Οι επιδημίες στην Ελλάδα μέσα από τα ιστορικά κείμενα


O Α.Καμύ το 1947 στο διάσημο βιβλίο του "Πανούκλα" γράφει με συγκλονιστικό τρόπο για τη ζωή σε μια πόλη της Αλγερίας στη δεκαετία του 1950, που είναι αποκομμένη εξαιτίας μια βαριάς
επιδημίας, της πανούκλας. Ένα μυθιστόρημα που μιλά για το χωρισμό, την απομόνωση και την ανασφάλεια σε ένα κόσμο δίχως μέλλον και σκοπό, σε ένα τόπο που οι κάτοικοί του πολεμούν για να ζήσουν.
Ο Καμύ σημειώνει ότι “Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους.” 
Διαβάζοντας τα ιστορικά κείμενα και τις περιγραφές για τις πανδημίες στην Ελλάδα, βλέπουμε ότι η περιγραφή της πραγματικότητας ξεπερνά την λογοτεχνική φαντασία και μυθοπλασία.

Ο λοιμός στην Αθήνα
Καλοκαίρι του 430 π.Χ., ενώ ο αδελφοκτόνος πελοποννησιακός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, εκδηλώνεται ο λοιμός της Αττικής. Ο λοιμός, που έως σήμερα δεν έχει ταυτιστεί πειστικά με κάποια γνωστή επιδημία, κράτησε αρχικά δύο χρόνια και επανεμφανίστηκε αργότερα, το 427/426 π.Χ. Σύμφωνα με την περιγραφή του Θουκυδίδη επρόκειτο για άκρως μεταδοτική νόσο, που έπληττε και τους ανθρώπους και τα ζώα.
Η περιγραφή της επιδημίας από τον μέγα ιστορικό μας αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών,και περιλαμβάνεται, στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του, αμέσως μετά τον επιτάφιο του Περικλή. (1)

