ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ / CASE STUDY η ιστορία της Cyntoia που από θύμα αποδείχτηκε δράστις και η σημασία της «χάριτος» στους μετανοήσαντες


της Αγγελικής Καρδαρά.
Στο πλαίσιο της πρώτης εκπαιδευτικής δράσης του «Crime & Media Lab» στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, στις 22-2-2020, διερευνήσαμε το φαινόμενο της γυναικείας εγκληματικότητας, της γυναικείας θυματοποίησης, καθώς και την απεικόνιση στα ΜΜΕ πολύκροτων υποθέσεων με δράστιδες και με θύματα γυναίκες που απασχόλησαν εκτενώς το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ. Το υλικό που παρουσιάσαμε στην ομάδα εκπαιδευομένων ήταν εκτενές, ενώ τα μέλη της ομάδας μας είχαν πολύ δυναμική παρουσία και ενεργό συμμετοχή, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του θέματος με τις καίριες επιστημονικές τους  τοποθετήσεις.
Στο Β’ ΜΕΡΟΣ της εκπαιδευτικής μας δράσης, οργανώσαμε ένα παιχνίδι ρόλων, επεξεργαστήκαμε μία πολύ σοβαρή υπόθεση βιασμού και ανθρωποκτονίας και την παρουσιάσαμε στο πάνελ μίας εκπομπής. Οι δικηγόροι της ομάδας μας ανέλαβαν τη νομική προσέγγιση: υπερασπιστική γραμμή και κατηγορούσα αρχή. Οι δημοσιογράφοι ανέλαβαν τη δημοσιογραφική έρευνα, θέτοντας τα ερωτήματά τους στους δικηγόρους αλλά και στον κοινωνιολόγο-ερευνητή, ο οποίος είχε διερευνήσει την υπόθεση και ανέλυσε το φαινόμενο. Ολοκληρώσαμε με μία αποτίμηση της όλης παρουσίασης από τα μέλη της ομάδας που παρακολουθούσαν και κρατούσαν τις σημειώσεις τους.
Στο πλαίσιο αυτής της δράσης, ο Κοινωνικός Ανθρωπολόγος – Κοινωνιολόγος, Εμμανουήλ Σ. Καρούσος, παρουσίασε μία πολύ σοβαρή υπόθεση γυναικείας εγκληματικότητας και ταυτόχρονα θυματοποίησης, από την διεθνή επικαιρότητα, την οποία είχε μελετήσει και επεξεργαστεί. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι ένα στοιχείο που δυστυχώς καταγράφεται σε υποθέσεις γυναικείας εγκληματικότητας είναι να αποτελεί η γυναίκα δράστιδα και το θύμα της εγκληματικής ενέργειας, ιδίως σε υποθέσεις όπου το έγκλημα διαπράττεται ύστερα από πολλά χρόνια κακοποίησης της γυναίκας. Αυτό που κατ’ ουσίαν συμβαίνει σε αυτές τις υποθέσεις είναι να εγκληματεί η γυναίκα σε βάρος του δράστη της κακοποίησής της και με αυτό τον τρόπο από δράστιδα να γίνεται θύμα. Ένα ακόμα πολύ σημαντικό στοιχείο που καταγράφει η έρευνα για τη γυναικεία εγκληματικότητα, είναι ότι η μη επούλωση του ψυχικού τραύματος της μακροχρόνιας κακοποίησης της γυναίκας καταλήγει, σε ορισμένες υποθέσεις και υπό την επίδραση ασφαλώς και άλλων σημαντικών παραγόντων, να γίνει ένα «αγκάθι», να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στη ζωή της και να την οδηγήσει ακόμα και σε αδιέξοδους δρόμους.  
Να σημειώσω κλείνοντας ότι ο κ. Καρούσος είναι μέλος του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος και ερευνητής στην επαναληπτική έρευνα «Φυλακή και Γλώσσα», στην οποία είμαι Επιστημονικά Υπεύθυνη. Στην εν λόγω έρευνα έχει πολύ σημαντική επιστημονική συμβολή, παράλληλα με το θεωρητικό κομμάτι, στις συνεντεύξεις με τους αποφυλακισμένους. Είχα  μάλιστα την τιμή και τη χαρά να πραγματοποιήσουμε και μαζί κάποιες συνεντεύξεις, επομένως θα έχουμε την ευκαιρία και στο μέλλον να συζητήσουμε για την εμπειρία των συνεντεύξεων.
Εμμανουήλ Σ.Καρούσος.
