήμερο κύκλο εργασίας θα εργαστεί 5 μέρες Χ 8 ώρες = 40, όποτε δεν θα μπορεί η Υπηρεσία να τον διαθέσει και την έκτη ημέρα της εβδομάδας για να λάβει τόσο την αποζημίωση πενθημέρου αλλά και να δικαιούται τη μάχιμη πενταετία. Για το λόγο αυτό, έπειτα από την παροχή εργασίας 22:00΄-06:00΄ η Υπηρεσία τον διαθέτει σε αδιάθετο αλλαγής (α/α), που στην ουσία σημαίνει ότι είναι παρών και δεν προσμετράται στους κωλυομένους. Για το λόγο αυτό φρόνιμο είναι η Υπηρεσία σε οποιαδήποτε Υπηρεσία μετά τις 00:01 να βάζει τον αστυνομικό σε αδιάθετο αλλαγής (α/α) με σκοπό να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1&2 Π.Δ. 394/2001.  
ΕΡΩΤΗΣΗ 4:
Ζήτησα από την Υπηρεσία μου άδεια από Δευτέρα έως Παρασκευή και επιστρέφοντας διατέθηκα σε βάρδια το Σάββατο και την Κυριακή ήμουν ρεπό. Μου απάντησαν ότι δεν δικαιούμαι την αποζημίωση αν δε δουλέψω τη βδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή. Αυτό είναι νόμιμο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 4:
Όχι είναι καθόλα παράνομο καθώς είναι ξεκάθαρο ότι η εργασία κατά τις ημέρες ανάπαυσης (Σαββάτο ή Κυριακή), έχει τα προβλεπόμενα αποτελέσματα (αποζημίωση & Η/Α), ανεξάρτητα από το αν έχει παρασχεθεί εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως Παρασκευή). Δηλαδή αποκλειστικό κριτήριο για την καταβολή αποζημίωσης είναι η παροχή εργασίας και μόνο, κατά τις ημέρες ανάπαυσης (Σαββάτο ή Κυριακή). Το αυτό προβλέπεται ΞΕΚΑΘΑΡΑ στην παρ. 1 εδάφ. ζ της υπ’ αρίθ. 7010/5/83 από 21/11/1994 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Δ.Υ./Δ-ΝΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ/ΤΜ3ο ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟ/ΣΕΩΝ. Παράλληλα προβλέπεται ΡΗΤΑ ότι η προσφορά εργασίας τη μία ημέρα ανάπαυσης (έκτη ημέρα), είτε είναι Σάββατο, είτε Κυριακή θεμελιώνει δικαίωμα λήψης ειδικής αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, ημέρα ανάπαυσης (έβδομη ημέρα) θεωρείται η άλλη ημέρα, Σάββατο ή Κυριακή, κατά περίπτωση (παρ. 1 εδάφ β΄της υπ’ αρίθ. 7010/5/116 από 29/09/2010 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Ο.Α.Δ./Δ.Α.Π.). Τέλος σύμφωνα και με το πρόσφατο (άρθ. 127 Ν. 4472/2017 -Νέο Μισθολόγιο-), στο προσωπικό της  Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο λόγω της ιδιοτυπίας των συνθηκών αποδεδειγμένα εργάζεται πέραν των πέντε (5) ημερών την εβδομάδα, χορηγείται  ειδική αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των σαράντα έξι ευρώ (46) για κάθε επιπλέον ημέρα απασχόλησης. Υπηρεσία πέραν του πενθημέρου νοείται εκείνη που η ώρα έναρξης ή λήξης της περιλαμβάνεται ημερολογιακά στο Σάββατο ή την Κυριακή. (άρθ. 2 παρ.1&2 ΠΔ. 394/2001)


ΕΡΩΤΗΣΗ 5:
Ζήτησα από την Υπηρεσία μου άδεια από Δευτέρα έως Παρασκευή και επιστρέφοντας διατέθηκα σε βάρδια το Σάββατο και την Κυριακή ζήτησα το ρεπό μου. Μου απάντησαν ότι δικαιούμαι την αποζημίωση αλλά όχι το ρεπό γιατί δεν συμπλήρωσα τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας. Επίσης μου είπαν ότι όταν παίρνω αποζημίωση εργασίας πέραν πενθημέρου δεν δικαιούμαι ρεπό. Οι απαντήσεις αυτές της Διοίκησης είναι νόμιμες;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 5:
