1993: Μακελειό στο Στρατοδικείο του Ρουφ


Την Πρωταπριλιά του 1993 ο χαροκαμένος πατέρας Αθανάσιος Ντρούζος πήρε το νόμο στα χέρια του και «καταδίκασε» εις θάνατον τους δύο δικηγόρους του μεθυσμένου οδηγού, ο οποίος δύο
χρόνια νωρίτερα είχε σκοτώσει με το αυτοκίνητό του πέντε νέους, ανάμεσά τους και τον 16χρονο γιο του, έξω από τη Χαλκίδα. Αμέσως μετά έστρεψε το όπλο πάνω του και έγραψε το τέλος της τραγωδίας που παίχτηκε σε δύο πράξεις.
Όλα ξεκίνησαν τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου 1991. Επτά νέοι επέστρεφαν στη Χαλκίδα από το μπαρ “Negro”, όπου διασκέδαζαν στην Γλύφα, με τα πόδια, καθώς δεν έβρισκαν ταξί. Ξαφνικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα ο 32χρονος υποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας Δημήτρης Κουρούπης, με συνοδηγό τον 26χρονο κουνιάδο του, αστυφύλακα Φώτη Σακελλαράκη, ξέφυγε από την πορεία του και έπεσε πάνω στη νεανική παρέα.

Ο 18χρονος Βίκτωρ Μαΐσης, ο 17χρονος Μιχάλης Μπαξεβανίδης και ο 15χρονος αδελφός του Παναγιώτης άφησαν την τελευταία τους πνοή στην άσφαλτο. Ο 17χρονος Παναγιώτης Κατράκης και ο 16χρονος Κώστας Ντρούζος μεταφέρθηκαν βαριά τραυματισμένοι στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά, όπου, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, κατέληξαν λίγες ώρες αργότερα. Ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αθήνας και είχαν πάει στη Χαλκίδα για το Σαββατοκύριακο, φιλοξενούμενοι στο σπίτι του Γιώργου Μπαξεβανίδη, πατέρα των δύο αδελφών.
Οι άλλοι δύο φίλοι, ο 19χρονος Αλέξης Σαμψών και ο 18χρονος Βάιος Κατσός είχαν ξεκόψει από την υπόλοιπη παρέα και περπατούσαν δέκα μέτρα πιο μπροστά. Αυτό τους είχε σώσει! Όπως αποδείχθηκε, ο υποσμηναγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 8,5 μηνών, ενώ του αφαιρέθηκε το δίπλωμα για έξι μήνες. Για τους γονείς των πέντε παιδιών, αλλά και στη συνείδηση της κοινής γνώμης «το έγκλημα έμεινε χωρίς τιμωρία», αφού ο υποσμηναγός παρέμεινε στη φυλακή μόλις οκτώ μήνες, εξαγόρασε το υπόλοιπο της ποινής του προς 988 δραχμές ημερησίως και επέστρεψε στη μονάδα του. Η υπόθεση οδηγήθηκε κατ’ έφεση στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Η δίκη άρχισε την Πρωταπριλιά του 1993 στο Στρατοδικείο στο Ρουφ.
Η δικαστική αίθουσα ήταν από νωρίς γεμάτη από γονείς, συγγενείς και μάρτυρες της υπόθεσης. Όλοι έδειχναν εκνευρισμένοι και ίσως προκατειλημμένοι, επειδή η ποινή που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο υποσμηναγό τους είχε φανεί πολύ επιεικής. Στην είσοδο της αίθουσας στέκονταν δύο αστυφύλακες του Τμήματος Μεταγωγών Δικαστηρίων Αθηνών, οι οποίοι μόλις είχαν συνοδεύσει δύο κρατούμενους που επρόκειτο να δικαστούν για άλλη υπόθεση.