" .[49] Το έτος τωόντι εκείνο, κατά κοινήν ομολογίαν, έτυχε μέχρι της στιγμής της εισβολής της νόσου να είναι κατ᾽ εξοχήν απηλλαγμένον από άλλας ασθενείας. Εάν όμως κανείς υπέφερε τυχόν προηγουμένως από καμίαν άλλην ασθένειαν, όλαι κατέληγαν εις αυτήν. [2] Όσοι εξ άλλου ήσαν ώς τότε υγιείς, χωρίς καμίαν φανεράν αιτίαν, προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον με ισχυρόν πυρετόν και ερυθήματα και φλόγωσιν των οφθαλμών, και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγίνοντο ευθύς αιματώδη, και η εκπνοή ήτον αφύσικος και δυσώδης. [3] Κατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ᾽ ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα. Και όταν προσέβαλλε τον στόμαχον, επροκάλει ναυτίαν, και ταύτην επηκολούθουν, με μεγάλην μάλιστα ταλαιπωρίαν, εμετοί χολής, όσοι περιγράφονται υπό των ιατρών. [4] Και εις άλλους μεν αμέσως, εις άλλους δε πολύ βραδύτερον, παρουσιάζετο τάσις προς εμετόν ατελεσφόρητος, προκαλούσα ισχυρόν σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. [5] Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ᾽ υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών. Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ, ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε τα ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος. Πολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. [6] Και η αδυναμία τού ν᾽ αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς. Και το σώμα, εφόσον η νόσος ήτο εις την ακμήν της, δεν κατεβάλλετο, αλλ᾽ αντείχε καταπληκτικώς εις την ταλαιπωρίαν, ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού, πριν εξαντληθούν εντελώς αι δυνάμεις των, ή, εάν διέφευγαν την κρίσιν, η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια, ούτως ώστε κατά το μεταγενέστερον τούτον στάδιον οι πολλοί απέθνησκαν από εξάντλησιν. [7] Διότι το νόσημα, αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο, εξετείνετο βαθμηδόν εφ᾽ όλου του σώματος, και αν κανείς ήθελε διαφύγει τον θάνατον, προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφηνε τα ίχνη του. [8] Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών, και πολλοί χάνοντες αυτά εσώζοντο, μερικοί μάλιστα έχαναν και τους οφθαλμούς. Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των.
[51] Τοιούτος λοιπόν ήτον ο γενικός χαρακτήρ της ασθενείας, διότι παραλείπω πολλά άλλα ασυνήθη συμπτώματα, κατά τα οποία τα καθέκαστα κρούσματα διέφεραν τα μεν από τα δε. Και εφόσον διήρκει η νόσος, καμία άλλη από τας συνήθεις ασθενείας δεν παρηνώχλει τους κατοίκους, εάν δε τυχόν παρουσιάζετο κανέν κρούσμα, απέληγεν εις αυτήν. [2] Και άλλοι μεν απέθνησκαν ένεκα ανεπαρκούς νοσηλείας, άλλοι όμως μολονότι υπεβάλλοντο εις επιμελεστάτην τοιαύτην. Αλλ᾽ ουδέ και κανέν φάρμακον, δύναμαι σχεδόν να είπω, ευρέθη, του οποίου η χρήσις να είναι αποτελεσματική, [3] διότι εκείνο που ωφέλει τον ένα, αυτό το ίδιον έβλαπτε τον άλλον, και καμία ιδιοσυγκρασία, όπως απεδείχθη, δεν ήτον αρκετά ισχυρά διά να αντισταθή, ή αρκετά ασθενής, όπως αποφύγη την ασθένειαν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπέκυπταν εις αυτήν, και εκείνοι ακόμη που εθεραπεύοντο με πάσαν ιατρικήν επιμέλειαν. [4] Και το φοβερώτερον εις όλην αυτήν την ασθένειαν ήτο όχι μόνον η αποθάρρυνσις των θυμάτων, όταν αντελαμβάνοντο ότι προσεβλήθησαν από την νόσον (διότι το πνεύμα των παρεδίδετο αμέσως εις απελπισίαν και εγκατέλειπαν εαυτούς εις την τύχην και δεν ανθίσταντο κατά της ασθενείας), αλλά και το γεγονός ότι, νοσηλεύοντες ο εις τον άλλον, εμολύνοντο και απέθνησκαν ωσάν πρόβατα. [5] Και τούτο προεκάλει τους περισσοτέρους θανάτους, διότι ή απέφευγαν εκ φόβου να επικοινωνούν προς αλλήλους και οι ασθενείς απέθνησκαν εγκατελελειμμένοι, εις τρόπον ώστε πολλαί κατοικίαι ερημώθησαν δι᾽ έλλειψιν νοσηλείας, είτε επικοινωνούσαν και απέθνησκαν εκ της μολύνσεως. Η τελευταία αύτη τύχη επεφυλάσσετο ιδίως εις τους οπωσδήποτε αντιποιουμένους ευγένειαν αισθημάτων, διότι, θεωρούντες τούτο καθήκον τιμής, επεσκέπτοντο τους φίλους των, αψηφούντες τον προσωπικόν κίνδυνον, ενώ αντιθέτως οι ίδιοι οι συγγενείς, καταβαλλόμενοι από το μέγεθος της συμφοράς, εβαρύνοντο επί τέλους και παρήτουν και αυτούς τους θρήνους υπέρ των αποθνησκόντων. [6] Ακόμη όμως περισσότερον ευσπλαχνίζοντο τους θνήσκοντας και τους ασθενείς όσοι είχαν θεραπευθή από την νόσον, διότι και εγνώριζαν αυτήν εξ ιδίας πείρας και ήσαν του λοιπού οι ίδιοι πλήρεις θάρρους, καθόσον η νόσος δεν προσέβαλλε δις τον ίδιον άνθρωπον, μετά κακής τουλάχιστον εκβάσεως. Και όχι μόνον εμακαρίζοντο αυτοί από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα ότι δεν θ᾽ απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν.

Η πανώλη του Ιουστινιανού (541 μ.χ.)
 


Σύμφωνα με τις νεώτερες βέβαια επιστημονικές μελέτες,η  θανατηφόρα αυτή  πανώλη (πανούκλα) την εποχή του Ιουστινιανού,υπολογίζεται ότι έστειλε στον θάνατο περίπου 50 εκατομμύρια ανθρώπους (το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού), όχι μόνο στο Βυζάντιο και στη Μεσόγειο, αλλά και σε απομακρυσμένες περιοχές της Ευρώπης.(2)