Όχι είναι καθ’ όλα παράνομες και οι δύο απαντήσεις. Συγκεκριμένα είναι ξεκάθαρο ότι η εργασία κατά τις ημέρες ανάπαυσης (Σαββάτο ή Κυριακή), έχει τα προβλεπόμενα αποτελέσματα (αποζημίωση & Η/Α), ανεξάρτητα από το αν έχει παρασχεθεί εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως Παρασκευή). Δηλαδή αποκλειστικό κριτήριο για τη λήψη Η/Α είναι η παροχή εργασίας και μόνο, κατά τις ημέρες ανάπαυσης (Σαββάτο ή Κυριακή). Το αυτό προβλέπεται ΞΕΚΑΘΑΡΑ στην παρ. 1 εδάφ. ζ της υπ’ αρίθ. 7010/5/83 από 21/11/1994 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Δ.Υ./Δ-ΝΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ/ΤΜ3ο ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟ/ΣΕΩΝ. Παράλληλα προβλέπεται ΡΗΤΑ ότι η προσφορά εργασίας τη μία ημέρα ανάπαυσης (έκτη ημέρα), είτε είναι Σάββατο, είτε Κυριακή θεμελιώνει δικαίωμα λήψης ειδικής αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, ημέρα ανάπαυσης (έβδομη ημέρα) θεωρείται η άλλη ημέρα, Σάββατο ή Κυριακή, κατά περίπτωση. (παρ. 1 εδάφ β΄της υπ’ αρίθ. 7010/5/116 από 29/09/2010 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Ο.Α.Δ./Δ.Α.Π.
ΕΡΩΤΗΣΗ 6:
Στην Υπηρεσία μου δουλεύουμε κυλιόμενη βάρδια, δηλαδή 06:00΄-14:00΄, 14:00΄-22:00΄, 22:00΄- 06:00΄ αλλά μετά το α/α δεν παίρνω πάντα ρεπό. Είναι σύννομο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 6:
Ναι είναι σύννομο. Δεν προβλέπεται σε καμία νομοθεσία η χορήγηση ημερήσιας ανάπαυσης αμέσως μετά το αδιάθετο αλλαγής (α/α). Το συγκεκριμένο θέμα είναι περισσότερο ηθικό καθώς το προσωπικό σίγουρα ξεκουράζεται περισσότερο μετά το αδιάθετο αλλαγής (α/α) αν λάβει και ημερήσια ανάπαυση. Παράλληλα έτσι επιτυγχάνεται το πνεύμα της παραγρ. 3 της υπ’ αρίθ. 7010/5/116 από 29/09/2010 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Ο.Α.Δ./Δ.Α.Π., το οποίο προβλέπει ότι η αύξηση του υπηρεσιακού ενδιαφέροντος και η αποδοτικότητα του προσωπικού προϋποθέτουν τη μη καταπόνησή του, χωρίς αποχρώντες λόγους και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής του. Η μη χορήγηση των ημερήσιων αναπαύσεων εντός του αυστηρά καθοριζόμενου από τις ισχύουσες διατάξεις χρονικού ορίου, έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη καταπόνησή του, την ελάττωση του επαγγελματικού του ζήλου, την αντίδρασή του και κατά συνέπεια τη μείωση της υπηρεσιακής του απόδοσης.
ΕΡΩΤΗΣΗ 7:
Ζήτησα από την Υπηρεσία μου να μην παίρνω τα ρεπό, έτσι ώστε να τα μαζεύω και να φεύγω για τη ιδιαίτερη πατρίδα μου σαν μια μορφή έξτρα άδειας. Μου απάντησαν αρνητικά γιατί;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 7:
Σωστά απάντησαν αρνητικά γιατί η επέκταση του επιτρεπόμενου συμψηφισμού των ημερήσιων αναπαύσεων πέραν του αυστηρά καθοριζόμενου χρονικού πλαισίου των δύο εβδομάδων και η χορήγηση συγκεντρωτικά των οφειλόμενων ημερήσιων αναπαύσεων, με την επίκληση της εξυπηρέτησης του προσωπικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη επιθυμία και συναίνεση του προσωπικού, καταργούν την ουσία της ρύθμισης που είναι η αναγκαία ξεκούραση του προσωπικού και η αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής του. Οι διατάξεις του Π.Δ. 394/2001 δεν παρέχουν καμία δυνατότητα τέτοιου είδους ευελιξίας που μετατρέπει την ημερήσια ανάπαυση σε οιονεί άδεια. (παρ. 3 της υπ’ αρίθ. 7010/5/116 από 29/09/2010 Διαταγής Α.Ε.Α./Κ.Ο.Α.Δ./Δ.Α.Π.)