Ο κ. Εμμανουήλ Σ.Καρούσος είναι απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και κάτοχος του ΠΜΣ “Ευρωπαϊκές Κοινωνίες & Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση”, του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Τα επιστημονικά ενδιαφέροντα του άπτονται των ζητημάτων της Μαύρης κουλτούρας στις ΗΠΑ και ειδικότερα της θυματοποίησης και εγκλεισμού των Αφρο-Αμερικανών. Ακόμη στα ενδιαφέροντα του συγκαταλέγονται η κουλτούρα της φυλακής, των γκέτο στις ΗΠΑ και η δημιουργία, εξέλιξη και ο τρόπος δράσης των Αφρο-Αμερικανικών συμμοριών. Στην διπλωματική του εργασία με τίτλο: “Ιστορική καταγραφή του Κινήματος των Μαύρων Πανθήρων και ο ορισμός του πολιτισμικού τους υπόβαθρου”,  παρουσιάζεται όλη η δράση του Κινήματος από το 1966 –1982, η αναπαράσταση αυτού από τα media, ο ρόλος των γυναικών σε μια ανδροκρατούμενη οργάνωση, οι λόγοι φθίνουσας πορείας αυτού, ακόμη επιχειρείται μια σύγκριση με το σύγχρονο BLM και τέλος παρατίθεται ο ορισμός του πολιτισμικού υπόβαθρου. Ακόμη έχει λάβει μέρος σε, εν εξελίξει,  ερευνητικά projects συγγράφοντας κείμενα τα οποία αφορούν τις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, την υποκουλτούρα της βίας στο περιβάλλον της φυλακής, τις σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνται εντός αυτής αλλά και διενεργώντας συνεντεύξεις σε αποφυλακισμένους σε συνεργασία με τον Σύλλογο Συμπαραστάσεως Κρατουμένων “Ονήσιμος” . Είναι μέλος του επιστημονικού φορέα “Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος” και μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού CrimeTimes.gr.  Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων καθώς επίσης είναι κάτοχος του διπλώματος ESTEEM4SKILLS, συμμετέχοντας παράλληλα στο διήμερο βιωματικό συνέδριο ως επικεφαλής ομάδας. Tου έχει απονεμηθεί στο παρελθόν χρηματικός έπαινος από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών για εξαίρετη ακαδημαϊκή επίδοση. Ομιλεί Αγγλικά (σε επίπεδο Γ2) και Γερμανικά (σε επίπεδο Β2).
Γράφει ο Εμμανουήλ Σ. Καρούσος, Κοινωνικός Ανθρωπολόγος – Κοινωνιολόγος

H ιστορία της Cyntoia Brown:
Από θύμα, δράστρια και η σημασία της «χάριτος» στους βαρυποινίτες

Διαχρονικά αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν έχουν υπάρξει περιπτώσεις κατά τις οποίες η κοινή γνώμη δυσκολεύτηκε να συμβαδίσει με μια δικαστική απόφαση, να κατανοήσει το σκεπτικό και να την αποδεχτεί, με συνέπεια να προκληθούν διιστάμενες ακόμα και αντικρουόμενες απόψεις για τις εν λόγω αποφάσεις που συνήθως σχετίζονται με υποθέσεις υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος. 
Σκιώδες φαινόμενο, το οποίο συναντάται σε αρκετές εγκληματολογικές υποθέσεις αδυνατώντας πολλές φορές να προσεγγιστεί και να παρουσιαστεί πολυπλεύρως, είναι αυτό του sex trafficking. Το sex trafficking αφορά τη σεξουαλική  εκμετάλλευση ατόμων με σκοπό τη μεγιστοποίηση οικονομικών απολαβών από την πλευρά του προαγωγού, με αποτέλεσμα το θύμα να χαρακτηρίζεται ως σκλάβα του σεξ. Οι μέθοδοι αυτής της εκμετάλλευσης ποικίλλουν και θα μπορούσαμε ενδεικτικά να αναφέρουμε τις εξής: α) κτήση, β) μεταφορά, γ) εκμετάλλευση των θυμάτων. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε διάκριση υποκατηγοριών του φαινομένου και παρατηρούμε πως ο σεξουαλικός τουρισμός ανηλίκων, η εγχώρια σωματική διακίνηση ανηλίκων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή πορνείας διογκώνουν τη βαρύτητα του προβλήματος. Στην κορυφή του παγόβουνου θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε τις σωματικές κακουχίες, τα ψυχολογικά βασανιστήρια και την απειλή ακόμη και της ίδιας τους της ζωής που υπόκεινται τα θύματα.
Το μείζον θέμα, το οποίο προσφέρεται ως τροφή για σκέψη, είναι να κατανοήσει η κοινή γνώμη το πώς λειτουργεί το sex trafficking ώστε να μην τοποθετεί ταμπέλες, οι οποίες δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα και πολύ συχνά οδηγούν τα θύματα να γίνονται δράστριες.
Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι και εκείνη της Cyntoia Brown, η οποία δολοφόνησε τον εν δυνάμει βιαστή της. Πιο συγκεκριμένα το βράδυ της 6ης Αυγούστου 2004, η 16χρονη τότε Cyntoia Brown συνάντησε τυχαία τον 43χρονο J.A. στον χώρο στάθμευσης ενός ταχυφαγείου στην οδό Murfreesboro στο Nashville της πολιτείας του Tennessee. Έπειτα από διάλογο που προηγήθηκε μεταξύ τους, στη διάρκεια του οποίου συμφώνησαν στην παροχή σεξουαλικής πράξης έναντι αμοιβής[1], η Brown επιβιβάσθηκε στο όχημα του J.A. και έφυγαν μαζί κατευθυνόμενοι προς την οικία του τελευταίου.
Κατά την άφιξη τους στην οικία του, η Brown τρομοκρατήθηκε μόλις είδε την πλούσια συλλογή όπλων του πρώτου, υπό τον φόβο θυματοποίησης της ( δηλ. από τον φόβο ότι ο J.A. δεν θα αρκούνταν μόνο στην τέλεση της σεξουαλικής πράξης – βασιζόμενη στη συμπεριφορά του ιδίου τη στιγμή που ξάπλωσε δίπλα της[2]) και λίγο πριν από την ολοκλήρωση της προσυμφωνημένης ερωτικής πράξης, πυροβόλησε και σκότωσε τον J.A. πισώπλατα, ευρισκόμενη σε αυτοάμυνα, όπως η ίδια υποστήριξε[3]. Αμέσως μετά το φονικό διέφυγε από το σπίτι του θύματος, έχοντας νωρίτερα αποσπάσει χρήματα και οπλισμό, κατευθυνόμενη πίσω στο πανδοχείο στο οποίο διέμενε με τον σύντροφο της. Συνελήφθησαν και οι δύο[4]. Στην Cyntoia Brown απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες του φόνου εκ προμελέτης σε βαθμό κακουργήματος, παράνομης οπλοκατοχής και ληστείας. Σε μια δίκη, η οποία κράτησε πέντε ημέρες, στις 14 Νοεμβρίου του 2004, κρίθηκε ένοχη σε ισόβια κάθειρξη. 
Me Facing Life: Cyntoia’s Story (βλ. ντοκιμαντέρ)
Η κλινική εικόνα της Cyntoia Brown 
Κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα της Brown να αποδείξει ότι είχε καταδικαστεί αδίκως σε ισόβια αλλά και με την προσθήκη στοιχείων, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας ευρήματα τα οποία εξηγούσαν επακριβώς τη συμπεριφορά της τη μοιραία νύχτα, εξεταζόμενη από ειδικούς.  Πιο συγκεκριμένα, ο δρ. Richard Adler, δικαστικός ψυχολόγος, διέγνωσε στην Brown τη διαταραχή FASD[5], δηλαδή την εμφάνιση ορισμένων ανωμαλιών οι οποίες οφείλονταν στην βαριά κατανάλωση αλκοόλ από τη μητέρα της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, η Cyntoia εμφάνιζε ανωμαλίες στα χαρακτηριστικά του προσώπου, παρόρμηση, επιθετική συμπεριφορά, δυσκολία προσαρμογής και κοινωνικοποίησης, έλλειψη προσωπικής υγιεινής και απώλεια μνήμης. Παρά το ότι ο βαθμός IQ ανερχόταν στο 134, παρατηρούνταν ανακολουθία με τις εγκεφαλικές και κοινωνικές της δεξιότητες (δεν συμπεριφερόταν δηλαδή ως ένα άτομο με αντίστοιχο βαθμό ευφυίας).  Ο dr. Adler, συνέχισε σημειώνοντας πως σημάδια παιδικής ψύχωσης βρέθηκαν στους καταλόγους εξέτασης της Brown, γι’ αυτό και οδηγήθηκε στην εκτίμηση πως ίσως η δράστρια έπασχε από διπολική διαταραχή και πως τη στιγμή ακριβώς διάπραξης του εγκλήματος βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση.
Παρόμοια ευρήματα ανέκυψαν και από την εξέταση του dr. Paul Conor, κλινικού ψυχολόγου με ειδίκευση στη νευροψυχολογία, σημειώνοντας πως η Brown λάμβανε, επεξεργαζόταν, φίλτραρε και αναπαρήγαγε μια μνήμη ή μια πληροφορία με σημαντική καθυστέρηση. Σημείωσε δέ πως κατά την περίοδο που την εξέτασε μπορεί να ήταν 23 ετών, αλλά λειτουργούσε ως ένα κορίτσι ευρισκόμενο στα πρώτα εφηβικά του χρόνια. 
