Αλεξάνδρα Μάμμα: Είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα ο περιορισμός της ελευθερίας κυκλοφορίας;


Από τα ξημερώματα της 23ης Μαρτίου είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να δεχθούμε ένα νέο , σκληρό και αυστηρό δεδομένο , αφού οι μετακινήσεις μας υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο και
επιτρέπονται μόνο κατ ’εξαίρεση και για συγκεκριμένους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους. Δεν θα ήθελα να εστιάσω στην ψυχολογική πλευρά του θέματος , είναι κατανοητό ότι η ελευθερίας κίνησης είναι μια θεμελιώδης ελευθερία, με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι και δεν έχουμε συνηθίσει να τη στερούμαστε. Είναι κατανοητό ότι για όλους είναι δύσκολο και όλους μας θλίβει και μας περιορίζει «ο εγκλεισμός» και το γεγονός ότι πρέπει να παίρνουμε έγκριση,συμπληρώνοντας τις ειδικές φόρμες που έχει διαμορφώσει το Υπουργείο, για να αιτιολογήσουμε το λόγο για τον οποίο βγαίνουμε από σπίτι μας και να πάρουμε έγκριση.
Ωστόσο θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε και να δεχθούμε αυτό το μέτρο, το να μην σκεφτούμε κοντόφθαλμά, εγωιστικά και με γνώμονα τι μας ευχαριστεί παροδικά. Στην πραγματικότητα, αν και πολλοί φαίνεται να μην το συνειδητοποιούν, η πραγματικά εγωιστική επιλογή είναι να τηρήσουμε όντως την οδηγία που έγινε σλόγκαν και να «μείνουμε σπίτι» αφού με αυτό τον τρόπο προστατεύουμε τόσο τον εαυτό μας και τα οικεία ή συγγενικά πρόσωπα που αγαπάμε από ενδεχόμενη προσβολή από τον κορωνοϊό , ο οποίος εγκυμονεί κίνδυνο θανάτου – όσο και τους γύρω μας , τους άλλους ανθρώπους με τους συμβιώνουμε στην κοινωνία. Είναι στην ουσία μια επιλογή που δείχνει ευαισθησία και ανθρωπιά και αποκρούει την κακή νοοτροπία που έχει αποκτήσει η πλειοψηφία να κάνει ό,τι την ευχαριστεί, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες και χωρίς να μπορεί να χαλιναγωγήσει τις επιθυμίες της, σκεπτόμενη ότι πρέπει κάποιες στιγμές να μην κάνουμε μόνο ό,τι μας αρέσει, αλλά να περιορίζουμε τα «θέλω» μας για να προστατεύσουμε τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν.
Το μέτρο της απαγόρευσης της κυκλοφορίας και της κατ ’εξαίρεση μετακίνησης με τη συμπλήρωση ειδικού εντύπου που εγκρίνεται από όργανα της διοίκησης, έχει ήδη εφαρμοστεί στη Γαλλία και στην Ιταλία, δυστυχώς μετά την ραγδαία αύξηση των θανάτων, σαν ύστατη λύση για να να μη χαθούν και άλλες ανθρώπινες ζωές από τη διασπορά του ιού. Στη γειτονική μας χώρα ένας από τους λόγους που πήρε αυτές τις διαστάσεις η πανδημία είναι ότι το χρονικό διάστημα που εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα οι ιθύνοντες δεν έδωσαν τη σημασία που έπρεπε και άφησαν τους ανθρώπους να συνεχίσουν ανενόχλητοι τις καθημερινές δραστηριότητες τους : εξόδους, μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, άθληση σε γυμναστήρια και studioόπου πραγματοποιούνται άλλες δραστηριότητες, δουλειές σε χώρους όπου συγχρωτίζονταν με πλήθος κόσμου, μετακίνηση σε άλλες πόλεις, χωρίς καμία μέριμνα.