ΕΡΩΤΗΣΗ 8:
Στην Υπηρεσία μου κάθε μέρα στις 15:00΄μαθαίνουμε τι δουλεύουμε την επόμενη ημέρα. Είναι νόμιμο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 8:
Όχι είναι παράνομο καθώς προβλέπεται ΡΗΤΑ και ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ, ότι η υπηρεσία ανακοινώνεται, ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ, σε εβδομαδιαία βάση και ειδικότερα μέχρι την 14:00΄ ώρα κάθε Παρασκευής και καλύπτει όλες τις ημέρες της εβδομάδας ήτοι από την 06:00΄ ώρα της επόμενης μέχρι την 06:00΄ ώρα της μεθεπόμενης Δευτέρας, δυνάμενη πάντως να τροποποιηθεί οποτεδήποτε, εφόσον σοβαρές ή επείγουσες υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν. (άρθ. 1 Π.Δ. 173/2013)
ΕΡΩΤΗΣΗ 9:
Στην Υπηρεσία μου δεν έχουμε πολλά άτομα και αναγκάζομαι να δουλεύω πολλές φορές διπλά νυκτερινά, αυτό είναι νόμιμο;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ 9:
Όχι είναι παράνομο και μάλιστα επί του θέματος έχει απαντήσει σχετικά το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ.1 εδάφ. β΄και 2  του άρθ. 1 ΠΔ 394/2001, οι 32 ώρες εργασίας του αστυνομικού προσωπικού που εκτελεί εξωτερικές ή εσωτερικές υπηρεσίες σε αλλαγές 24ωρης βάσης, κατανέμονται, από το Διοικητή κάθε Υπηρεσίας, συνεχόμενες στις 5 εργάσιμες ημέρες, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες. Από την έννοια των διατάξεων αυτών προκύπτει, χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, ότι το αστυνομικό προσωπικό πρέπει να εργάζεται, κατά κανόνα, σε μία αλλαγή (βάρδια) ημερησίως. Τούτο, βεβαίως, δεν επιτυγχάνεται όταν η μία βάρδια λήγει την 06:00΄ώρα και η άλλη αρχίζει την 22:00΄ώρα της ιδίας ημέρας. Τα ανωτέρω προσδιορίζονται ειδικότερα και από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθ. 2 παρ.3 και 3 παρ.1 Π.Δ.394/2001, κατά τις οποίες η νυκτερινή υπηρεσία εκτελείται μεταξύ της 22:00΄ νυκτερινής ώρας και της 06:00΄πρωινής και η βάρδια αυτή θεωρείται εργασία την ημέρα λήξης, χωρίς να επιτρέπεται να διατίθεται ο αστυνομικός που εκτέλεσε διατεταγμένη υπηρεσία 8ωρης αλλαγής, σε εκτέλεση νέας υπηρεσίας πριν την παρέλευση 16 ωρών. Πέραν των ανωτέρω, κάθε Υπηρεσία πρέπει να εφαρμόζει συστήματα εργασίας που συνάδουν με τις κείμενες διατάξεις. Η επίτευξη των στόχων του Α.Ε.Α. για αύξηση του υπηρεσιακού ενδιαφέροντος και της αποδοτικότητας του αστυνομικού προσωπικού, προϋποθέτουν τη μη καταπόνησή του, χωρίς αποχρώντες λόγους και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής του. Συνακόλουθα, η διάθεση αστυνομικού σε δύο συνεχόμενες νυκτερινές αλλαγές δεν εξυπηρετεί τα προαναφερόμενα, καθόσον στη θιγόμενη περίπτωση, ο διαθέσιμος προς ανάπαυση χρόνος δεν είναι επαρκής. Όλα τα παραπάνω αναφέρονται ΡΗΤΑ και ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ στην υπ’ αρίθ. 6013/22/2556-α΄από 22-02-2010 Διαταγή Α.Ε.Α./Κ.Ο.Α.Δ/Δ.Α.Π./ΤΜ.1ο ΑΞ-ΚΩΝ.
