Αλεξάνδρα Μάμμα: Σε ποιες περιπτώσεις γίνεται δεκτή έλλειψη ικανότητας για καταλογισμό με βάση τη νέα διατύπωση του άρθρου 34 Ποινικού Κώδικα

Συνήθης αυτοτελής ισχυρισμός που έχει ως στόχο την αντίκρουση κατηγοριών που αφορούν εγκλήματα κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας είναι η ύπαρξη ψυχικής νόσου ή ψυχικής
διαταραχής στο πρόσωπο του δράστη.
Το ζήτημα πότε ένας ενήλικας είναι κατ’ εξαίρεση ανίκανος προς καταλογισμό ρυθμίζει η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 34 του Ποινικού Κώδικα η οποία θέτει δύο κριτήρια ένα βιολογικό και ένα ψυχολογικό, προκειμένου να θεωρηθεί ότι αίρεται ο καταλογισμός και κατά συνέπεια η ενοχή του δράστη.
Η αδυναμία του δράστη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό είναι το ψυχολογικό κριτήριο.Για παράδειγμα κάποιος ο οποίος πάσχει από σχιζοφρένεια και τελεί μια ανθρωποκτονία μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είχε τη δυνατότητα να διαγνώσει το άδικο της πράξης του αν τη χρονική στιγμή κατά τη οποία την τέλεσε βρισκόταν σε παρανοϊκό παραλήρημα ή αντίστοιχα δράστης εγκλήματος ο οποίος πάσχει από μανιοκατάθλιψη μπορεί να θεωρηθεί ότι ναι μεν γνώριζε το άδικο της πράξης , είχε όμως αδυναμία συμμόρφωσης με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, γιατί τη χρονική στιγμή που την τέλεσε, βρισκόταν σε φάση δριμείας κατάθλιψης και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρόρμηση.
Υπό το καθεστώς του προηγούμενου ποινικού κώδικα η διάταξη προέβλεπε τα εξής :«Η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν ,όταν τη διέπραξε λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό». Στο νέο ποινικό κώδικα, η διατύπωση της διάταξης δεν άλλαξε τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να γίνει δεκτή η άρση του καταλογισμού σε ενοχή , όμως η διατύπωση είναι ευρύτερη ώστε να μπορεί να περιληφθούν σε αυτή και άλλες περιπτώσεις διαταραχών του ψυχισμού , αφού ορίζει ότι : « Η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ( δεν απαιτείται δηλαδή νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών αλλά αρκεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή ) ή διατάραξης της συνείδησης κατά το χρόνο τέλεσής της δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό».
Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχουν γνωματεύσεις πραγματογνωμόνων – ψυχιάτρων με βάση τις οποίες ο κατηγορούμενος πάσχει από κάποια ψυχική νόσο , το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην κάνει δεκτό το επιχείρημα της υπερασπιστικής πλευράς ότι ο κατηγορούμενος έδρασε ευρισκόμενος σε κατάσταση που αίρει τον καταλογισμό σε ενοχή του, αν με βάση τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά παρουσιάζονται κατά την ακροαματική διαδικασία και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού όπως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων , σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι με τον τρόπο που έδρασε και τις ενέργειες που έκανε πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την τέλεση του εγκλήματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι νοητικά και ψυχολογικά ήταν σε θέση να διακρίνει το άδικο της πράξης του και να συμμορφωθεί προς την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Για παράδειγμα σε υπόθεση ανθρωποκτονίας που απασχόλησε το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο ( Β’ Τμήμα) στο οποίο είχε κριθεί η ενοχή σχετικά με τη δολοφονία νεαρής κοπέλας σε χωριό της βόρειας Ελλάδας από το φίλο της – στρατιωτικό, εξετάστηκαν δύο πραγματογνώμονες. Ο δεύτερος ψυχίατρος αφού υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε ψυχομετρικό τεστ προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας και σε τεστ αξιολόγησης του προφίλ της συναισθηματικής νοημοσύνης, στη συνέχεια προέβη σε αξιολόγηση αυτών και σε σύνταξη έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία διαπίστωσε ότι υπήρχε αυξημένη πιθανότητα ότι το άτομο αυτό βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ψύχωσης και κατέληξε στο ότι : « Ο κατηγορούμενος έπασχε ακόμα και πριν γνωρίσει την σύντροφό του που τελικά θανάτωσε , από διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από ναρκισσιστικά και μεταπτυχιακά στοιχεία, καθώς και από χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη. Έκρινε δηλαδή σε αυτή την περίπτωση ο πραγματογνωμόνων – ψυχίατρος ότι από τις διηγήσεις του κατηγορουμένου και τους ψυχομετρικούς ελέγχους (τεστ) στους οποίους τον υπέβαλε , ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση αλλά όταν άρχισαν να διαπληκτίζονται του ήταν δύσκολο να κρατήσει την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχο του.