Η Κυβέρνηση οδηγήθηκε σε αυτή την επιλογή γιατί παρότι καθημερινά οι υπεύθυνοι έκαναν εκκλήσεις να μείνουμε προστατευμένοι στο περιβάλλον του σπιτιού μας , μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων είτε από άγνοια είτε από επιπολαιότητα είτε εκδηλώνοντας με λάθος τρόπο το φόβο τους να μην κολλήσουν το θανατηφόρο ιό έφυγαν από την Αθήνα και εν γένει τα μεγάλα αστικά κέντρα για να διαμένουν στην επαρχία. Χωρίς να λάβουν υπόψη τον παράγοντα ότι μπορεί να τον μεταφέρουν στους μεγάλης ηλικίας ανθρώπους που διαμένουν εκεί μόνιμα ή ότι κινδυνεύουν και οι ίδιοι λόγω του συγχρωτισμού μεγάλου πλήθους σε μια μικρή γεωγραφικά περιοχή. Όπως και προγενέστερα πολλοί ήταν αυτοί που συνωστίζονταν σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους όπως οι παραλίες , τα πάρκα και οι πλατείες μη αντιλαμβανόμενοι ότι και σε αυτούς τους χώρους αν συγκεντρωθούν πολλά άτομα μαζί ο κίνδυνος αυξάνεται και απειλεί την υγεία και των ίδιων. Δεν τους κατακρίνω αποστασιοποιημένα και αυστηρά , όλοι μας αναγκαστήκαμε να στερηθούμε ευχάριστες ασχολίες συνδεδεμένες με τη χαρά και την ευεξία αυτό το χρονικό διάστημα . Το ζητούμενο είναι να γίνει κατανοητό ότι αυτό έπρεπε να συμβεί, γιατί η αντίθετη στάση σημαίνει ότι «δίνουμε χώρο» και αυξάνουμε τις πιθανότητες προσβολή της υγείας μας και στην ενδεχόμενη απώλεια πολλών ανθρώπινων ζωών.
Λόγω ακριβώς των ιδιαιτέρων συνθηκών και της εμφάνισης της πανδημίας η επιλογή του Πρωθυπουργού να εξαγγείλει την απαγόρευση άσκοπων μετακινήσεων που κατακρίθηκε από κάποιους με το επιχείρημα ότι ενέχει χαρακτήρα γενικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας ,εφόσον προβλέπεται ειδική διαδικασία για να επιτραπεί σε κάποιον πολίτη η μετακίνηση,είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα και εν γένει στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Συγκεκριμένα στο άρθρο 5 του Συντάγματος το οποίο καθιερώνει θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και μεταξύ αυτών την ελευθερία κυκλοφορίας προβλέπονται τα ακόλουθα:
Hπροσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν καταδιώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται , παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του Συντάγματος : «Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ ’αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή ποινικού δικαστηρίου ,σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
Ωστόσο υπό το ανωτέρω άρθρο του Συντάγματος έχει τεθεί η εξής ερμηνευτική δήλωση: « Στην απαγόρευση της παραγράφου 4 ( δηλαδή στην απαγόρευση λήψης μέτρων που περιορίζουν την ελεύθερη κίνηση)δεν περιλαμβάνεται η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ασθενών , όπως νόμος ορίζει όπως δεν περιλαμβάνεται και η απαγόρευση εξόδου με πράξη του εισαγγελέα εξαιτίας ποινικής δίωξης. Προβλέπει δύο εξαιρέσεις η ερμηνευτική αυτή δήλωση του Συνταγματικού άρθρου, στις οποίες επιτρέπεται ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας κίνησης . Συνεπώς, στην παρούσα συγκυρία η απόφαση για προσωρινό περιορισμό – μέχρι 6 Απριλίου του 2020 – της κυκλοφορίας των πολιτών δεν μπορεί να κατακριθεί ως αντισυνταγματική , ακριβώς γιατί επιβάλλεται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Επίσης, κατά την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος σε υποθέσεις που έχουν απασχολήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει παγίως κριθεί ότι η προσωπική ελευθερία αποτελεί μεν θεμελιώδη συνταγματική αρχή , επιτρέπεται όμως η θέσπιση με τυπικό νόμο ή με κανονιστική πράξη εκδιδόμενη κατ ’εξουσιοδότηση τυπικού νόμου περιορισμών στην ελευθερία αυτή, οι οποίοι τίθενται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό.Ειδικά δε όσον αφορά τους περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση όπως και όσον αφορά τους περιορισμούς στην ελεύθερη εγκατάσταση στη Χώρα καθώς και στην ελεύθερη έξοδο και είσοδο σε αυτήν οποιουδήποτε Έλληνα , απαγορεύεται στο νομοθέτη ή στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να θεσπίζει τους περιορισμούς αυτούς με τη μορφή «ατομικών διοικητικών μέτρων». Με τη φράση ατομικά διοικητικά μέτρα ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την ανάθεση σε όργανα της εκτελεστικής εξουσίας οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας για την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων περιοριστικών της εν λόγω ελευθερίας. Δεν μπορεί δηλαδή ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς Δρώσα διοίκηση χρησιμοποιώντας αόριστες έννοιες και γενικές ρήτρες , οι οποίες χρήζουν προσδιορισμού με συμπλήρωση , να αφήνουν σε διοικητικά όργανα περιθώρια ουσιαστικής εκτίμησης ή αξιολόγησης της συμπεριφοράς ατόμων ή της εκτίμησης ή αξιολόγησης άλλων πραγματικών δεδομένων , προκειμένου να εκδώσουν ατομική διοικητική πράξη περιοριστική της εν λόγω ελευθερίας. Συνεπώς νόμος ο οποίος θεσπίζει περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση δεν αντίκειται στο Σύνταγμα , όταν αναθέτει στα διοικητικά όργανα τη διαπίστωση απλώς και μόνο της συνδρομής των τασσόμενων από το ίδιο το νομοθετικό κείμενο κατά τρόπο γενικό αλλά και συγκεκριμένο και σαφή αντικειμενικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή των οποίων επιτρέπεται έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης περιοριστικής της εν λόγω ελευθερίας.