 Ο αυτόπτης μάρτυρας και ιστορικός Προκόπιος περιγράφει:  "Εκείνα τα χρόνια έπεσε μεγάλος λοιμός,από τον οποίο κινδύνευσε να εξαφανιστεί όλο το ανθρώπινο γένος. Ξεκίνησε από τους Αιγυπτίους που κατοικούν στο Πηλούσιο. Από εκεί η αρρώστια απλώθηκε σ’ όλη τη γη και δεν άφησε ούτε νησί, ούτε σπηλιά ή βουνοκορφή όπου να ζούσε κάποιος άνθρωπος. Τους ανθρώπους τους έπιανε ξαφνικά πυρετός. Ο πυρετός ήταν χαμηλός από την αρχή ως το βράδυ, ώστε δεν έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι επικίνδυνο. Την ίδια μέρα, σε μερικούς ασθενείς, σε άλλους την επομένη και στους υπόλοιπους ύστερα από λίγες μέρες, παρουσιαζόταν πρήξιμο, που αρχικά περιοριζόταν στη βουβωνική χώρα. Ύστερα επεκτεινόταν στη μασχάλη, σε ορισμένες, μάλιστα περιπτώσεις και στο πίσω μέρος των αφτιών και σε διάφορα σημεία των μηρών. Σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ερχόταν αμέσως, ενώ σε άλλες ύστερα από μέρες. Σε μερικούς ασθενείς το σώμα γέμιζε με μαύρες φουσκάλες, μεγάλες σαν σπυριά φακής,αυτοί δεν ζούσαν ούτε μια μέρα, αλλά πέθαιναν αμέσως. Μερικοί, πάλι, έκαναν εμετό με αίμα, χωρίς καμιά φανερή αιτία, και αμέσως πέθαιναν>>. Στην αρχή σημειώθηκαν θάνατοι κάπως περισσότεροι από τους συνηθισμένους. Ύστερα ο κακό μεγάλωσε και ο αριθμός των νεκρών έφτανε τις πέντε χιλιάδες την ημέρα, και αργότερα τις δέκα χιλιάδες και ακόμα παραπάνω. Κάθε είδος εργασίας είχε σταματήσει."

Στην δική του περιγραφή ο Ευάγριος ο Σχολαστικός, εκκλησιαστικός συγγραφέας, αυτόπτης μάρτυρας και παθόντας σημειώνει:
«Η αρρώστια λέγεται πως άρχισε από την Αιθιοπία. Βήμα προς βήμα διέτρεξε ολόκληρη την οικουμένη, χωρίς να αφήσει ανέγγιχτο κανένα από τους ανθρώπους. Η νόσος εκδηλωνόταν με διάφορα συμπτώματα. Σε άλλους άρχιζε από το κεφάλι με κόκκινα από το αίμα τα μάτια και με πρησμένο πρόσωπο, κατέβαινε μέχρι το λαιμό και έστελνε όποιον είχε προσβάλει στο θάνατο. Σε άλλους προκαλούσε γαστρορραγία. Κάποιοι βουβώνες πρήζονταν και εξαιτίας τους ανέβαινε υψηλός πυρετός. Και πέθαιναν τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα, έχοντας σώας τα φρένας και το σώμα ίδιο με εκείνους που δεν είχαν πάθει τίποτε. Άλλοι όμως έχαναν τη ζωή τους, αφού παραλογίζονταν. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις που κάποιοι προσβλήθηκαν και μια και δυο φορές και διέφυγαν τον κίνδυνο, αλλά πέθαναν μόλις προσβλήθηκαν ξανά. Και οι τρόποι μετάδοσης της νόσου ήταν πολλοί και πέραν κάθε λογικής. Άλλοι μεν χάνονταν απλώς ζώντας και τρώγοντας μαζί, άλλοι δε μόνο από την απλή επαφή, άλλοι όταν έμπαιναν μέσα στο σπίτι, άλλοι στην αγορά. Μερικοί φεύγοντας απρόσβλητοι από πόλεις που νοσούσαν μετέδωσαν τη νόσο σε άλλους που δεν νοσούσαν. Και όσοι ήταν πρόθυμοι να προσβληθούν, επειδή είχαν χάσει τα παιδιά τους ή το σπιτικό τους και είχαν ακριβώς γι’ αυτό αναμιχτεί με τους νοσούντες, δεν προσβλήθηκαν λες και η αρρώστια να αντιστρατευόταν τη θέλησή τους. Το τι θα επακολουθήσει είναι άδηλο αφού ο Θεός είναι αυτός που θα κρίνει, αυτός που γνωρίζει τις αιτίες κάθε πράγματος και πού αυτές θα οδηγήσουν». 