Το δικαστήριο απέρριψε τη συμπερασματική αξιολόγηση του εν λόγω πραγματογνώμονος για μειωμένο καταλογισμό και τους στηριζόμενους σε αυτήν ισχυρισμούς της υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι πρέπει να απαλλαγεί από την κατηγορία της τελέσεως ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχολογική κατάσταση και να αρθεί ο καταλογισμός σε ενοχή ή να του επιβληθεί μειωμένη ποινή με βάση το άρθρο 36 Ποινικού Κώδικα.
Συγκεκριμένα χαρακτήρισε την έκθεση αναιτιολόγητη και επιστημονικά ατεκμηρίωτη, αφού ο πραγματογνώμων αναφερόταν σε πιθανότητα ο κατηγορούμενος να βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ψύχωσης, ενώ η αναφορά του πραγματογνώμονος στο διαπληκτισμό, ο οποίος τον εμπόδισε να διατηρήσει την ψυχραιμία και τον αυτοέλεγχο του, δεν προσδιόριζε κάποια συγκεκριμένη μορφή παροδικής διατάραξης της συνείδησης.
Είναι σταθερή η θέση της νομολογία ότι η ύπαρξη ή όχι παροδικής διατάραξης της συνείδησης ή πολύ περισσότερο νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών , πρέπει να γίνεται με βάση την αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών δεδομένων, που εκφεύγει της αρμοδιότητας του ψυχιάτρου και ανάγεται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου.
Τα πραγματικά γεγονότα στην εν λόγω υπόθεση όπως προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, εξελίχθηκαν ως εξής :O κατηγορούμενος είχε πάει να βρει τη φίλη του σε νυχτερινό κέντρο που εκείνη διασκέδαζε με την παρέα της, ενώ του είχε εκφράσει ότι δεν ήθελε να είναι μαζί του, όταν πήγε εκεί, πήρε παρά τη θέλησή της το κινητό της τηλέφωνο από τα χέρια της για να το παρακολουθήσει και να διαπιστώσει αν μιλάει με άλλον , που θεωρούσε αντίζηλό του.Στη συνέχεια επέμενε να την συνοδεύσει εκείνος στο σπίτι της και εκείνη δέχθηκε μεν αλλά στη διάρκεια της διαδρομής και σε συζήτηση που έγινε μεταξύ τους ήταν σταθερή στην απόφασή της ότι δεν θέλει να συνεχίσουν τη σχέση τους.. Τότε εκείνος κυριευμένος από θυμό της επιτέθηκε και με γροθιές της κατάφερε δυνατά και αλλεπάλληλα κτυπήματα σε όλη την περιοχή της κεφαλής και σε διάφορα σημεία του σώματος της και εν συνεχεία πιάνοντας το κεφάλι της, το κτύπησε με δύναμη στο έδαφος.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έπιασε με τα δύο του χέρια το λαιμό της και τον έσφιξε με δύναμη πιέζοντάς τον με συνεχώς αυξανόμενη ένταση, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα του υοειδούς οστού, κάταγμα του θυρεοειδούς χόνδρου του λάρυγγα και αιμορραγικές διηθήσεις των πέριξ μαλακών μορίων της συσκευής του λάρυγγα, συνεπεία των οποίων αποκλειστικά και μόνο επήλθε λίγο μετά ο θάνατος της δια στραγγαλισμού.
Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές που αφορούσαν τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος , και ιδίως με τις παραδοχές ότι ελάχιστο χρόνο πριν δολοφονηθεί, η άτυχη κοπέλα είχε ήρεμη τηλεφωνική επικοινωνία με μια φίλη της και ότι δεν προηγήθηκε της ανθρωποκτόνου πράξης, κάποια απαξιωτική συμπεριφορά και γρονθοκόπηση του κατηγορουμένου από την πλευρά του θύματος που να πυροδότησε, ενόψει της μεταιχμιακής διαταραχής του κατηγορουμένου, βραχύ ψυχωσικό επεισόδιο και να τον εξώθησε στο έγκλημα σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού το δικαστήριο αποφάσισε να αποκλίνει από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου πραγματογνώμονα και απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης του κατηγορουμένου περί άρσεως του καταλογισμού λόγω ψυχικής νόσου ή ύπαρξης μειωμένου καταλογισμού , κρίνοντας ένοχο τον κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και περιύβριση νεκρού.
