Διαχείριση κρίσεων, ανθρώπινα δικαιώματα και ηθικοί πανικοί Μία τοποθέτηση του "Crime & Media Lab"

Ως Επιστημονικά Υπεύθυνη του "Crime & Media Lab" του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος θα ήθελα να τοποθετηθώ σε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αφορά στη σχέση μεταξύ διαχείρισης
κρίσεων και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  

Θα ξεκινήσω με την επισήμανση ότι κάθε διαχείριση κρίσεως που συνοδεύεται από  τον χαρακτηριζόμενο -στην κοινωνιολογική και εγκληματολογική έρευνα- «ηθικό πανικό» έχει ως άμεση συνέπεια την καταστρατήγηση πρωταρχικών και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μας. Πρόσφατο παράδειγμα στη χώρα μας, ο στιγματισμός ασθενών του coronavirus (COVID-19) που δυνητικά μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην αποτροπή συμπολιτών μας από την εξέτασή τους για να διαπιστωθεί εάν νοσούν, από φόβο του στιγματισμού τους στα ΜΜΕ, με πολύ πιο σοβαρές -τελικά- επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.  

Αυτό που διαπιστώνουμε τις τελευταίες ημέρες είναι ότι, αντί να τεθούν σε έναν «προστατευτικό κλοιό» από τα μίντια τα άτομα που νόσησαν στη χώρα μας, κατέληξαν να «γίνουν» αριθμοί («η 38χρονη», «η 40χρονη»), επαγγέλματα («σχεδιάστρια μόδας», «καθηγήτρια», «τραπεζικός υπάλληλος» κ.λπ.),  ιδιότητες («η πλούσια», «η ασυνείδητη», «η ευσυνείδητη» κ.λπ.),  περιοχές («βόρεια προάστια»,  «νότια προάστια» κ.λπ.), σαν να βρίσκονταν σε «λίστα βαρυποινιτών»!  Παράλληλα, τους αποδόθηκαν ευθύνες ενώ στην πραγματικότητα, όπως ήδη μας είχε ενημερώσει η επιστημονική κοινότητα, ήταν ζήτημα χρόνου να έρθει ο ιός στη χώρα μας και η ουσία του θέματος ήταν να περιοριστεί στο μέτρο του δυνατού η εξάπλωσή του. 

Η φωτογραφική απεικόνιση είναι,  κατά την άποψή μου, πολύ  πιο επικίνδυνη ακόμα και από την αναφορά στα πλήρη στοιχεία του ατόμου, γιατί λειτουργεί θα έλεγα- «ύπουλα», δεδομένου ότι είναι εξευτελιστική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στιγματίζει τον/ την ασθενή,  περιθωριοποιεί την οικογένειά του και καλλιεργεί το έδαφος ώστε να οδηγηθούμε -ως κοινωνία- σε δευτερογενή και τριτογενή θυματοποίηση ασθενών και των οικογενειών τους. Το ιατρικό απόρρητο, όμως, είναι όχι μόνον απαραβίαστο, αλλά τολμώ να πω «ιερό» και σε  κάθε περίπτωση πρέπει να προστατευθεί, ακόμα κι αν οι υπόλοιποι «διψάμε» να μάθουμε λεπτομέρειες για το «ποιος»,  το «τι» και το «πώς»….

Άλλωστε δεν διασφαλίζει τη δημόσια υγεία το να γνωρίζουμε όλες και όλοι τα προσωπικά δεδομένα του ατόμου,  όπως την ηλικία, την επαγγελματική του ιδιότητα,  την περιοχή στην οποία διανέμει,  το σχολείο στο οποίο φοιτούν τα παιδιά του,  πόσα παιδιά έχει κ.λπ. Αντίθετα, η υπέρμετρη προβολή στα ΜΜΕ αυτών των στοιχείων των ασθενών οδηγεί σε «ηθικό πανικό» με πολύ πιο δυσμενείς επιπτώσεις.  Τα άτομα που πρέπει να ενημερωθούν γιατί είναι συνάδελφοι, φοιτούν στο ίδιο σχολείο, έχουν καθημερινές επαφές με τον/ την ασθενή, θα ενημερωθούν από τους αρμόδιους φορείς και θα λάβουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις από την επιστημονική κοινότητα και σίγουρα όχι από τα μίντια.

Ας εξετάσουμε όμως στο σημείο αυτό την έννοια και το περιεχόμενο του κοινωνικού ηθικού πανικού, όπως την εισήγαγε ο κοινωνιολόγος και εγκληματολόγος, Καθηγητής Stanley Cohen στο πολύ σημαντικό έργο του “Folk Devils and Moral Panics” (1972), το οποίο αποτέλεσε έργο-σταθμό στην Κριτική Εγκληματολογία.  Ο Cohen μελέτησε την υπερβολική φοβική αντίδραση της βρετανικής κοινωνίας απέναντι στις νεανικές ομάδες Mods και Rockers και εστίασε το ερευνητικό του ενδιαφέρον στο πώς η «ετικετοποίηση» των νεαρών ατόμων ως «παραβατικά» μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στις προσωπικότητες των ατόμων που είχαν στοχοποιηθεί και να τους εμπλέξει περαιτέρω στην υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών. Ο Cohen μάλιστα αναγνώρισε στους ηθικούς πανικούς τέσσερεις βασικούς παράγοντες: τα ΜΜΕ, τους χαρακτηριζόμενους «εργολάβους της ηθικής», τον επίσημο κοινωνικό έλεγχο και τέλος την ίδια την κοινωνία. Η συνεισφορά του Cohenστην Κοινωνιολογία της παρέκκλισης (Sociology of deviance) ήταν πάρα πολύ μεγάλη.

