1968: Το έγκλημα στο Πολυνέρι και η “Αναπαράσταση”

Η γυναίκα που μπήκε εκείνο το κυριακάτικο πρωινό του 1968 στον Σταθμό Χωροφυλακής της Πλαταριάς Θεσπρωτίας για να δηλώσει την εξαφάνιση του 45χρονου κουνιάδου της Χαρίση
Πάντου, φοβόταν ότι κάτι κακό του είχε συμβεί. Δεν πίστευε όσα της είχε πει η σύζυγός του, η 40χρονη Αγγελική, ότι είχε φύγει πάλι μετανάστης στη Γερμανία. Δήλωσε σχεδόν σίγουρη ότι εκείνη τον είχε σκοτώσει, με τη βοήθεια του αγροφύλακα Κωνσταντίνου Τζώρτζη, με τον οποίο διατηρούσε παράνομη σχέση. «Είχε προσπαθήσει άλλες δύο φορές στο παρελθόν να τον σκοτώσει, αλλά δεν την κατήγγειλε στην Αστυνομία γιατί τον απειλούσε ότι θα τον πνίξει», πρόσθεσε η Λαμπρινή Πάντου.
Δέκα ημέρες είχε να εμφανιστεί στο Πολυνέρι ο Χαρίσης Πάντος, αλλά η γυναίκα του δεν ανησυχούσε. Στους χωριανούς που την ρωτούσαν έλεγε ότι έφυγε στις 5 Απριλίου για τη Γερμανία, για να δουλέψει και να μαζέψει λεφτά. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που έφευγε μετανάστης τα τελευταία επτά χρόνια. Όλο το χωριό ήξερε ότι ήταν καλός οικογενειάρχης και και δεν ήθελε να λείπει τίποτα από τα τέσσερα παιδιά του. Μάλιστα, είχε στείλει και γράμμα στην Αγγελική από τα Ιωάννινα. Της έγραφε ότι θα κατέβαινε πρώτα στην Αθήνα για να τακτοποιήσει τα χαρτιά του και μετά θα έφευγε για Γερμανία.

Οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που ανέλαβαν να διερευνήσουν την καταγγελία της Λαμπρινής Πάντου για την εξαφάνιση του 45χρονου άνδρα, εξέτασαν πρώτα την σύζυγό του, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν κάτι εναντίον της. Σε αντίθεση με τον Χαρίση, που τον αγαπούσαν όλοι οι χωριανοί -όχι μόνο επειδή ήταν άψογος οικογενειάρχης, αλλά συντηρούσε κιόλας και τα τρία παιδιά του αδελφού του που είχε σκοτωθεί πέφτοντας από μια βελανιδιά- την Αγγελική δεν την συμπαθούσαν. «Στριμμένη» την αποκαλούσαν και έλεγαν ότι γλυκοκοίταζε τους όμορφους άνδρες. Μάλιστα σχολίαζαν αρνητικά το γεγονός ότι θύμωνε που ο σύζυγός της, εκτός από τα τρία ορφανά, βοηθούσε και πολύ κόσμο στο χωριό.
Η ίδια υποστήριξε ότι η Λαμπρινή Πάντου ήθελε να την μπλέξει, επειδή είχε φίλο τον Χαρίση και της κακοφάνηκε που έφυγε! Μάλιστα έδειξε στους χωροφύλακες και το γράμμα, που είχε ταχυδρομήσει ο άνδρας της από τα Ιωάννινα. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Ή μήπως όχι;…
Ο Χαρίσης Πάντος χρωστούσε σε έναν συγχωριανό του 13.000 δραχμές. Λίγες ημέρες πριν εξαφανιστεί, «σήκωσε» από την τράπεζα μόνο 15.000 δραχμές. Εάν έφευγε μετανάστης, θα χρειαζόταν πολύ περισσότερα από τα δύο χιλιάρικα που κράτησε για τον εαυτό του. Οι χωροφύλακες έψαξαν την υπόθεση και στο ξενοδοχείο όπου είχε διανυκτερεύσει στα Ιωάννινα. Στο βιβλίο φαινόταν ότι είχε μείνει για ένα βράδυ ο Χαρίσης Πάντος με την σύζυγό του, Όλγα. Όμως το όνομα της συζύγου του Πάντου ήταν Αγγελική. Όλγα έλεγαν τη σύζυγό του 41χρονου αγροφύλακα Κωνσταντίνου Τζώρτζη, ο οποίος δήλωσε κατά λάθος το όνομά της στην υποδοχή του ξενοδοχείου!