   Παράλληλα σας παραθέτουμε την από 08-10-2009 σχετική, τεκμηριωμένη γνωμοδότηση του νομικού εκπροσώπου της Π.Ο.ΑΣ.Υ. κ. Χαράλαμπου Μπουκουβάλα, βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται η εργασία με διπλά νυκτερινά για το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ.
«1. Το αρ.1 του ΠΔ 394/2001 (ΦΕΚ Α’ 274, «Χρόνος εργασίας προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας»), ορίζει, ανεξάρτητα από το βαθμό, τη θέση και την Υπηρεσία που υπηρετεί το Αστυνομικό Προσωπικό, ανώτατα, κατά κατηγορία εκτελούμενων καθηκόντων, όρια του χρόνου εργασίας εντός της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, ενώ προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής συστήματος εργασίας εναλλασσόμενων αλλαγών (βάρδιες).
2. Η παρ.4 του ΠΔ 394/2001 προβλέπει πως «αν η εκτελούμενη υπηρεσία επιβάλλεται να συνεχισθεί και μετά τη λήξη του καθορισμένου χρόνου εργασίας, είτε από τη φύση της, είτε από ειδικές συνθήκες, δεν διακόπτεται αυτή, αλλά συνεχίζεται για όσο χρόνο απαιτείται. Για την αντιμετώπιση εκτάκτων και απρόβλεπτων υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως τάξης, ασφάλειας ή τροχαίας, δύναται να επιβάλλεται πρόσθετη εργασία, πέραν της οριζόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με διαταγή του διοικητή αξιωματικού και ύστερα από έγκριση της αμέσως προϊσταμένης του Υπηρεσίας, η οποία χορηγείται κατόπιν ελέγχου της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων. Επίσης πρόσθετη εργασία δύναται να επιβληθεί όταν το αστυνομικό προσωπικό διατάσσεται σε επιφυλακή σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση ο επιπλέον χρόνος υπολογίζεται στη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.»
3. Σύμφωνα με το αρ.2 παρ.3 ΠΔ 394/2001, «νυκτερινή υπηρεσία είναι κάθε υπηρεσία που εκτελείται μεταξύ της 22.00 νυκτερινής ώρας και της 06.00 πρωινής ώρας. Η νυκτερινή αλλαγή (βάρδια) θεωρείται εργασία της ημέρας λήξης αυτής.».
4. Το αρ.3 παρ.1 ΠΔ 394/2001 προβλέπει πως «το αστυνομικό προσωπικό το οποίο εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία σε αλλαγές 8ωρης ή 6ωρης βάσης δεν διατίθεται σε εκτέλεση νέας υπηρεσίας τις επόμενες δεκαέξι ή δώδεκα ώρες, αντίστοιχα, από τη λήξη αυτής, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος», ενώ η παρ. 2 του ως άνω άρθρου ορίζει πως «η διάθεση του αστυνομικού προσωπικού σε υπηρεσία δύο αλλαγών στο ίδιο ημερολογιακό 24ωρο, δεν επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.4 του άρθρου 1 και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.»
5. Το ΠΔ 88/1999 όπως τρ. με το Π.Δ. 76/2005 («Προδιαγραφές οργάνωσης χρόνου εργασίας»), το οποίο ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/104/ΕΚ, και το οποίο εφαρμόζεται και στο ένστολο προσωπικό των Σωμάτων Ασφαλείας (αρ.1 παρ.3 εδ.β’ ΠΔ 88/1999) προβλέπει στο αρ.8 παρ.1 εδ. α’ πως «ο κανονικός χρόνος εργασίας των εργαζομένων τη νύχτα δεν πρέπει να υπερβαίνει κατά μέσο όρο τις οκτώ ώρες ανά εικοσιτετράωρο σε περίοδο μιας εβδομάδας», ενώ η παρ.2 του ως άνω ΠΔ προβλέπει πως «οι εργαζόμενοι τη νύχτα, όταν η εργασία την οποία εκτελούν ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση, δεν πρέπει να εργάζονται περισσότερο από οκτώ ώρες κατά τη διάρκεια εικοσιτετράωρης περιόδου στην οποία πραγματοποιούν νυχτερινή εργασία».
6. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, τόσο του εθνικού, όσο και του κοινοτικού δικαίου, προκύπτει πως η νυχτερινή εργασία του Αστυνομικού Προσωπικού, η οποία, ως εκ της φύσης της, ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους και σημαντική σωματική καταπόνηση και πνευματική ένταση, δεν πρέπει να ξεπερνά σε διάρκεια τις 8 ώρες ημερησίως. Εξάλλου, στην ερμηνεία αυτή συντείνει ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των καθηκόντων που καλείται να εκτελέσει το Αστυνομικό Προσωπικό κατά τη διάρκεια της νύχτας, με αντικείμενο κατά κανόνα την πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, τα οποία απαιτούν αυξημένη υπηρεσιακή ετοιμότητα, διαύγεια πνεύματος και καλή φυσική κατάσταση, προκειμένου οι Αστυνομικοί να είναι παραγωγικοί κατά την εκτέλεσή τους. Συνεπώς, το χρονικό όριο των 8 ωρών νυχτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο είναι εύλογο και σκοπεύει στην μεγαλύτερη δυνατή αποδοτικότητα και παραγωγικότητα του Αστυνομικού Προσωπικού και της Υπηρεσίας εν γένει.
Δεδομένης της πρόβλεψης του εδ.  β’ της παρ.3 του αρ.2 ΠΔ 394/2001, η νυχτερινή αλλαγή (βάρδια) θεωρείται εργασία της ημέρας λήξης αυτής, ήτοι της ημέρας κατά την ώρα 06:00 πρωινή της οποίας λήγει η νυχτερινή υπηρεσία. Το νόημα της διάταξης, κατόπιν της γραμματικής ερμηνείας αυτής, είναι πως το σύνολο των ωρών νυχτερινής υπηρεσίας εκτελέσθηκε κατά την ημέρα λήξης του ωραρίου νυχτερινής εργασίας. Συνεπώς, αστυνομικός, η νυχτερινή βάρδια του οποίου έληξε την 06:00 πρωινή μιας δεδομένης ημέρας, θεωρείται πως εκτέλεσε κατά την ημέρα αυτή το σύνολο της οκτάωρης νυχτερινής εργασίας, που ο νόμος επιτρέπει ανά ημερολογιακό εικοσιτετράωρο.
Επομένως, δεν είναι νομικώς δυνατό να εκτελεστεί εντός του ίδιου ημερολογιακού εικοσιτετραώρου δεύτερη νυχτερινή αλλαγή (βάρδια), καθώς, κατά τα ανωτέρω, έχει εξαντληθεί η μέγιστη δυνατή διάρκεια νυχτερινής υπηρεσίας για τη δεδομένη ημέρα. Σε αυτό συντείνει, εξάλλου, και η απαγόρευση δεύτερης αλλαγής εντός του αυτού εικοσιτετραώρου, που προβλέπει η παρ.2 αρ.3 ΠΔ 394/2001. Η εξαίρεση που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη, με παραπομπή στην παρ.3 του αρ.2 ΠΔ 394/2001, είναι αντίθετη με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες στοχεύουν, αφενός στην εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας, αφετέρου, στην διασφάλιση της σωματικής και πνευματικής υγείας του Αστυνομικού Προσωπικού.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι η νυχτερινή περίοδος εργασίας ορίζεται μεταξύ της 22:00 νυχτερινής ώρας και της 06:00 πρωινής ώρας, καθόλου δεν επηρεάζει την ανωτέρω έννοια του ημερολογιακού εικοσιτετραώρου, υπό την έννοια ότι εικοσιτετράωρο, εντός του οποίου μπορεί να παρασχεθεί η οκτάωρη νυχτερινή εργασία, θα μπορούσε να νοηθεί το διάστημα από 22:00 βραδινή μίας ημέρας έως 22:00 βραδινή της επόμενης. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την συστηματική  ερμηνεία του συνόλου των διατάξεων του ΠΔ 394/2001, για τον υπολογισμό του χρόνου εργασίας του Αστυνομικού Προσωπικού λαμβάνεται υπόψη το ημερολογιακό εικοσιτετράωρο, με την έννοια που έχει στην καθημερινή συναλλακτική και εργασιακή ζωή (με χρήση χρονικών προσδιορισμών όπως «ανά ημέρα», «επόμενη/προηγούμενη ημέρα» κ.α), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Το γεγονός ότι η διάρκεια μίας εκ των προβλεπομένων αλλαγών (βαρδιών), σε περίπτωση εφαρμογής συστήματος εργασίας εναλλασσόμενων αλλαγών, ορίζεται ρητώς, δεν μπορεί να αποτελέσει κανόνα για την έννοια του εικοσιτετραώρου όσον αφορά στην νυχτερινή εργασία.