Ο ηθικός πανικός, βάσει της ανάλυσης του Cohen,  είναι κατ’ ουσίαν ένας διαδεδομένος φόβος, πολύ συχνά παράλογος, σύμφωνα με τον οποίο κάποιος ή κάτι απειλεί τις αξίες, την ασφάλεια και τα συμφέροντα μίας κοινότητας ή της κοινωνίας γενικότερα και οδηγεί σε μία δυσανάλογη και εχθρική κοινωνική αντίδραση απέναντι σε μία κατάσταση, ένα πρόσωπο ή ακόμα και μία ολόκληρη ομάδα ατόμων. Συνήθως, ο ηθικός πανικός διαιωνίζεται από τα μέσα ενημέρωσης και συχνά έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή νέων πολιτικών ή τη θεσμοθέτηση νέων νόμων που «στοχεύουν» στην πηγή του πανικού. Με αυτόν τον τρόπο, ο ηθικός πανικός μπορεί να προωθήσει τον αυξημένο κοινωνικό έλεγχο. Άμεση συνέπεια του ηθικού πανικού, δηλαδή, είναι η υπερβολική αντίδραση, η οποία φτάνει στο σημείο να δημιουργήσει το ίδιο το φαινόμενο (βλ. deviance amplification).

Οι ηθικοί πανικοί συχνά επικεντρώνονται σε ανθρώπους που περιθωριοποιούνται στην κοινωνία λόγω της φυλής ή της εθνότητας, της τάξης, της σεξουαλικότητας, της εθνικότητας ή της θρησκείας. Ως εκ τούτου, ένας ηθικός πανικός συχνά βασίζεται σε ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα και τα ενισχύει. Μπορεί επίσης να επιδεινώσει τις πραγματικές και αντιληπτές διαφορές και διαχωρισμούς μεταξύ ομάδων ανθρώπων. Εν προκειμένω, ένα σοβαρό ζήτημα υγείας αποτέλεσε την πηγή του ηθικού πανικού και για μία φορά ακόμα σε «λαϊκά δικαστήρια».

Ας  δούμε όμως, πιο συστηματικά, την ευθύνη του δημοσιογραφικού κόσμου προκειμένου να προλάβει τον ηθικό πανικό και να αποτρέψει τις ακραίες αντιδράσεις συμπολιτών μας που μπορούν να οδηγήσουν στην αύξηση του κοινωνικού ελέγχου, αλλά και σε μία ευρύτερη δυσλειτουργία της κοινωνίας. Πρωτίστως σε μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ρόλος τους είναι να ενημερώσουν, με πολύ μεγάλη νηφαλιότητα και χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις,  τους πολίτες για τα μέτρα πρόληψης που οφείλουμε όλες και όλοι να λάβουμε και να καταγράψουν με απόλυτη ακρίβεια την τεκμηριωμένη άποψη της ιατρικής κοινότητας, η οποία είναι η πλέον και η μόνη αρμόδια για να δώσει στους πολίτες συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές.  Δεν πρέπει, ασφαλώς, ο δημοσιογραφικός κόσμος να περάσει στο άλλο άκρο της υποβάθμισης ενός σοβαρού ζητήματος υγείας ή της απόκρυψης σημαντικών στοιχείων, αλλά ο τρόπος δημοσιογραφικής κάλυψης είναι αναγκαίο να δώσει έμφαση τόσο στα μέτρα πρόληψης όσο και στη διασφάλιση της ψυχραιμίας του κοινού, καθώς σε όλες τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης η ψυχραιμία και η σύνεση είναι τα πρωταρχικά στοιχεία αντιμετώπισης τους.

Οτιδήποτε άλλο εντάσσεται σε «φθηνό κουτσομπολιό»  που δεν σχετίζεται σε καμιά περίπτωση με την προστασία της δημόσιας υγείας και τέτοιου είδους στιγματιστικά φαινόμενα σε βάρος συμπολιτών μας,  τα οποία ταυτόχρονα εντείνουν τον ηθικό πανικό δύναται να διαταράξουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, ακόμα και την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μας οδηγώντας σε εντάσεις και συγκρούσεις. Επομένως, πρέπει να καταδικάζονται από τα αρμόδια όργανα των δημοσιογράφων. 

Συνοψίζοντας , η δική μου πρόταση είναι να δοθούν σαφείς οδηγίες στους δημοσιογράφους για το πώς θα προστατεύονται στην πράξη (και όχι στη θεωρία) τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών,  ειδικά σε περιόδους κρίσεων. Κατά την άποψή μου, σε ζητήματα υγείας ακόμα και η αναφορά στο φύλο της/ του ασθενούς είναι περιττή. Μία αναφορά στην ευρύτερη περιοχή στην οποία διαμένει το άτομο είναι αρκετή και στη συνέχεια το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον να εστιαστεί στην ανάδειξη της ουσίας του ζητήματος. Σε διαφορετική περίπτωση εκφράζω έντονα τον προβληματισμό μου ότι θα επιστρέψουμε σε πρακτικές μεσαίωνα και σε «κυνήγι μαγισσών», με τρομακτικές για τις κοινωνίες μας συνέπειες. 


της Αγγελικής Καρδαρά