Τις επόμενες ημέρες κλήθηκαν και οι δύο για κατάθεση, η σύζυγος του θύματος στην Πλαταριά και ο Τζώρτζης στην Ηγουμενίτσα. Στην αρχή αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχέση με την εξαφάνιση του 45χρονου άνδρα. Όμως στη συνέχεια ομολόγησαν τη δολοφονία του και τα έριξαν ο ένας στον άλλο. «Ο Κώστας τον περίμενε πίσω από την πόρτα», είπε η γυναίκα. «Του έπιασε τα χέρια και εγώ του πέρασα την θηλιά του σκοινιού στον λαιμό και τράβηξα με δύναμη, μέχρι που πέθανε».
Ο Τζώρτζης ανέπτυξε το δικό του σενάριο: «Περνούσα τυχαία έξω από το σπίτι, όταν με φώναξε η Αγγελική. Μετά από λίγη ώρα ερχόταν και ο Χαρίσης. Του άρπαξα τα χέρια και εκείνη πήρε τη θηλιά που είχε βουτήξει στο λάδι για να γλιστράει και την πέρασε στον λαιμό του. Μόλις κατάλαβα τι είχαμε κάνει, τράβηξα το μαχαίρι μου να την σφάξω. Εκείνη έπεσε στα πόδια μου, μου είπε ότι το έκανε για την αγάπη μας. Με διαβεβαίωσε ότι δεν θα καταλάβαινε κανείς τίποτα. Ήμουν ήδη μπλεγμένος, το μόνο που έμενε ήταν η εξαφάνιση του πτώματος».
Λίγα λεπτά μετά το έγκλημα έφταναν στο σπίτι τα παιδιά του Πάντου. Οι δράστες έσυραν το πτώμα μέχρι την καταπακτή και το πέταξαν στο υπόγειο. Αργά τη νύχτα, όταν τα παιδιά είχαν αποκοιμηθεί, το έθαψαν σε ένα λάκκο που είχε σκάψει ο ίδιος ο Πάντος την προηγουμένη ημέρα για να βάλει ασβέστη. Μάλιστα η γυναίκα φύτεψε από πάνω κρεμμυδάκια και μια κυδωνιά, για να κρύψει μια για πάντα τον αυτοσχέδιο τάφο του συζύγου της.

Όπως φάνηκε, ο 45χρονος άνδρας, ένας μικρόσωμος, πράος και εργατικός άνθρωπος, δεν είχε σκοπό να ξαναφύγει για τη Γερμανία. Μόλις είχε χτίσει καινούργιο σπίτι στο χωριό, όπου στέγασε και ένα μπακάλικο – καφενείο, το οποίο, παρά τις πιέσεις της Αγγελικής, δεν το έγραψε στο όνομά της. Ήταν η πρώτη φορά που δεν πειθαρχούσε στις εντολές της. Έκανε μάλιστα τα εγκαίνια πριν βγει η άδεια και είχε «τραβήγματα» με τις αρχές στην Ηγουμενίτσα. Εκείνη του έλεγε κάθε τόσο να το παρατήσει, επειδή θα είχε προβλήματα με τα δικαστήρια και να ξαναφύγει μετανάστης.
Μιλώντας στους δημοσιογράφους, απέδωσε το έγκλημα στη συμπεριφορά του θύματος: «Με έδερνε, με παραμελούσε και με απειλούσε ότι θα με σκοτώσει. Τον πρόλαβα εγώ όμως… Κάθε τόσο έφευγε για την Γερμανία. Λογικό ήταν να βρω άλλον άνδρα. Πρότεινα στον Τζώρτζη να τον σκοτώσουμε Χαρίση κι εκείνος δέχθηκε».
Ο συγκατηγορούμενός της από την πλευρά του δήλωσε αθώος. «Αυτή τον έπνιξε, αυτή τον πέταξε στην καταπακτή, εγώ τον έπιασα μόνο από τα πόδια. Η βρώμα με παρέσυρε. Με είχε δέσει με το σεξ και με εξαπάτησε όπως η Εύα τον Αδάμ! Πριν από μένα είχε φίλο τον άνδρα της αδελφής της, της Ευδοκίας. Εκείνη τους έπιασε μια φορά στα πράσα και χτύπησε τον άνδρα της με μια πλάκα στο κεφάλι. Όταν έγινε καλά έφυγε για την Γερμανία, όπου ζει ακόμη. Μετά τα έριξε πάνω μου».

