Eπιστημονική έκθεση-κόλαφος για τη διαχείριση της πανδημίας


Κόλαφος για την πολιτική που ακολουθήθηκε διεθνώς και στη χώρα μας στη διαχείριση της πανδημίας, αλλά και για την πολιτική εξόδου από την καραντίνα, που σχεδιάζεται, είναι η έκθεση με
τίτλο «Κριτική αποτίμηση της ετοιμότητας και των πολιτικών αντιμετώπισης της πανδημίας του νέου κορωναϊού (SARS – CoV-2): διεθνής και ελληνική εμπειρία», που συνέταξε και δημοσίευσε ερευνητική ομάδα του Κέντρου Ερευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτικής Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, υπό το συντονισμό του Ηλία Κονδύλη, αναπληρωτή καθηγητή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας - Πολιτικής Υγείας, Τμήματος Ιατρικής ΑΠΘ, και του Αλέξη Μπένου, καθηγητή Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Τμήματος Ιατρικής ΑΠΘ, με συμμετοχή των επιστημόνων Ιωάννη ΠαντουλάρηΕυθυμίας ΜακρίδουArianna Rotulo και Στέργιου Σερέτη του Εργαστήριου Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Γενικής Ιατρικής και Ερευνας Υπηρεσιών Υγείας, Τμήματος Ιατρικής ΑΠΘ.
 
Η συγκεκριμένη επιστημονική ομάδα αποτελείται από επιστήμονες διεθνούς κύρους, όπως διαπιστώσαμε από μια σύντομη ματιά στα βιογραφικά των συντονιστών. Προφανώς, αυτός είναι ο λόγος που η δουλειά τους «θάβεται» από τα αστικά ΜΜΕ. Οι αλήθειες προκαλούν ρωγμές στην «ογκώδη» προπαγάνδα. Κι όταν προέρχονται από αναγνωρισμένους επιστήμονες, οι οποίοι σέβονται την επιστήμη τους και δεν τη θέτουν στην υπηρεσία της κυρίαρχης προπαγάνδας (διεκδικώντας την πρώτη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κυβερνώντος κόμματος), γίνονται επικίνδυνες.
 
«Ο κίνδυνος μίας πανδημίας, ήταν γνωστός. Το νέο στέλεχος του κορωναϊού (SARS-CoV2) την πυροδότησε, λόγω από ό,τι φαίνεται των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, τα υψηλά ποσοστά δηλαδή ασυμπτωματικής νόσησης και την ταχεία μεταδικότητα του. Καθώς η πανδημία διατρέχει τις χώρες ανά τον κόσμο αποκαλύπτει τα σημαντικά κενά στη διεθνή επιδημική ετοιμότητα και τις ευαλωτότητες των εθνικών συστημάτων υγείας - προϊόντα αμφότερα της χρόνιας υποχρηματοδότησης, αποδιάρθρωσής και εμπορευματοποίησής τους - και αναδυκνύει με τον πλέον τραγικό τρόπο την επανάληψη των ίδιων δομικών λαθών και αποτυχιών που είχαν παρατηρηθεί στην πρόληψη και αντιμετώπιση επιδημικών κρίσεων στο παρελθόν» (οι εμφάσεις δικές μας), τονίζει εισαγωγικά η επιστημονική ομάδα.