Εξάλλου, ανάλογη ερμηνεία θα ήταν αντίθετη με το προστατευτικό για τον εργαζόμενο πνεύμα της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, η οποία έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατ’ αρ.28 παρ.1 Σ, στο προοίμιό της οποίας επισημαίνεται πως σκοπός των διατάξεών της είναι η εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Συγκεκριμένα για την νυχτερινή εργασία, η ανωτέρω Οδηγία θεσπίζει ένα ελάχιστο προστατευτικό πλαίσιο, διευκρινίζοντας ότι «από σχετικές μελέτες έχει αποδειχθεί ότι ο ανθρώπινος οργανισμός είναι πιο ευαίσθητος κατά τη διάρκεια της νύχτας στις περιβαλλοντικές οχλήσεις και σε ορισμένες επαχθείς μορφές οργάνωσης της εργασίας, καθώς και ότι οι μακρές περίοδοι νυχτερινής εργασίας είναι επιζήμιες για την υγεία των εργαζομένων και μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλειά τους στην εργασία.». Στο ίδιο προστατευτικό πλαίσιο κινείται, εξάλλου, και το αρ.22 Σ., το οποίο θέτει στο Κράτος την υποχρέωση να μεριμνά για την υλική και ηθική εξύψωση των εργαζομένων. Είναι εύλογο ότι αστυνομικός, ο οποίος εκτέλεσε νυχτερινή βάρδια μια ορισμένη ημέρα, έχει υποστεί τις συνέπειες αυτές της νυχτερινής εργασίας, και συνεπώς, δεν έχει την σωματική και πνευματική ικανότητα που απαιτείται για να εκτελέσει εντός του αυτού εικοσιτετραώρου εκ νέου νυχτερινή βάρδια, χωρίς να μειωθεί η αποδοτικότητά του, ή χωρίς να εξαντλήσει τα όρια αντοχής του, θέτοντας ενδεχομένως την υγεία του σε κίνδυνο και σίγουρα την υπηρεσία του σε μειωμένη απόδοση .
Επομένως, εφόσον δεν υπαγορεύεται από κάποια έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη, ειδικές συνθήκες ή κατάσταση επιφυλακής (αρ.1 παρ.4 ΠΔ 394/2001), δεν είναι δυνατό να διαταχθεί αστυνομικός σε νυχτερινή υπηρεσία (νυχτερινή βάρδια) εντός του αυτού εικοσιτετραώρου με τη λήξη της προηγούμενης νυχτερινής βάρδιας του».
   Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό τυχών αυθαιρεσίες εκ μέρους της Διοίκησης βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μόνο στην ανεπαρκή γνώση των δικαιωμάτων των συναδέλφων μας. Το Σωματείο μας είναι πάντοτε παρών προκειμένου καταγγείλει τυχών αυθαιρεσίες της Διοίκησης κατόπιν βάσιμων παραπόνων των μελών μας.




Για το Δ.Σ.

Ο
Πρόεδρος


ΞΑΝΘΟΥΔΑΚΗΣ Νικόλαος



Ο
Γενικός Γραμματέας


ΣΕΛΗΝΙΩΤΑΚΗΣ Στυλιανός