Η δημοσιευθείσα μετά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη , Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών Υποθέσεων ( «Επιβολή του μέτρου του προσωρινού περιορισμού της κυκλοφορίας των πολιτών προς αντιμετώπιση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19) ακολούθησε την προγενέστερη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με ημερομηνία 20 Μαρτίου του 2020 η οποία προέβλεψε στο άρθρο 68 παρ.3 αυτής τη δυνατότητα επιβολής ως μέτρου πρόληψης και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, περιορισμών ή απαγόρευσης της κυκλοφορίας των πολιτών εν όλω ή εν μέρει στην ελληνική επικράτεια.
Η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση με την οποία επιβλήθηκε ο περιορισμός στις μετακινήσεις μας ,επικαλείται την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος, η οποία αναλύθηκε παραπάνω, ότι δηλαδή μπορεί να επιβληθεί περιορισμός της ελευθερίας κίνησης για λόγους δημόσιας υγείας και ελήφθη αφού κρίθηκε στην πράξη ότι τα άλλα μέτρα που είχαν ήδη υιοθετηθεί για αποφυγή της διασποράς του κορωνοϊού ( κλείσιμο σχολείων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, γυμναστηρίων, χώρων εστίασης και διασκέδασης) και οι απλές συστάσεις να μην συγχρωτίζονται πολλά άτομα στον ίδιο χώρο, να τηρούνται αποστάσεις και να αποφεύγονται οι άσκοπες μετακινήσεις, δεν αναχαίτισαν μεγάλη μερίδα κόσμου , η οποία δεν άκουσε τις συστάσεις των ειδικών και ακολούθησε συμπεριφορές που ενείχαν τον κίνδυνο διάδοσης και πολλαπλασιασμού των κρουσμάτων.
Για τους λόγους αυτούς ο περιορισμός της ελευθερίας κίνησης δε μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματικός, ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Η Κοινή Υπουργική Απόφαση που επιβάλλει περιορισμό στις μετακινήσεις εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδότησης από την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20.3.2020 που περιελάμβανε κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού και δεν έχει χαρακτήρα ατομικού διοικητικού μέτρου.
Η ελληνική αστυνομία, η Δημοτική Αστυνομία και οι Λιμενικές Αρχέςπου έχουν επωμιστεί την αρμοδιότητα να πραγματοποιούν τονέλεγχοτης κίνηση των πολιτών απλά διαπιστώνουν αν συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις που έχει θέσει ο νόμος οι οποίες είναι αντικειμενικές , σαφείς και ισχύουν για όλους.
Εξάλλου, όπως προανέφερα πρόκειται για μια ρύθμιση που συνάδει – συμφωνεί με διατάξεις του συνόλου της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που θεωρεί ανθρωπιστική επιλογή και επιτρέπει εξαιρέσεις στην αναγνώριση των ελευθεριών μας μόνο σε περιπτώσεις που συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.
Ενδεικτικά αναφέρω την οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου που αφορά βέβαια ένα άλλο δικαίωμα – ευρύτερο δικαίωμα , το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην Επικράτεια των κρατών μελών και το κατοχυρώνει προβλέπει στο άρθρο 27 παρ.1 μία μόνο εξαίρεση : « Τα κράτη – μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους , ανεξαρτήτως ιθαγένειας ( μόνο ) για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας . Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών. 2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου. Η προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.»
Της Αλεξάνδρας Μάμμα
Δικηγόρος Αθηνών

https://www.dikastiko.gr