Επιπρόσθετα η dr. Natalie Novick Brown, κλινική ψυχολόγος, σημείωσε πως άτομα τα οποία πάσχουν από FASD δεν αναπτύσσουν πλήρως τις δεξιότητες τους παρά μόνο μόλις φτάσουν σχεδόν 30 ετών, ακριβώς επειδή οι εξελικτικές διαδικασίες τους λειτουργούν βραδέως. Παρατήρησε πως η Cyntoia δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά και να λειτουργήσει εύρυθμα υπό συνθήκες πίεσης και ότι για περιστατικά και γεγονότα τα οποία δεν θυμόταν και όμως την ρωτούσαν,  απαντούσε κατά πως νόμιζε η ίδια ότι θα ήταν η λογική αλληλουχία των συμβάντων και όχι όπως πραγματικά συνέβησαν (παρουσίαζε δηλαδή μια πλασματική αλήθεια). Ακόμη σημείωσε πως κατά την εξέταση της η Cyntoia δεν ήθελε να κρύψει κάτι και απαντούσε ευθέως, παρ’ όλα αυτά παρουσίαζε δυσκολία στον αυτοέλεγχο και την αυτοσυγκράτηση. Τέλος, όπως υποστήριξε η dr. Brown, αν και εμφάνιζε διακριτές ανωμαλίες και συμπτώματα λόγω του FASD,  δεν την θεωρούσε ως ένα άτομο υψηλού κινδύνου για την κοινωνία σε περίπτωση που ελευθερωνόταν και πως με την κατάλληλη βοήθεια θα μπορούσε να επανενταχθεί ομαλά.
Τέλος ο dr. William Bernet, δικαστικός ψυχίατρος, συμφώνησε με τις ανωτέρω διαγνώσεις και σημείωσε ακόμη πως η Cyntoia κατά τη διάρκεια της προσωπικής τους συνέντευξης εμφάνιζε σημάδια φόβου και παράνοιας. Σημείωσε δέ πως πάσχει από οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας[6] και συνέδεσε την εγκληματική της πράξη με την εν λόγω πάθηση. Αξίζει να σημειωθεί πως προσελήφθη από το κράτος για να εξετάσει εάν η Cyntoia αρνήθηκε τα δικαιώματα της (Miranda rights) πριν καταθέσει στην Αστυνομία αλλά και την ικανότητα της να καταθέσει στη δίκη. Ως κατακλείδα ο Dr Bernet υπογράμμισε πως τα θέματα ψυχικής υγείας τα οποία αντιμετώπιζε η Cyntoia θα λειτουργούσαν ευνοϊκά ως προς το μέγεθος της ποινής. Εξεπλάγην μάλιστα στο άκουσμα της απόφασης θεωρώντας πως είναι αρκετά σκληρή η ποινή για μια έφηβη,  η οποία αποδεδειγμένα βρισκόταν σε χείριστη ψυχολογική κατάσταση.
Η Cyntoia Brown κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της. Από επάνω αριστερά προς τα δεξιά συναντώνται οι φωτογραφίες των εξής ετών: 2006, 2008, 2009, 2013.
Σκιαγράφηση του προφίλ της Cyntoia Brown 
Η Cyntoia Brown θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η επιτομή ενός κακοποιημένου παιδιού και πως η έλλειψη καθοδήγησής της τής κόστισε την ελευθερία της.  Ούσα υιοθετημένη, εγκατέλειψε την οικογένεια της λόγω της αυστηρότητας της μητριάς της (αν και η τελευταία είχε δηλώσει πως η θετή κόρη της ήταν κτητική και χειριστική) αλλά και των αναίτιων βίαιων ξεσπασμάτων του πατριού της. Η  βιολογική της μητέρα, την απέκτησε ενώ ήταν μόλις 16 ετών, θύμα βιασμού και η  ίδια, την έδωσε για υιοθεσία μόλις ήταν 8 μηνών παρά τη θέληση της,  θεωρώντας πως ήταν η καλύτερη λύση για την Cyntoia. Υπήρξε ακόμη εθισμένη στο αλκοόλ και τις ναρκωτικές ουσίες και εξεδίδετο για να καλύψει τις ανάγκες του εθισμού της. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η θυματοποίηση της Cyntoia «κληρονομήθηκε», δεδομένου ότι και η γιαγιά της είχε πέσει θύμα βιασμού[7].  Γίνεται λόγος λοιπόν για κακοποίηση – θυματοποίηση η οποία διαπερνά 3 γενεές.
Έτυχε διακρίσεων από τον κοινωνικό της περίγυρο ακριβώς επειδή το δέρμα της ήταν αρκετά λευκό – εν συγκρίσει με αυτό των θετών γονέων της, γεγονός που την οδήγησε στην υιοθέτησή μιας αμυντικής στάσης για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα κρούσματα σχολικού εκφοβισμού. Όπως η ίδια έχει δηλώσει, ήθελε να είναι αποδεκτή και είχε έντονο το αίσθημα του ανήκειν σε μια ομάδα. Παρ’ όλα αυτά στο σχολείο κατάλαβε πως οι δάσκαλοι της ήταν προκατειλημμένοι μαζί της, λόγω της επιθετικής της συμπεριφοράς, και πως προσπάθησαν να την απομονώσουν από τους υπόλοιπους μαθητές.  Όπως η ίδια ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία της[8], οι καθηγητές της είχαν γνωστοποιήσει πως η πορεία της θα ήταν προδιαγεγραμμένη και αποτυχημένη. Γι’ αυτό άλλωστε, λόγω των ανωτέρω ανέπτυξε τάσεις φυγής.