Και όταν αναφέρεται στα μέτρα που παίρνονται, σημειώνει κάτι πολύ σημαντικό: «Προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή τόσο των φαρμακευτικών όσο και μη-φαρμακευτικών παρεμβάσεων είναι η ύπαρξη μόνιμου μηχανισμού επιδημιολογικής επιτήρησης στην κοινότητα, ο οποίος επιτρέπει τη συστηματική, δειγματοληπτική και συνεχή ανίχνευση κρουσμάτων λοιμωδών νοσημάτων πριν και κατά τη διάρκεια της επιδημίας, δίνοντας πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο για  την εξέλιξη της επιδημίας, τη στοχευμένη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων και τον έλεγχο της αποτελεσματικότητάς τους» (η έμφαση των συγγραφέων της έκθεσης). Είναι απαραίτητος, λοιπόν, ένας μόνιμος μηχανισμός επιδημιολογικής επιτήρησης στην κοινότητα. Ας το κρατήσουμε αυτό, καθώς βλέπουμε τα αστικά κράτη (και τη χώρα μας) να ετοιμάζονται να χαλαρώσουν τα μέτρα καραντίνας, χωρίς να έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν, όχι μόνιμο, αλλά ούτε έκτακτο μηχανισμό επιδημιολογικής επιτήρησης για τη διάδοση της CoviD-19 και τις αναμενόμενες αναζωπυρώσεις της.
 
Η έκθεση των επιστημόνων του ΚΕΠΥ στέκεται εμφατικά σ’ αυτό το ζήτημα, ενόψει των μέτρων εξόδου από το lockdown, σημειώνοντας: «Σε κάθε περίπτωση τα διαθέσιμα βιβλιογραφικά και ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι η έγκαιρη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων (στοχευμένων ή/και οριζόντιων) επιβραδύνουν σημαντικά την εξέλιξη μίας επιδημίας, μειώνοντας τη συνολική της θνησιμότητα. Για χώρες δε που εφάρμοσαν εκταταμένα οριζόντια περιοριστικά μέτρα, η ύπαρξη μόνιμου μηχανισμού επιδημιολογικής επιτήρησης, η επάρκεια σε διαγνωστικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό για εκτεταμένη ανίχνευση, ιχνηλάτηση και στοχευμένη απομόνωση κρουσμάτων είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για έξοδο από γενικευμένο lockdown, αποφυγή 2ου επιδημικού κύματος και αποτελεσματική αντιμετώπιση των όποιων επιδημικών αναζωπυρώσεων, ιδίως σε περιπτώσεις χαμηλής γενικής ανοσίας του πληθυσμού. Επιδημική ετοιμότητα μίας χώρας είναι η ικανότητα του συστήματος υγείας της να ανιχνεύσει, αναφέρει, ελέγξει και αντιμετωπίσει τις συνέπειες μίας επιδημίας» (η έμφαση των συγγραφέων).
 
Περιττεύει να τονίσουμε ότι αυτό αφορά κατεξοχήν τη χώρα μας, που εφάρμοσε σχετικά έγκαιρα τα εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα, γεγονός που καθιστά την έξοδο από το lockdown ιδιαίτερα κρίσιμη. Είναι η χώρα μας έτοιμη «να ανιχνεύσει, αναφέρει, ελέγξει και αντιμετωπίσει τις συνέπειες» της πανδημίας;
 
Η έκθεση τονίζει: «Είναι προφανές ότι η επιδημική ετοιμότητα μίας χώρας δεν περιορίζεται στην έγκαιρη απλά ανίχνευση, παρακολούθηση (μέσω επιδημιολογικής επιτήρησης) και ελέγχου (μέσω φαρμακευτικών και μη-φαρμακευτικών παρεμβάσεων) των όποιων επιδημικών εξάρσεων, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο πλέγμα συντονισμένων δράσεων για την αντιμετώπιση των υγειονομικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεών τους.

Εμπεριέχει για παράδειγμα δράσεις για την ενδυνάμωση των υπηρεσιών υγείας με μέτρα προστασίας και ενίσχυσης του υγειονομικού προσωπικού, επαρκείς νοσοκομειακές, εξωνοσοκομειακές υποδομές καθώς και επάρκεια υγειονομικού υλικού για την αντιμετώπιση της αυξημένης χρήσης εν μέσω επιδημίας, καθώς και στοχευμένες οικονομικές παρεμβάσεις για την εξασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης του συστήματος υγείας και τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων οικονομικής και κοινωνικής ανακούφισης από τις συνέπειες της επιδημίας».
 