Σε άλλη περίπτωση που απασχόλησε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και αφορούσε περίπτωση τελέσεως διαφορετικής φύσεως αδικήματος και συγκεκριμένα κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσας κατ’εξακολούθηση, σε μια περίοδο διάρκειας έξι μηνών ,το δικαστήριο είχε απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα της κατηγορουμένης για διεξαγωγή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της ότι τέλεσε την πράξη της ευρισκόμενη σε μια από τις καταστάσεις που περιγράφει το άρθρο 34 του Ποινικού Κώδικα και κατά συνέπεια πρέπει να αρθεί ο καταλογισμός και να αθωωθεί ή επικουρικά να της επιβληθεί μειωμένη ποινή με βάση το άρθρο 36 ΠΚ αιτιολογώντας την απόφαση του : « Η συνεχής εξαπατώσα συμπεριφορά που απαιτεί έντονες πνευματικές διεργασίες, ενέργειες με πειστικότητα , επιλογή παθόντων μαρτυρούν την πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό , ώστε να μην είναι αναγκαία η προσφυγή σε διεξαγωγή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης».
Απέρριψε λοιπόν το αίτημα της για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στα άλλα δεδομένα και μάλιστα παρότι η εν λόγω κατηγορουμένη είχε επικαλεσθεί ότι έπασχε από συναισθηματική ψύχωση , για την οποία υποβαλλόταν σε περιπατητική θεραπεία και έκανε ψυχοθεραπεία καθώς επίσης και από υπερβολική αγοραστική μανία και ενώ προσκόμισε και αντίστοιχα έγγραφα : Ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη η οποία αποφαινόταν ότι έπασχε από συναισθηματική διαταραχή, καταθλιπτικό σύμπτωμα και συνοδευτικές παθήσεις , νευρωτικές ενοχλήσεις, πονοκεφάλους , εσωτερική ένταση, αυπνίες , ατονία καθώς και έγγραφα από νοσοκομειακά ιδρύματα στα οποία αποτυπωνόταν ότι είχε κάνει δύο απόπειρες αυτοκτονίας.
Όπως ήταν διατυπωμένο το άρθρο 34 στον προισχύσαντα ποινικό κώδικα για να συντρέχει το βιολογικό κριτήριο έπρεπε να κριθεί ότι ο δράστης έπασχε από νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών , έννοια που περιελάβανε τις οργανικές ψυχώσεις αλλά και τις λειτουργικές ή ενδογενείς. Οι περιπτώσεις διαταραχής της προσωπικότητας παρότι περιλαμβάνονται στον κατάλογο ψυχικών νόσων με μεγάλη δυσκολία και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις επιτρέπουν τη διάγνωση ότι συνιστούν νοσηρή διάγνωση των πνευματικών λειτουργιών , ότι δηλαδή έχουν τη βαρύτητα «νόσου». Βασικά χαρακτηριστικά έχουν το συναισθηματικό έλλειμμα που παρεμποδίζει την προσωπικότητα να συνδεθεί με ανθρώπους , αξίες και πράγματα , την αδυναμία του ατόμου να μάθει από την εμπειρία, τη συναισθηματική αστάθεια, την ασυνειδησία – αμοραλισμό και την έλλειψη συναίσθησης. Είναι εύλογο λοιπόν ότι με την προηγούμενη διατύπωση του άρθρο 34 η οποία αξίωνε την ύπαρξη νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών, ο αποκλεισμός ή έστω η παραδοχή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, αφού μόνο ιδιαίτερα βαριές διαταραχές της προσωπικότητας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανάλογες προς αληθείς νόσους.
Παρότι η διατύπωση του άρθρου 34 στο νέο Ποινικό Κώδικα είναι ευρύτερη και αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο να υπαχθούν σε αυτή και περιπτώσεις διαταραχών της προσωπικότητας , αυτό θα είναι επιτρεπτό και πάλι μόνο για πολύ βαριές διαταραχές της προσωπικότητας όπως το λεγόμενο Borderline – Syndrome , το οποίο χαρακτηρίζεται από συναισθηματική αστάθεια και βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ ψύχωσης και απλής ψυχικής διαταραχής ή η αποκαλούμενη ψυχογενής αντίδραση που περιγράφεται ως ψυχική διαταραχή λόγω εξωγενών επιβαρύνσεων του ψυχισμού στις προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις και μπορεί να εξελιχθεί σε βαρεία κατάθλιψη, επιθετικότητα και ευερεθιστότητα.

Της Αλεξάνδρας Μάμμα

Δικηγόρος Αθηνών, LLMCriminalLaw