Σε αυτό το σημείο, σώφρον θα ήταν να σημειώσουμε και τον τρόπο με τον οποίο παρασύρθηκε στο sex trafficking. Επήλθε από αμφιβόλου αξιοπιστίας φιλικές παρέες τις οποίες είχε δημιουργήσει αλλά και από τον τότε σύντροφο της, ο οποίος την εξέδιδε έναντι χρηματικού αντιτίμου. Η Cyntoia φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα, υπάκουε πειθήνια στις υποδείξεις του συντρόφου της δεδομένου πως οι απειλές και η χρήση σωματικής βίας ήταν καθημερινό φαινόμενο. Μάλιστα πίστευε πως οι ανωτέρω πρακτικές ήταν αναγκαίες για να επιβιώσει μια ερωτική σχέση και παρουσίαζε τα εν λόγω περιστατικά ως υγιείς εκφράσεις. Θα χρειαστεί να περάσει χρόνο μέσα στη φυλακή, να αντιμετωπίσει την σκληρή προσέγγιση των media αλλά και του θανάτου του συντρόφου – προαγωγού της για να συνειδητοποιήσει ότι εν τέλει γλύτωσε την δική της ζωή και πως ήρθε η ώρα για την πραγματική αλλαγή την οποία χρειαζόταν.
Όσον αφορά τη μοιραία νύχτα δήλωσε πως δεν σκόπευε να βλάψει το θύμα, ήθελε να καταθέσει αλλά της το αρνήθηκαν, επικαλούμενη συμφωνία και συνεργασία με την Αστυνομία.[9]  Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη της Brown για τους άνδρες[10], πως όλοι είναι εγωιστές, δεν αποδέχονται τα λάθη τους και όταν το κάνουν προσπαθούν να τα αιτιολογήσουν ως ορθά. Ακόμη σημειώνει, προσπαθούν να κερδίσουν την αποδοχή και την αναγνώριση και πως το λάθος ήταν ότι τους προσέφερε ακριβώς αυτό: την αποδοχή. 
Τέλος αξίζει να αναφερθεί πως στη φυλακή ύστερα από τις αρχικές δυσκολίες και την άρνηση της πραγματικότητας της φυλακής υιοθέτησε και ακολούθησε μία διαφορετική στάση και πορεία αντίστοιχα.  Σπούδασε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της, επιλέχθηκε σε πρόγραμμα το οποίο αφορούσε ακαδημαϊκά ανεπτυγμένους κρατούμενους, στράφηκε στη θρησκεία και προσπάθησε να αφήσει πίσω τον εκρηκτικό της εαυτό. Παρατηρήθηκε μια μεταστροφή στην προσωπικότητα της εν τω συνόλω όχι μόνο μέσα από τις ακαδημαϊκές της επιδόσεις, αλλά και από τα μαθήματα συμβουλευτικής σε άλλες κρατούμενες και της άρδην αλλαγής συμπεριφοράς και σκέψης.
H δικαστική διαμάχη
Η Cyntoia Brown ήταν αποφασισμένη να καταρρίψει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επικαλούμενη μια σειρά από λόγους ερχόμενη σε σύγκρουση με το κράτος.  Πρώτον, έκανε λόγο για αναπατολέσματική παροχή βοήθειας[11] από τους συνηγόρους υπεράσπισης, ισχυριζόμενη πως απέτυχαν να έρθουν σε επαφή με τη βιολογική της μητέρα και να την εξετάσουν, ότι της έδωσαν εσφαλμένες νομικές συμβουλές και δεν εξέτασαν ενδελεχώς την υπόθεση της. Μάλιστα ως κύριο επιχείρημα της πρόβαλλε το ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης την συμβούλευσαν να μην καταθέσει και ότι της είπαν πως θα μπορούσε να έρθει σε συμφωνία με την Αστυνομία για τις κατηγορίες κατά την διάρκεια της ανάκρισης.[12] Δεύτερον, η Brown επικαλέστηκε νέα επιστημονικά  αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αφορούσαν την κλινική της εξέταση μετά την καταδικαστική απόφαση σε βάρος της και επικαλέστηκε το «coram nobis writ».[13]
Τρίτον, αναφερόμενη στην ποινή ισόβιας κάθειρξης υποστήριξε πως έχει καταπατηθεί η 8η τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος[14], η τιμωρία της χαρακτηρίστηκε απάνθρωπη και ασυνήθιστης σκληρότητας (δεν είχε δικαίωμα αναστολής μέχρι να συμπληρώσει 51 χρόνια κράτησης), πως εξέτιε μεγαλύτερη ποινή από οποιονδήποτε ενήλικο ο οποίος είχε διαπράξει αντίστοιχα αδικήματα (άλλωστε δικάστηκε ως ενήλικη και όχι ως ανήλικη παρότι ήταν 16 ετών[15]) και τέλος πως το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψιν το νεαρό της ηλικίας της ούτε τη νοητική ικανότητα της.  Ακόμη, ανέφερε  πως δεν της δόθηκε το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να παραθέσουμε τις απόψεις των συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι προέβαλαν ως κύριο επιχείρημα τον φόβο τους ότι η Brown θα έχανε την ψυχραιμία της κατά την εξέταση της υπόθεσης και γι’ αυτό τον λόγο δεν ήθελαν να καταθέσει. Σημείωσαν ακόμη πως παρατήρησαν κάποια στοιχεία της προσωπικότητας της που τους προβλημάτιζαν, παρ’ όλα αυτά αγνόησαν την κλινική της εξέταση. Πρόσθεσαν δέ πως είχαν ενημερώσει την Brown για τα υπέρ και τα κατά στην εξέλιξη της υπόθεσης και της ετυμηγορίας, από τη στιγμή που η ίδια είχε αποφασίσει να μην καταθέσει στο δικαστήριο αλλά να εκπροσωπηθεί η πλευρά της εξ ολοκλήρου από εκείνους.
