Οκτώ γροθιές από αστυνομικούς


Αναδημοσιεύουμε από την Εφημερίδα των Συντακτών: Οταν είδε το περιπολικό από μακριά την ώρα που έμπαινε στο γειτονικό μίνι μάρκετ αλυσίδας κοντά στον περιφερειακό δρόμο στο Βαθύ
της Σάμου, λιγότερο από 500 μέτρα από το διαμέρισμα για ευάλωτους πρόσφυγες, όπου μένει με τη γυναίκα του και τη δέκα μηνών κόρη τους και άλλη μια οικογένεια, δεν ανησύχησε. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά κατά την έξοδο, όταν είδε να τον πλησιάζουν οι αστυνομικοί.
Οσα ακολούθησαν εκείνο το βράδυ της 31ης Μαρτίου γύρω στις 8 δείχνουν μια αστυνομία που τείνει να εξαντλεί κάθε αυστηρότητα και αυθαιρεσία σε πρόσφυγες και μετανάστες κατά τον έλεγχο για τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας και να μη διστάζει να καταφεύγει σε βία. Γι’ αυτό και για παρόμοιο περιστατικό στην Αθήνα, η οργάνωση ΑΡΣΙΣ έχει απευθυνθεί στο Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας και στον Συνήγορο του Πολίτη.
Ο Ντ. Λ., 28 χρόνων από το Καμερούν, είχε πεταχτεί για ψώνια στο μίνι μάρκετ, μια από τις λίγες φορές που έβγαινε από το διαμέρισμα. Οπως λέει στην «Εφ.Συν.», το κινητό έκλεισε από μπαταρία μόλις έστειλε το μήνυμα για μετακίνηση και το άφησε στο σπίτι μαζί με τα χαρτιά του. Αυτό εξήγησε στους αστυνομικούς που τον έλεγξαν και προσφέρθηκε να πάει στο σπίτι να τα φέρει. Αρνήθηκαν, του ζήτησαν να περιμένει και φώναξαν ενισχύσεις.
Μόλις ήρθε το δεύτερο περιπολικό, του ζήτησαν να μπει μέσα, μαζί με άλλον έναν Αφγανό που δεν είχε στείλει μήνυμα μετακίνησης, τον μόνο μαζί με τον Ντ. Λ.. που έλεγξαν απ’ όσους μπήκαν και βγήκαν από το μίνι μάρκετ. Ο Ντ. Λ. επέμενε να τους εξηγεί και να ζητά να τον αφήσουν να πεταχτεί μέχρι το σπίτι. Του ζήτησαν να σταματήσει να μιλάει και να μπει στο περιπολικό. Ακολούθησαν βρισιές στα ελληνικά και οκτώ γροθιές στο πρόσωπο από τον έναν αστυνομικό, ενώ οι άλλοι τον έσπρωχναν μέσα στο περιπολικό.
Στο Τμήμα ζήτησε να του πουν γιατί τον χτύπησαν και ζήτησε πρώτες βοήθειες, γιατί έτρεχε αίμα από το κεφάλι. Τον έστειλαν στην τουαλέτα να πλυθεί, τον έβαλαν να γράψει τα στοιχεία του και του έδωσαν να υπογράψει ένα χαρτί στα ελληνικά, που δεν καταλάβαινε τι έλεγε ούτε του εξηγούσαν. «Με απειλούσαν ότι θα με χτυπήσουν πάλι. Υπέγραψα και έφυγα», λέει.
«Ενιωθα σα χαμένος, δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Είναι τραυματικό γιατί μου έφερε στο μυαλό την κατάσταση στη χώρα μου, όπου δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης, όπου δεν σ’ αφήνουν να μιλήσεις, όπου υπάρχει βία. Είναι σημαντικό να μπορείς ν’ ακουστείς. Ξέρω ότι αυτό έγινε επειδή είμαι μαύρος, δεν έκαναν έλεγχο σε άλλους. Είναι πολύ αρνητικό το συναίσθημα που δημιουργεί η βία σ’ εμάς που έχουμε ξεφύγει από καταστάσεις, που έχουμε κάνει όλο αυτό το ταξίδι, που έχουμε έρθει πολύ κοντά στον θάνατο», λέει.
Η ΑΡΣΙΣ σημειώνει ότι αυτό και ανάλογο περιστατικό στην Αθήνα συνέβησαν τις πρώτες ημέρες περιορισμού της κυκλοφορίας, την περίοδο που οι Αρχές έκαναν κυρίως συστάσεις στους πολίτες που παραβίαζαν τα μέτρα.
«Καλούμε τις ελληνικές αρχές και την ελληνική αστυνομία να εγγυηθούν για την ασφάλεια και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των κατοίκων, των περιοχών ευθύνης τους, χωρίς διακρίσεις. Καταδικάζουμε κάθε ρατσιστική και μισαλλόδοξη συμπεριφορά εναντίον ευάλωτων προσώπων που δικαιούνται προστασία και αναμένουμε από τις αρμόδιες διωκτικές αρχές να επιληφθούν αποτελεσματικά και να μην επαναληφθούν ανάλογα περιστατικά», σημειώνει η οργάνωση.