Στην αναπαράσταση του εγκλήματος μαζεύτηκε όλο το χωριό για να αποδοκιμάσει το παράνομο ζευγάρι. Κάποιοι απείλησαν να τους λιντσάρουν. Η Αγγελική Πάντου από το κρατητήριο του Αστυνομικού Τμήματος Ηγουμενίτσας έστειλε με τους δημοσιογράφους ένα σύντομο γράμμα που απευθυνόταν στα παιδιά της στο Πολυνέρι. Έγραφε μεταξύ άλλων: «Σας γλυκοφιλώ όλα με πολύ πόνο και με την καρδιά μου. Θα σας παρακαλέσω, εγώ η μάνα σας, να μην στεναχωριέστε. Να τρώτε πολύ και εσείς τα μεγαλύτερα να προσέχετε την μικρή να μη στεναχωριέται, διότι την είχα χαδιάρα. Όπως την είχα εγώ, έτσι να την έχετε και σεις. Γεια και χαρά, αγαπημένα μου παιδιά, θα σας ξαναγράψω κάτι. Εγώ, η μάνα σας, γράφω και σας γλυκοφιλώ».
Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου στα δικαστήρια της Κέρκυρας. Και οι δύο συνέχισαν να αλληλοκατηγορούνται. Η γυναίκα υποστήριξε ότι το έγκλημα διέπραξε μόνος του ο Τζώρτζης, όχι μόνο για να την έχει ερωμένη, αλλά και για να καρπωθεί την περιουσία του θύματος. Εκείνος τα έριχνε στην Αγγελική, που τον έμπλεξε στο έγκλημα, «επειδή τον είχε κυριολεκτικά ξελογιάσει». Στο ακροατήριο αποκαλύφθηκε ότι η Αγγελική Πάντου, πριν από τον Τζώρτζη, είχε και άλλους παράνομους εραστές, αλλά και ότι το θύμα διατηρούσε δεσμό με τη γυναίκα του αδελφού του, Λαμπρινή!
Ο εισαγγελέας τόνισε στην αγόρευση του ότι η κατηγορουμένη χαρακτηριζόταν από έλλειψη συνείδησης ανθρωπισμού, καθώς είχε θάψει το πτώμα του άνδρα της ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού τους και δεν έδειξε καμία μεταμέλεια. Πρότεινε να κηρυχθούν και οι δύο ένοχοι χωρίς κανένα ελαφρυντικό και να επιβληθεί η θανατική ποινή στον Κωνσταντίνο Τζώρτζη και ισόβια δεσμά στην Αγγελική Πάντου. Τελικώς το δικαστήριο τους καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη.

Η δολοφονία στο Πολυνέρι Θεσπρωτίας από την σύζυγο και τον εραστή της ενέπνευσε τον σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο να γυρίσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην καριέρα του, την «Αναπαράσταση». Συμμετείχε στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1970, κερδίζοντας πέντε βραβεία, ενώ την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο καλύτερης ταινίας της χρονιάς στη Γαλλία, καλύτερης ξένης ταινίας στο φεστιβάλ της Ιέρ και «Ειδική Μνεία» από τη Διεθνή Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου στο Φόρουμ του Φεστιβάλ Βερολίνου.
Νίκος Τσέφλιος