Και παρουσιάζει σε διάγραμμα τι σημαίνει επιδημική ετοιμότητα ενός συστήματος Υγείας. Αφήνουμε σ’ εσάς να κρίνετε αν –στοιχειωδώς έστω- πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις στην Ελλάδα του Μητσοτάκη και του Τσιόδρα.
 

 
Αναφερόμενη στα μέτρα για τον (καθυστερημένο) έλεγχο της πανδημίας στην Κίνα, η επιστημονική ομάδα τονίζει (η έμφαση δική της) ότι «ως πρώτη προτεραιότητα τέθηκε η συστηματική επιδημιολογική επιτήρηση και η διατήρηση υψηλού αριθμού διαγνωστικών ελέγχων για την αποφυγή 2ου επιδημικού κύματος». Σημειώνει ακόμα ότι «οι κινεζικές αρχές βάσει αυτών των ευρημάτων υλοποίησαν πρόγραμμα επιδημιολογικής παρακολούθησης και ιχνηλάτησης των κρουσμάτων σε υγειονομικούς, τροποποιώντας τις πολιτικές προστασίας τους κατά την εξέλιξη της επιδημίας». Για τη σημασία των τεστ γίνεται λόγος, όπως αντιλαμβάνεστε. Ζήτημα για το οποίο… μούγκα ο Τσιόδρας.
 
Επισκοπώντας την πολιτική αντιμετώπισης της πανδημίας στη χώρα μας, η επιστημονική ομάδα μιλά για «πρόωρη εγκατάλειψη της πολιτικής της επιθετικής ιχνηλάτησης», η οποία είχε εφαρμοστεί μετά τα πρώτα κρούσματα, σημειώνοντας ότι «τα νέα κριτήρια που υιοθέτησε ο ΕΟΔΥ δεν είναι σε συμφωνία με τα προτεραιοποιημένα κριτήρια που θέτει ο Π.Ο.Υ. στη φάση καθυστέρησης μίας επιδημίας».
 
Για ποιο λόγο εγκαταλείφθηκε πρόωρα η πολιτική της επιθετικής ιχνηλάτησης των κρουσμάτων; Επειδή δεν υπήρχε επαρκή ποσότητα τεστ! Δεν το αναφέρει η έκθεση, συνάγεται όμως από μια… πλήρους νοήματος αναφορά σε υποσημείωσή της: «Πρόωρη εγκατάλειψη της ιχνηλάτησης και του διαγνωστικού ελέγχου συμπτωματικών ατόμων και των επαφών τους (φάση περιορισμού), σημειώθηκε και στην Αγγλία. Αν και η Βρετανική κυβέρνηση δεν έχει δημοσιοποιήσει τα στοιχεία προς υποστήριξη της πολιτικής της, επικριτές της εν λόγω απόφασης επισημαίνουν ότι αυτή ληφθηκε λόγω της έλλειψης διαγνωστικών τέστ και της απόφασης της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την επιδημία ως ενιαίο εθνικό γεγονός παρά ως μία σειρά τοπικών ξεσπασμάτων με διαφορετικό ρυθμό και επίπεδο εξέλιξης ανά τη χώρα. Αντίστοιχα στη Γαλλία η μη υιοθέτηση της πολιτικής της μαζικής ιχνηλάτησης και των εκτεταμένων διαγνωστικών ελέγχων δεν υιοθετήθηκε λόγω διοικητικής αδυναμίας, έλλειψης διαγνωστικών τεστ και ανεπάρκειας πιστοποιημένων εργαστηρίων. Στις 28 Μαρτίου η εν λόγω πρακτική τέθηκε υπό αναθεώρηση, σε μία προσπάθεια εύρεσης τρόπου εξόδου από το lockdown»!
 