Η επιδημία του 1812-1813. Θράκη, Τύρναβος, Ήπειρος (3)
Η επιδημία του 1812-13 ήταν από τις πιο φονικές. Τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου ερημώθηκαν. Ο πανικός που οι επιδημίες της προκαλούσαν αυτή την περίοδο ήταν μεγάλος. Οι κάτοικοι εγκατέλειπαν τις πόλεις, κατέφευγαν στα βουνά και στους λόγγους και ζούσαν σαν αγρίμια ολόκληρους μήνες. 
Ο Γ.Α. Μέγας αναφέρει χαρακτηριστικά αυτού του πανικού από τη Θράκη: 
«Γύριζε η πανούκλα μέσα στο χωριό, φώναζε τη νύχτα στα σοκάκια φανερά και πέθαινε ο κόσμος. Έβγαινε ο κόσμος στα βουνά έξω, έκαναν καλύβια και κάθονταν για να μη τους βρει η πανούκλα. Μα που να μη τους βρει», ή «για να γλυτώσει ο κόσμος έφευγε σιαδώθε-σιακείθε στα μπαΐργια (στα βουνά)... Το χωριό ήταν 800 σπίτια, μα χάλασε από την πανούκλα. Έρχονταν νύχτα και έπαιρναν θροφή. Νερά δεν έπιναν από τα πηγάδια. Έβραζαν στάρια, καλαμπόκια κι' έτρωγαν... Κείνους που πιάνονταν τους άφηναν κι ακόμα πήγαιναν. Πέθαινε ένας, δεν πήγαινε κανένας κοντά του... Ερχόνταν (οι πανούκλες) μέσα σε χωριό, αρρώσταιναν δυο τρεις, πέθαιναν. Ύστερα σηκωνόταν ο Μαχαλάς, έφευγε, πήγαινε στο μπαΐρι. Πήγαινε πάλι η πανούκλα, χτυπούσε. Βρε κι' εδώ μας βρήκε η πανούκλα. Έφευγαν πάλι από κει, πήγαιναν σ' άλλο μπαΐρι. Όπως από τους Γενείτσαρους έτσι και από την πανούκλα»

Με την ίδια σφοδρότητα πλήγηκε και ο Τύρναβος το 1813. Από μαρτυρία του Γάλλου Πουκεβίλ μαθαίνουμε (4):
"Ο Τύρναβος ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο… τα περισσότερα χωριά του κάμπου φαίνονταν ερημωμένα ή θρηνούσαν τους νεκρούς τους, μονάχα μερικοί Τούρκοι μοιρολάτρες είχαν παραμείνει στη Λάρισα μαζί με τους Εβραίους που εμπορεύονταν τα πράγματα των πεθαμένων."

Ο Pouqueville, επίσης αναφέρει ότι «από το 1814 - 1819 οι επιδημίες αφάνισαν το ένα έκτο του πληθυσμού της Ηπείρου και το ένα πέμπτο των άλλων περιοχών. Η αναλογία των Μουσουλμάνων προς τους Έλληνες ήταν πέντε προς ένα». Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφει το τέλος της επιδημίας της πανώλης το 1818 στην Ήπειρο:

 «Η πανούκλα τελείωσε. Τα υπολείμματα του πληθυσμού επέστρεψαν στην πόλη. Η επιδημία, που δεν σταμάτησε να χτυπάει παρά μόνον όταν στέρεψε το δηλητήριο της, έδειξε κατά τη διάρκεια των φάσεων της όλα τα χαρακτηριστικά και φοβερά καπρίτσια της κακίας της. Χωρίς να μιλήσουμε για πονοκεφάλους, για εμετούς και πυρετούς, χαρακτηριστικών αυτής της αρρώστιας, τα άλλα συμπτώματα της ήταν τόσο διαφορετικά, όσο και φοβερά. Όλοι οι άνθρωποι, που προσβλήθηκαν από την ασθένεια αυτή, δεν έζησαν περισσότερο από σαράντα οκτώ ώρες. Μερικοί ασθενείς, που τους κατάτρωγε η δίψα, που έκαιγε τα σωθικά τους, έσβησαν πριν από το βουβωνικό εξάνθημα. Άλλοι είχαν το στήθος και το κορμί τους ολόκληρο σκεπασμένο από ένα εξάνθημα όμοιο με την κορινθιακή σταφίδα. Σ' άλλους έβλεπε κανείς μεγάλους άνθρακες, που αποχωρίζονταν με τη διαπότιση σαν τεράστιες φουσκάλες, που η πτώση τους άφηνε τα πλευρά και τα κόκαλα ακάλυπτα και άλλοι να έχουν βουβώνα στις αρθρώσεις. Χάθηκαν όλοι. Άνθρωποι αδύναμοι πέθαιναν από κατάπτωση βογγώντας και τα πτώματά τους έπεφταν κομμάτια, κομμάτια, σαν να είχαν σαπίσει. Άλλοι πέθαιναν από σπασμούς λύσσας. Ένας μικρός αριθμός ανθρώπων διατηρούσαν τη λογική τους μέχρι την τελευταία τους στιγμή, ενώ οι περισσότεροι σκαρφάλωναν στις στέγες των σπιτιών, μέσα σε παράφορο παραλήρημα και σπασμούς μανίας, βγάζοντας απαίσιες κραυγές. Θεωρούσε κανείς ευτυχισμένους αυτούς που πέθαιναν αμέσως. Πολύ συχνά οι άνθρωποι, όταν μιλούσαν, πάθαιναν ιλίγγους, τα μάτια τους φλογίζονταν, μίλαγαν δυνατά και ξαναμμένοι, όπως ήταν, ρίχνονταν στο ποτάμι ή στα πηγάδια. Ένα γενικό παραλήρημα κυρίευε το μυαλό τους. Αφού σταμάτησε η επιδημία, οι Έλληνες πίστευαν ότι έβλεπαν πάνω στο βουνό της Παρθένου, μια υπέργηρη γριά που φωνάζει: «Ακόμη, ακόμη». Τα μάτια τους είναι άρρωστα. Οι κληρικοί βεβαιώνουν πως είδαν να βγαίνουν φωτιές από τους τάφους. Η θέση μου είναι αξιοθρήνητη, Φεβρουάριος 1818»