Το κράτος από την πλευρά του υποστήριξε πως η προσφεύγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει τα ακόλουθα: ότι και οι δυο συνήγοροι υπεράσπισης ήταν ανεπαρκείς ως προς την υπεράσπισή της, ότι η παροχή υπεράσπισης ήταν υποδεέστερη των ικανοτήτων των δικηγόρων σε ποινικές υποθέσεις και ότι υπάρχει η λογική πιθανότητα από αντιεπαγγελματικά σφάλματα να επήλθε διαφορετικό αποτέλεσμα. Τέλος, πως λανθασμένα η υπεράσπιση ανέφερε ότι η κατάθεση της προσφεύγουσας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον της κατά την ακρόαση της υπόθεσης. 
Για την μη απόδειξη των παραπάνω λόγων, κατά το κράτος, η Cyntoia Brown απέτυχε να αποδείξει ότι έλαβε αναπατολέσματική βοήθεια, ότι παραιτήθηκε της εξέτασής του ζητήματος της βιολογικής μητέρας και πως η υπεράσπιση δεν ερεύνησε την υπόθεση διεξοδικά έχοντας ως αποτέλεσμα, η Cyntoia Brown να οδηγηθεί ξανά πίσω στη φυλακή. 
Η Cyntoia Brown κατά την ακρόαση της αίτησης χάριτος. (Πηγή: kpbs.org)
Ο δρόμος προς την εξιλέωση και την ελευθερία
Η Cyntoia χρειάστηκε να περάσει αρκετό καιρό στην απομόνωση, παρ’ όλα αυτά μόλις γνωστοποιήθηκε στα ΜΜΕ η υπόθεση της άρχισε να λαμβάνει δεκάδες γράμματα υποστήριξης. Σε ένα από αυτά τα γράμματα άρχισε να επικοινωνεί και με τον μετέπειτα σύζυγο της, ο οποίος την βοήθησε αρκετά και της παρείχε υποστήριξη ενόσω ήταν έγκλειστη.  Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της υποδήλωσης στάσεων και πιστεύω με hashtag, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί και το αίτημα των υποστηρικτών της Brown, με το λιτό αλλά περιεκτικό μήνυμα #FREECYNTOIA – προϊόν επινόησης του μετέπειτα συζύγου της. Αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, άνθρωποι του θεάματος αλλά και επιφανείς επιχειρηματίες δήλωσαν ανοιχτά την στήριξη τους στην Cyntoia. Μάλιστα τα νομικά επιτελεία ορισμένων συνεργάστηκαν με εκείνο της Brown ώστε να προχωρήσουν ένα βήμα πιο κοντά στην οριστική απελευθέρωση της. Νωρίτερα προς αυτή την κατεύθυνση βοήθησε και η προβολή του ντοκιμαντέρ με τίτλο “Me Facing Life: Cyntoia’s Story” το οποίο πραγματεύεται τη ζωή της και την περιπέτεια της μέσα στην φυλακή.
Tον Δεκέμβριο του 2017 η Cyntoia Brown αιτήθηκε χάριτος από τον κυβερνήτη του Tennessee, Bill Haslem, η οποία έγινε δεκτή προς εξέταση τον Μάρτιο του 2018 και έλαβε χώρα σχεδόν τρεις μήνες αργότερα. Στις 7 Ιανουαρίου 2019 ο κυβερνήτης Haslam απήλλαξε την Brown από την ισόβια κάθειρξη μετατρέποντάς την ποινή της, σε δεκαετή αναστολή με εποπτεία. Στις 7 Αυγούστου 2019, η Cyntoia Brown ήταν ελεύθερη. Μετά την αποφυλάκιση της εξέδωσε την αυτοβιογραφία της με τίτλο “Free Cyntoia: My Search for Redemption in the American Prison System” και εργάζεται ως ομιλήτρια για θέματα λανθασμένης καταδίκης και αναμόρφωσης των γυναικείων καταστημάτων κράτησης στις ΗΠΑ.