Η έκθεση διαπιστώνει εύλογα (το έχουμε επισημάνει κι εμείς, χωρίς να είμαστε ειδικοί), ότι «εν τη απουσία εντατικών στοχευμένων μέτρων περιορισμού, το Υπουργείο Υγείας αποφάσισε την καθυστέρηση εξάπλωσης της επιδημίας μέσω της υιοθέτησης σταδιακά κλιμακούμενων μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης και κοινωνικής απομόνωσης (φάση καθυστέρησης της επιδημίας). Η σταδιακή εισαγωγή αυτών των μέτρων έγινε τη 12η μέρα της επιδημίας με την αναστολή λειτουργίας των ΚΑΠΗ και ολοκληρώθηκε την 25η μέρα με την απαγόρευση κυκλοφορίας των πολιτών. Κατά τη φάση καθυστέρησης της επιδημίας η ιχνηλάτηση των θετικών κρουσμάτων συνεχίστηκε μόνο σε λιγοστές περιπτώσεις εγκλεισμένων πληθυσμών (προληπτικά σε δομές φιλοξενίας ηλικιωμένων, σε δομές κράτησης ή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων μετά από τυχαία αναγνώριση θετικών κρουσμάτων και πλέον πρόσφατα σε οικισμό Ρομά με πολλαπλά επιβεβαιωμένα κρούσματα). Τα δε οριζόντια περιοριστικά μέτρα φαίνεται να έχουν επιβραδύνει προς ώρας το ρυθμό εξάπλωσης της επιδημίας στην Ελλάδα, αν κρίνει κανείς από τη χαμηλή θνησιμότητα από covid-19 στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και το σταθεροποιημένο αριθμό νοσηλευομένων σε ΜΕΘ».
 
Η πιο σημαντική επισήμανση έρχεται αμέσως μετά (η έμφαση των συγγραφέων): «Τέλος, σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης και συστηματικού δειγματοληπτικού ελέγχου της επιδημίας Covid-19 δεν έχει ενεργοποιηθεί στην Ελλάδα, ενώ σημαντικά κενά παρατηρούνται στη συλλογή και κοινοποίηση αναλυτικών επιδημιολογικών δεδομένων, όπως έχει ήδη επισημανθεί σε προηγούμενο σημείωμα του ΚΕΠΥ.  Τα αναμενόμενα χαμηλά ποσοστά ανοσίας στο γενικό πληθυσμό, λόγω των περιοριστικών μέτρων, καθιστούν την πορεία αντιμετώπισης της επιδημίας πολύμηνη και το σύστημα επιδημιολογικής παρακολούθησής της επιβεβλημένο».
 
Η επιστημονική ομάδα του ΚΕΠΥ διεκτραγωδεί (με αναλυτικά στοιχεία και επιχειρηματολογία που στηρίζεται σ’ αυτά) την έλλειψη κάθε προετοιμασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας (μολονότι μας διαβεβαίωναν ότι η χώρα είναι θωρακισμένη), τη στήριξη σε δωρεές («ο τρόπος αυτός χρηματοδότησης του ΕΣΥ μέσω δωρεών κρίνεται ως μη βιώσιμος για την μεσο- και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της επιδημίας covid-19», σημειώνεται) και αντιπροτείνει: «Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης - μέσω της αντιμετώπισης της φοροαποφυγής και της κατάργησης των φοροαπαλλαγών μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων μεταξύ των οποίων και αυτές των δωρητών - και η αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης του ΕΣΥ αποτελεί την μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση για την ουσιαστική ενίσχυση της επιδημικής ετοιμότητας του συστήματος υγείας σε μεσο- και μακροπρόθεσμη βάση». Σημειώνει ακόμα ότι η πολιτική στελεχιακής ενίσχυσης του ΕΣΥ «αποκαλύπτει την αδυναμία εκτίμησης του βάθους της επιδημικής κρίσης από πλευράς Υπουργείου Υγείας [και] δεν αποτελεί βιώσιμη λύση για την μεσο- και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της πανδημίας. Η πρόσληψη όλου του αναγκαίου προσωπικού στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και το ΕΣΥ με μόνιμη εργασιακή σχέση, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ασφαλή έξοδο από το lockdown και την επιδημική θωράκιση της χώρας τους επόμενους μήνες».
 
