Παρέμβαση Αγγελή: Ζητεί ενοποίηση των Εισαγγελιών Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς και διορισμό αναπληρωτών εισαγγελέων

Παρέμβαση με αρθρογραφία του στο dikastiko.gr για το μείζων θέμα των Εισαγγελιών κατά της Διαφθοράς και του Οικονομικού Εγκλήματος, με αφορμή τις διατάξεις που εισήγαγε το Υπουργείο
Δικαιοσύνης κάνει ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γιάννης Αγγελής.
Ο κ. Αγγελής που υπήρξε επόπτης της εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς και παραιτήθηκε από τη θέση του για την υπόθεση Novartis ουσιαστικά ζητεί ενοποίηση των δυο εισαγγελιών , τοποθέτηση αναπληρωτών τους και επιλογή τους (και των δυο) από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Ο δε επόπτης τους να είναι «αποκλειστικής απασχόλησης».
Ολόκληρη η τοποθέτηση του κ. Αγγελή έχει ως εξής:
«Προτάσεις σχετικώς με τις τροποποιήσεις σε διατάξεις για την Εισαγγελία οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς
     Υπό την ιδιότητά μου ως έχων την εποπτεία και τον συντονισμό του έργου των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και εγκλημάτων Διαφθοράς επί τρίμηνο (από 5-10-2018 έως 16-1-2019) και της παραιτήσεως μου στη συνέχεια λόγω της γνωστής υπόθεση NOVARTIS, εκθέτω (επιγραμματικά) τις παρακάτω προτάσεις:
α)ανάγκη ενοποίησης των δυο εισαγγελιών (διαφθοράς και οικονομικού εγκλήματος) και η τοποθέτηση εισαγγελέως Εφετών, ως επικεφαλής. Τούτο απαιτείται μεταξύ των άλλων και λόγω της απολύτου συνάφειας που έχει η διαφθορά με το οικονομικό έγκλημα,  αλλά και λόγω του ότι, ορισμένες υποθέσεις γίνονται αντικείμενο   έρευνάς ταυτόχρονα και από τις δύο εισαγγελίες. Ας μην ξεχνάμε ότι, οι δυο εισαγγελίες «ξεκίνησαν» αρχικώς  ως μία ενιαία υπηρεσία,  στη συνέχεια όμως «διαχωρίστηκαν» για τους γνωστούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος να αναπτύξω,
                β)σε περίπτωση που η πολιτική βούληση συνίσταται στην μη ενοποίηση   τότε και στις δυο εισαγγελίες θα πρέπει να τοποθετηθεί  ως επικεφαλής, εισαγγελέας ίδιου βαθμού, δηλαδή Εισαγγελέας Εφετών.  Με απλά λόγια, αποτελεί «λογικό και νομικό παράδοξο» στην μεν εισαγγελία οικονομικού εγκλήματος να προΐσταται εισαγγελέας Εφετών, στην δε εισαγγελία διαφθοράς, να προΐσταται αντεισαγγελέας εφετών, αφού έτσι φαίνεται ότι, η πολιτεία θεωρεί «ήσσονος σημασίας» τα θέματα διαφθοράς,
                  γ)την ανάγκη να προβλεφθούν νομικώς αναπληρωματικοί των παραπάνω εισαγγελέων  και στις δυο περιπτώσεις.   Με απλά λόγια, αποτελεί «λογικό και νομικό παράδοξο» στην μεν εισαγγελία οικονομικού εγκλήματος να προβλέπεται αναπληρωματικός εισαγγελέας επικεφαλής, στην δε εισαγγελία διαφθοράς, να μην προβλέπεται. Αυτό πρακτικώς σημαίνει ότι, στην εισαγγελία διαφθοράς δεν μπορεί να γίνει δεκτή οποιαδήποτε αίτηση εξαίρεσης ή αποχής, αφού δεν υπάρχει νόμιμος αντικαταστάτης, γεγονός που όμως, δεν ισχύει για την εισαγγελία οικονομικού εγκλήματος,
                   δ)την ανάγκη ενιαίας νομικής αντιμετώπισης του τρόπου επιλογής των επικεφαλής εισαγγελέων, του εισαγγελέα επόπτη και των επίκουρων εισαγγελέων.  Με απλά λόγια, αποτελεί «λογικό και νομικό παράδοξο» ο μεν εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς να επιλέγεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ο δε επόπτης αυτών να επιλέγεται από τον Εισαγγελέα Α.Π., ενώ οι επίκουροι εισαγγελείς (οι οποίοι στην πράξη «κάνουν όλη την ουσιαστική δουλειά» και  κατά συνέπεια πρέπει να έχουν αυξημένες ικανότητες) να επιλέγεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, «να αλλάζουν εύκολα» οι μη υπάκουοι στον εκάστοτε επικεφαλής, οι επίκουροι. Αυτό σημαίνει ότι, «επίκουρος» που δέχεται πιέσεις προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, μπορεί να παραιτηθεί λόγω πιέσεων ή να αντικατασταθεί (με μόνη την βούληση του επικεφαλής της εισαγγελίας), «χωρίς να το πάρει κανείς είδηση»,
                   ε)οι επόπτες αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, πρέπει να είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.  Με απλά λόγια, αποτελεί «λογικό και νομικό παράδοξο» ο  εισαγγελέας του  άρθρου  54 του Ν.  4446/2016 (ΑΛΗΘΕΙΑ, ΘΑ ΨΑΞΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ, ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΙ «ΔΟΥΛΕΙΑ» ΚΑΝΕΙ Ή ΕΚΑΝΕ, ΑΥΤΟΣ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ;)  να τυγχάνει πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ενώ ο επόπτης όλων των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, όλης της Ελλάδος, να ασκεί παράλληλα καθήκοντα με όλους τους άλλους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Με τον τρόπο αυτό, η εργασία του επόπτη αποτελεί «πρόσθετη εργασία – αγγαρεία», αφού προέχει γι΄ αυτόν η εκτέλεση των κύριων και όχι των επικουρικών καθηκόντων του,
     στ)θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί με νομική πρόβλεψη ο ακριβής τρόπος ασκήσεως της εποπτείας (π.χ. έχει την κατ΄ άρθρο 32 του ισχύοντος ΚΠΔ αρμοδιότητα), ούτως ώστε να αποφευχθούν «τυχόν παρεξηγήσεις» για τα όρια των εποπτικών του αρμοδιοτήτων».