Με την ίδια σκληρότητα  δοκιμάστηκε η Άρτα και τα περίχωρά της από την πανώλη, η οποία παρουσιάστηκε το Μάη  του 1816 και διήρκησε μέχρι τον Ιούλιο του 1817. Την περίοδο αυτή, σύμφωνα με τον Σ. Βυζάντιο, τρεις χιλιάδες άνθρωποι και από τις τρεις θρησκευτικές κοινότητες (χριστιανική, μουσουλμανική και εβραϊκή) υπέκυψαν στην αρρώστια, ενώ πολλές οικογένειες Αρτινών αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε πιο ασφαλή μέρη. Οι συνέπειες για την οικονομική ζωή της πόλης υπήρξαν δυσμενέστατες. Η αγορά νεκρώθηκε και οι έμποροι διέκοψαν κάθε δραστηριότητα. Ο  Pouqueville, πάλι μας πληροφορεί  ότι σημειώθηκαν παράλληλα και πολλά κρούσματα χολέρας. Εξίσου σοβαρές ήταν οι απώλειες από την πανώλη και το 1819, όταν σε διάστημα λίγων εβδομάδων εκατοντάδες άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο. 

Η χολέρα του 1853


Από το 1853 έως και το 1854 σημειώνεται   επιδημία χολέρας στη χώρα που θερίζει τον τόπο. Ο λογοτέχνης Εμμανουήλ Λυκούδης γράφει ένα συγκλονιστικό διήγημα με τίτλο «η Ξένη του 1854» που πέρα από τη λογοτεχνική γραφίδα του, αποτυπώνει το δράμα της δολοφονικής πανδημίας.(5)

«Τα δύο παιδιά με έναν ξαφνικό τιναγμό εσφίχτηκαν στην αγκαλιά της μάνας. Ζωντανά, λοιπόν, έστελναν τα παιδιά της στον ασβέστη; Εκείνα ετραντάζουνταν και την έσφιγγαν περισσότερο σαν να ήθελαν να πνίξουν τη μάνα που διώχνει τα παιδιά της. Τότε κατέβηκαν από το αμάξι οι νεκροφόροι (σ.σ.: οι νεκροθάφτες). Τα τράβηξαν από τη μητρική αγκαλιά και ο ένας απ αυτούς, "σώπα...", της λέει, "δυστυχισμένη γυναίκα. Τα παιδιά σου είναι πεθαμένα για καλά. Μόνο την έχει αυτή τη χάρη η χολέρα, να αφήνει τους σπασμούς της, ώρες πολλές ύστερα από το ξεψύχημα. Ρώτα εμάς που τα βλέπουμε αυτά κάθε ώρα"»... 
«Σε πολλά σπίτια που λημέριαζε η επιδημία έσμιγαν τρεις, τέσσερις γιατροί και επίκουροι και βοηθοί. Μαζί με τα άλλα δεινά, ο κάθε γιατρός ακολουθούσε τη δική του θεραπευτική και έτσι επάλευαν με μαζί τους ιατρούς, επάνω στα κορμιά των δυστυχισμένων, το όπιον και αι εντρίψεις και τα αντισπασμωδικά και το διττανθρακικόν νάτριον και τα εμετικά κάρυα και το θειικόν οξύ και η θειική στρυχνίνη και όσα άλλα δεν χωρεί του ανθρώπου ο λογισμός. Αλλες πάλι οικογένειες εξεκλήριζαν χωρίς να ιδούν κανένα ιατρό. Κρούσμα εσήμαινε θάνατος. Και αν στους εκατό ζούσαν πέντε ή έξι, τούτο ήτο της τύχης όλως διόλου και κανένα φάρμακο δεν εμπόρεσε να φανεί γενικώς ωφέλιμον». 