Ο 47χρονος Αθανάσιος Ντρούζος καθόταν από το πρωί σε μια άκρη της αίθουσας κρατώντας σφιχτά ένα χαρτοφύλακα. Μετά τον χωρισμό του από την πρώην σύζυγό του, Κατερίνα, είχε αφιερώσει τη ζωή του στο μονάκριβο γιο του, αλλά δεν πρόλαβε να τον δει να μεγαλώνει και να προκόβει… Παρακολουθούσε αμίλητος τους μάρτυρες να καταθέτουν ο ένας μετά τον άλλο και σχεδίαζε στο μυαλό του την δική του «ετυμηγορία». Ένιωθε ότι ο άνθρωπος που του είχε στερήσει το λόγο να ζει θα έφευγε ανέπαφος από το δικαστήριο. Η ώρα είχε φτάσει 7 το απόγευμα, όταν ο εισαγγελέας της έδρας ολοκλήρωνε την αγόρευσή του και ο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Χρήστος Μπάκας, ετοιμαζόταν να πάρει τον λόγο.
Ξαφνικά ο πατέρας βγάζει από τον χαρτοφύλακα ένα πιστόλι, πιάνει από τον λαιμό τον μάρτυρα υπεράσπισης και συνοδηγό στο μοιραίο αυτοκίνητο, Φώτη Σακελλαράκη και τον τραβάει προς την έδρα. Καλεί τον αστυφύλακα Κωνσταντίνο Κουτουλάκη να αφήσει το υπηρεσιακό του όπλο στο εδώλιο του κατηγορουμένου και το παίρνει κι αυτό. Στο μεταξύ ο δεύτερος αστυφύλακας, Ευτύχιος Λαμπρούσης, βγαίνει τρέχοντας από την αίθουσα και ειδοποιεί την Άμεση Δράση για ενισχύσεις.
«Πείτε την αλήθεια, θα σας σκοτώσω όλους», φωνάζει αλλόφρων ο Ντρούζος, που δείχνει αποφασισμένος να πραγματοποιήσει την απειλή του. Δίνει στον αστυφύλακα Κουτουλάκη μια μονωτική ταινία και τον υποχρεώνει να δέσει πλάτη με πλάτη τον Σακελλαράκη και τους δύο δικηγόρους του κατηγορούμενου, τον 43χρονο Χρήστο Μπάκα και τον 32χρονο Δημοσθένη Αβράμη.

«Πείτε το δυνατά ότι ο υποσμηναγός είναι ένοχος, ότι οδηγούσε μεθυσμένος και γι’ αυτό σκότωσε τα παιδιά!», φωνάζει. «Θέλω να μαρτυρήσεις μπροστά σε όλους ότι ήσουν μεθυσμένος», λέει απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο ανθυποσμηναγό. «Μα το είπα ότι ήμουν μεθυσμένος», ψελλίζει εκείνος. Όταν στο Στρατοδικείο φτάνει αστυνομική δύναμη, ο Ντρούζος σημαδεύει τους δεμένους ομήρους. «Μην το κάνετε κύριε Ντρούζο, μη…», του λέει ο πρόεδρος του δικαστηρίου, αλλά το θολωμένο μυαλό του πατέρα έχει ήδη αποφασίσει. Οι δύο δικηγόροι πέφτουν νεκροί, ενώ ο Σακελλαράκης τραυματίζεται.
Ο μαινόμενος πατέρας πηδάει πάνω στην έδρα και πυροβολεί εναντίον των δικαστών, τραυματίζοντας τρεις στρατοδίκες, τους συνταγματάρχες Δημήτρη Μπακόλα 41 και Κώστα Παπασπύρου 53 χρόνων και τον 54χρονο ταξίαρχο Παναγιώτη Παναγιωτάκο. Δευτερόλεπτα αργότερα θα γράψει το τέλος της τραγωδίας με μια σφαίρα που έχει κρατήσει για τον εαυτό του. Δίπλα στον τάφο του παιδιού του, στο Μπολάτι Κορινθίας, είχε ήδη ετοιμάσει τον δικό του…
Ο υποσμηναγός εξαγόρασε την ποινή του και αφέθηκε ελεύθερος. Οι οικογένειες των υπόλοιπων θυμάτων κατέθεσαν αγωγές στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, για χρηματική αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, που έγιναν δεκτές. Το δικαστήριο υποχρέωνε τον Κουρούπη να καταβάλει 48 εκατομμύρια δραχμές και διέταξε ως μέσο εκτέλεσης την προσωποκράτησή του για 7 μήνες. Δεδομένου ότι ο υποσμηναγός δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία, η εκτέλεση της απόφασης ήταν ανέφικτη. Έτσι οι οικογένειες απευθύνθηκαν στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, από το οποίο ορίστηκε ως τόπος έκτισης της προσωποκράτησης η μονάδα όπου υπηρετούσε ο υποσμηναγός στο Τατόι.
Νίκος Τσέφλιος