Η επιστημονική ομάδα δεν παραλείπει να σημειώσει τον «ιδιαίτερο προβληματισμό» που «προκαλεί ο εμπροσθοβαρής και με ιδιαίτερη επιμέλεια σχεδιασμός του Υπουργείου Υγείας, έτσι όπως αυτός ξεδιπλώνεται εν μέσω υγειονομικής διαχείρισης της επιδημικής κρίσης στην Ελλάδα, για τη σύναψη συμβολαιακών σχέσεων μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στο χώρο της υγείας. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν το 42% της εγκεκριμένης δαπάνης του Υπουργείου Υγείας για την αντιμετώπιση των υγειονομικών επιπτώσεων της επιδημίας κατευθύνεται στον ιδιωτικό – κερδοσκοπικό τομέα υγείας με όρους πολλαπλάσιου κόστους για τα ασφαλιστικά ταμεία και τον κρατικό προϋπολογισμό. Η εγκατάλειψη της πολιτικής σύναψης συμβολαίων με τον ιδιωτικό τομέα υγείας (πόσο δε μάλλον σε συνθήκες κατεπείγουσας, αδιαφανούς διαχείρισης τους) και η επίταξη των υποδομών του, με ένταξή τους στον κεντρικό σχεδιασμό του Υπουργείου Υγείας αποτελεί την μόνη ρεαλιστική λύση για την άμεση και μελλοντική αντιμετώπιση των υγειονομικών επιπτώσεων της επιδημίας».
 
Κλείνουμε, παραθέτοντας ολόκληρο το συμπέρασμα της έκθεσης (οι εμφάσεις δικές μας):

«Η επιδημία της νόσου του νέου κορωναϊού (Covid-19) αποκαλύπτει με τον πλέον οδυνηρό τρόπο την έλλειψη επιδημικής ετοιμότητας στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και τις χρόνιες ευαλωτότητες του εθνικού συστήματος υγείας στην Ελλάδα, προϊόντα αμφότερα της χρόνιας υποχρηματοδότησης και αποδιάρθωσής τους.

Η επιτυχής επιβράδυνση του 1ου επιδημικού κύματος Covid-19, έδωσε χρόνο ο οποίος όφειλε να είχε χρησιμοποιηθεί για τη θωράκιση και ενίσχυση των παραπάνω υπηρεσιών. 

Δεδομένων των κατά πάσα πιθανότητα χαμηλών ποσοστών ανοσίας του γενικού πληθυσμού, ως αποτελέσμα των οριζόντιων περιοριστικών μέτρων, υψηλός είναι ο κίνδυνος τοπικών αναζωπυρώσεων ή και άλλων επιδημικών κυμάτων, μετά την άρση του lockdown και εντός των επόμενων μηνών ή και έτους. 

Με βάση τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι η επιδημία Covid-19 δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία έκτακτη κατάσταση ολίγων εβδομάδων, αντιθέτως απαιτεί μακρόπνοο σχεδιασμό, επαρκή χρηματοδότηση και οργάνωση.

Η σύσταση μόνιμου μηχανισμού επιδημιολογικής επιτήρησης και δειγματοληπτικής παρακολούθησης της επιδημίας σε πραγματικό χρόνο, η επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού και διαγνωστικών μέσων στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας και η ολόπλευρη θωράκιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και των νοσοκομειακών υποδομών του ΕΣΥ αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της επιδημικής κρίσης την επόμενη περίοδο».
 
Ολόκληρη η Εκθεση, με την εκτενή βιβλιογραφία της, είναι δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΚΕΠΥ. Σας συστήνουμε να τη διαβάσετε ολόκληρη. Αν και είναι επιστημονικό κείμενο, μπορεί άνετα να το παρακολουθήσει ο καθένας, χωρίς να διαθέτει ειδικές επιστημονικές γνώσεις.


http://www.eksegersi.gr