Η χολέρα του 1865

Το 1893 ο Α.Παπαδιαμάντης, γράφει ένα από τα αριστουργήματά του, τον " ΒΑΡΔΙΑΝΟ  ΣΤΑ ΣΠΟΡΚΑ" που  διηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, πού μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα, επιχόλερα καράβια), προκειμένου να σώσει το γιο της. Το θέμα  του διηγήματος  η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση.  Στο διήγημα ο Παπαδιαμάντης  προσπαθεί να φέρει  ένα εύθυμον αντίρροπον κατά του φόβου και της λύπης ην γεννά η ανάγνωσις των περί των προόδων της φοβεράς νόσου ειδήσεων, όπως σημειώνει η Ακρόπολις (13.8.1893) που δημοσίευσε το διήγημα.(6)

"Ελέχθη ότι οι πλείστοι των ανθρώπων, των παρασταθέντων τότε ως θυμάτων της χολέρας, απέθανον πραγματικώς εκ πείνης. Ίσως να μην υπήρξεν όλως χολέρα. Αλλ' υπήρξε τύφλωσις και αθλιότης και συμφορά ανήκουστος. Οι άνθρωποι, όλοι πάσχοντες, εσκληρύνοντο κατ' αλλήλων, εις επίμετρον, και καθίστων την δεινοπάθειαν απείρως μεγαλυτέραν. Οι εύποροι εκ των καθαριζομένων εσκληρύνοντο κατά των πτωχών, και εμέμφοντο αυτούς ως παραιτίους της δυστυχίας δι' αυτής της παρουσίας των. Οι πτωχοί εσκληρύνοντο κατά των ευπόρων, και τους ητιώντο ως προκαλούντας την ακρίβειαν των τροφίμων διά της ευπορίας των. Όλοι ομού οι υπό κάθαρσιν ταξιδιώται εσκληρύνοντο κατά των κατοίκων της πολίχνης, και τους κατηγόρουν επί ασυνειδήτω αισχροκερδεία και σκληρότητι, ενώ το αληθές ήτο ότι δέκα μόνον άνθρωποι εκ της εμπορικής και τυχοδιωκτικής τάξεως, ήτις πουθενά δεν λείπει, ήσαν οι αισχροκερδείς και οι σκληροί εκμεταλλευταί της δυστυχίας. ΟΙ κάτοικοι της πολίχνης εσκληρύνοντο κατά των ταξιδιωτών, και εμίσουν αυτούς, διότι είχον έλθει να τους φέρωσι την χολέραν. Κακή υποψία, δυσπιστία και ιδιοτέλεια χωρούσα μέχρις απανθρωπίας, εβασίλευε πανταχού. Όλα ταύτα ήσαν εις το βάθος και ο φόβος της χολέρας ήτο εις την επιφάνειαν. Θα έλεγέ τις ότι η χολέρα ήτο μόνον πρόφασις, και ότι η εκμετάλλευσις των ανθρώπων ήτο η αλήθεια. Το δαιμόνιον του φόβου είχεν εύρει επτά άλλα δαιμόνια πονηρότερα εαυτού, και είχε λάβει κατοχήν επί του πνεύματος των ανθρώπων". 

Ο ιστορικός κύκλος της εκδήλωσης των επιδημιών προφανώς και είναι συνδεδεμένος με τον ιστορικό κύκλο της ανθρώπινης ζωής στον πλανήτη.
Ιδιαίτερα εύστοχα ο Καμύ στην "Πανούκλα" του,  βάζει τον ήρωά του να συλλογίζεται:

"… Ο Ριέ αναλογιζόταν πως αυτή η χαρά δεν θα ήταν ποτέ σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος[…] δηλαδή πως ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και τα ρούχα[…] και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που για την δυστυχία και την γνώση των ανθρώπων η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μία ευτυχισμένη πόλη"