Κάτι το οποίο παραβλέπεται πολλές φορές στη μελέτη υποθέσεων ή την παράθεση γεγονότων, και μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι έκδηλο, είναι η δύναμη της ταχύτητας, της προβολής και της ποιότητας του μηνύματος που προβάλλεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υποθέτω πως εάν η ιστορία της Cyntoia Brown δεν είχε γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό μέσω του ντοκιμαντέρ για τη ζωή της, δεν θα είχαν κινητοποιηθεί αρκετοί επιφανείς και επώνυμοι Αμερικάνοι ώστε να παράσχουν την βοήθεια τους είτε ακόμη και κοινωφελείς οργανισμοί όπως οι MoveOn.org και Change.org (με την συλλογή υπογραφών για το αίτημα της αποφυλάκισης της).
Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχουμε κατά νου περιπτώσεις αντίστοιχες κρατουμένων, όχι μόνο γυναικών, οι οποίοι είναι αδίκως στην φυλακή με εξοντωτικές ποινές χωρίς να έχουν το δικαίωμα να δουλέψουν επάνω στην υπόθεση τους είτε να την ανοίξουν ξανά[16]. Επίσης δεν θα πρέπει να λησμονούμε και την ισχύ ορισμένων ατόμων που τυγχάνουν ευρείας αναγνωρισιμότητας. Η δύναμη τους αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό σκοπό και να επιλύσει ταχέως τα κακώς κείμενα.
Άλλωστε διανύοντας την εποχή της μαζικής πληροφόρησης και βομβαρδισμού μηνυμάτων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν τη δύναμη να ανατρέψουν καταστάσεις και να δημιουργήσουν τις συνθήκες αλλαγής, με πολύ πρόσφατο παράδειγμα την δημιουργία του Black Lives Matter, κίνημα το οποίο μπορεί να θεωρηθεί «παιδί» των social media.
Τα social media μας δίνουν την δυνατότητα της γρήγορης οργάνωσης και γνωστοποίησης ενός γεγονότος, της πρόσβασης σε έναν ογκώδη αριθμό πληροφοριών και τέλος σε ένα ολοένα και περισσότερο διευρυνόμενο πλήθος ανθρώπων, εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις . 
Παρ’ όλα αυτά η κοινωνική ευαισθητοποίηση, η ενσυναίσθηση και η ανάγκη για παροχή βοήθειας δεν μπορούν να παρακινηθούν μόνο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά είναι και προσωπική υπόθεση του καθενός.

[1]  Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία της ίδιας στο ντοκιμαντέρ Me Facing Life: Cyntoia’s Story, συνήθιζε να προσφέρει τις σεξουαλικές της υπηρεσίες έναντι αμοιβής διότι κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε στέγη σε εκείνη και τον σύντροφό της, φαγητό και ναρκωτικές ουσίες. Μάλιστα κρατούσε και ημερολόγιο στο οποίο σημείωνε όλους εκείνους με τους οποίους είχε συνευρεθεί.
[2] Η Cyntoia αναφέρει χαρακτηριστικά πως μόλις είδε τον J.A. να ψάχνει για κάτι κάτω από το κρεβάτι, πανικοβλήθηκε, πίστεψε πως σκόπευε να την βιάσει είτε να την δολοφονήσει και τον πυροβόλησε με ένα όπλο το οποίο είχε στην τσάντα της.
[3]  Στις φωτογραφίες οι οποίες παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο εμφάνιζαν το θύμα ως κοιμώμενο σε εμβρυακή στάση με πλάτη προς την δράστια τη στιγμή κατά την οποία πυροβολήθηκε. Από αυτό εξήχθη το συμπέρασμα πως δεν θα μπορούσε να βλάψει την Cyntoia ακόμη και εάν είχε αυτή την πρόθεση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί πως η Cyntoia χρησιμοποίησε για τη δολοφονία του J.A. το όπλο το οποίο είχε μέσα στην τσάντα της, για δική της ασφάλεια.
[4] Cyntoia Brown -Long with Bethany Mauger, Free Cyntoia: My search for redemption in the American prison system, Atria Books (2019), σσ.77-93.
[5]  Το FASD (Fetal Alcohol Spectrum Disorder)  αποτελεί μια διαταραχή, η οποία περιλαμβάνει μια σειρά από βλαπτικά χαρακτηριστικά σε όσους πάσχουν από αυτό και παρουσιάζεται ως εξής: ανωμαλίες στην εμφάνιση, προβλήματα ακοής, χαμηλό σωματικό βάρος, αδυναμία συγκέντρωσης, χαμηλό νοητικό επίπεδο, προβλήματα στην συμπεριφορά. Οι πάσχοντες εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες, εκδηλώνουν συμπεριφορές υψηλού κινδύνου και εμφανίζουν προβλήματα με το αλκοόλ ή άλλες ναρκωτικές ουσίες. 
[6] Οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας (borderline personality disorder): το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι η μεγάλη αστάθεια που πλήττει διάφορες διαστάσεις του ασθενούς όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, η έντονη παρόρμηση αλλά και οι εναλλαγές στην συναισθηματική διάθεση.
[7]  “Me Facing Life: Cyntoia’s Story” documentary by Independent Lens.
[8] “Δεν είχα παρακολουθήσει μαθήματα για περίπου δύο χρόνια. Δεν είχα καμιά επιθυμία να γυρίσω πίσω τώρα. Δεν έβρισκα τον λόγο του να κάνω μια προσπάθεια. Ήδη, όλοι πίστευαν ότι ήμουν καταδικασμένη να αποτύχω. Αργά ή γρήγορα δεν θα τους διέψευδα.” Cyntoia Brown -Long with Bethany Mauger, Free Cyntoia: My search for redemption in the American prison system, Atria Books (2019), σελ. 39.
[9] Αναφερόμαστε στα λεγόμενα Miranda Rights, σύμφωνα με τα οποία ο συλληφθείς έχει το δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός είτε να μην απαντήσει σε ερωτήσεις, δίδοντας πληροφορίες στα όργανα της τάξης. Ορισμένοι κανόνες καθορίζουν τα παραπάνω και αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να: α) έχουν συγκεντρωθεί, β) βασίζονται σε μαρτυρία, γ) να μην έχουν συλλεγεί ενώ ο ύποπτος βρίσκεται υπό επιτήρηση, δ) είναι προϊόν ανάκρισης η οποία να έχει διενεργηθεί από υπαλλήλους του κράτους και στ) να προσφερθούν κατά την διάρκεια ποινικής δίωξης.  Στην περίπτωση μας η Cyntoia Brown ανέφερε πως της αρνήθηκαν όλα τα παραπάνω.
[10]  “Me Facing Life: Cyntoia’s Story” documentary by Independent Lens.
[11] Για να επικαλεστεί αναποτελεσματική παροχή βοήθειας (Ineffective Assistance Control) η C. Brown θα έπρεπε να αποδείξει τα ακόλουθα: α) μόνο εκείνη και το θύμα ήταν παρόντα κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, β) μόνο η ενάγουσα θα μπορούσε να παρουσιάσει πλήρως τι συνέβη, γ) η κατάθεση της ενάγουσας να μην μπορεί να αμφισβητηθεί από καταδίκη, δ) η ενάγουσα να δώσει μια πλήρη εικόνα της σχέσης της με το θύμα.
[12]  Πρακτική η οποία συνηθίζεται στις ΗΠΑ, σε υποθέσεις που αφορούν συμψηφισμό ποινών και κατηγοριών.
[13]   Coram nobis Writ/ coram nobis relief: είναι μια έννομη διαταγή η οποία επιτρέπει στο δικαστήριο να διορθώσει την αρχική του απόφαση , όταν διαπιστώσει ένα θεμελιώδες σφάλμα που δεν εμφανίστηκε στα πρακτικά της αρχικής απόφασης και ως εκ τούτου θα εμπόδιζε την έκφραση αυτής. Η συγκεκριμένη έννομη διαταγή εμφανίζεται στις ΗΠΑ.
[14]  Σύμφωνα με την 8η τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ , απαγορεύεται η επιβολή εξοντωτικών ποινών, προστίμων και υψηλών εγγυήσεων από την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η ως άνω τροπολογία περιέχεται στην Χάρτα των Δικαιωμάτων των ΗΠΑ, η οποία ψηφίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1791.
[15] Ο σύντροφος και προαγωγός της την συμβούλευσε να δηλώσει πως είναι 19 ετών, διότι θα αντιμετώπιζε ο ίδιος τις ανάλογες κατηγορίες (μαστροπείας, σωματεμπορίας κ.λπ.). Επίσης η Cyntoia πίστευε πως ούσα ανήλικη δεν θα μπορούσε  να της επιδοθεί η ισόβια ποινή.
[16] Ενδελεχής και διεξοδική καταγραφή τέτοιων υποθέσεων μπορούν να βρεθούν στο https://www.themarshallproject.org/?ref=nav και πιο συγκεκριμένα για την υπόθεση της Cyntoia Brown: https://www.themarshallproject.org/records/5830-cyntoia-brown



πηγή: postmodern.gr