2017: Απαγωγή – θρίλερ στην Κρήτη

Ήταν 3.30 μετά το μεσημέρι, 30 Μαρτίου 2017, όταν άγνωστοι οπλοφόροι, που φορούσαν ομοιόμορφα στρατιωτικά ρούχα, μαύρες κουκούλες και γάντια, άρπαξαν μέσα από το αυτοκίνητό
του τον Μιχάλη Λεμπιδάκη, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας «Πλαστικά Κρήτης». Ο επιχειρηματίας είχε μόλις επιστρέψει από επαγγελματικό ταξίδι στην Πολωνία και κατευθυνόταν στο σπίτι του, στα Κάτω Καλέσια Ηρακλείου, όταν οι δράστες, χρησιμοποιώντας δύο κλεμμένα αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες, έπεσαν πάνω στην ασημί “Mercedes” του. Έσπασαν με βαριοπούλα το τζάμι του οδηγού και με την απειλή αυτόματου όπλου «Καλάσνικοφ» τον έριξαν σε ένα από τα αυτοκίνητά τους.
Απομακρύνθηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και κοντά στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου πυρπόλησαν τα δύο κλεμμένα οχήματα. Επιβιβάστηκαν σε ένα μαύρο τζιπ Cherokee και χάθηκαν προς την ενδοχώρα. Eτσι έγινε η απαγωγή του Μιχάλη Λεμπιδάκη, η μεγαλύτερη σε διάρκεια απαγωγή στην Ελλάδα, που δοκίμασε τα όρια αντοχής του επιχειρηματία και της οικογένειάς του και επί έξι μήνες κρατούσε σε αγωνία την κοινή γνώμη.

Συναγερμός σήμανε μετά τον εντοπισμό του πολυτελούς αυτοκινήτου του επιχειρηματία, που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο, με ανοιχτές τις πόρτες και τρακαρισμένο. Η οικογένειά του δήλωσε άγνοια για το τι είχε συμβεί, όταν ενημερώθηκε από τους αξιωματικούς της Ασφάλειας Ηρακλείου. Το κινητό τηλέφωνο του 54χρονου ήταν ακόμη ανοιχτό αλλά από την στιγμή που τον κάλεσαν, «σίγησε»…
Λίγα λεπτά αργότερα η Πυροσβεστική κλήθηκε να σβήσει τη φωτιά που είχε τυλίξει δύο αυτοκίνητα στο δρόμο προς τα Κάτω Καλέσια. Ήταν μια BMW και ένα αγροτικό φορτηγάκι, που κάηκαν ολοσχερώς. Οι αστυνομικοί συνδύασαν τα γεγονότα, πεπεισμένοι ότι ο Μιχάλης Λεμπιδάκης είχε πέσει θύμα απαγωγής και τα δύο καμένα οχήματα είχαν χρησιμοποιηθεί από τους δράστες. Το ένα για να του κλείσουν το δρόμο και να τον ακινητοποιήσουν και το δεύτερο για να τον μεταφέρουν μέχρι το αυτοκίνητο της διαφυγής. Η φωτιά και η βροχή είχαν σβήσει κάθε ίχνος των απαγωγέων.

Και οι ίδιοι ήξεραν ότι το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ, που απαίτησαν στην πρώτη τους επικοινωνία, ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί ακόμη και από τους συγγενείς του ιδιοκτήτη μιας εύρωστης εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρείας, καθώς τα capital controls δεν είχαν φύγει οριστικά από την οικονομική ζωή του τόπου.
Πάντως, κινούνταν με μεγάλη προσοχή και με «οδηγό» τα λάθη που έκαναν άλλοι «συνάδελφοί τους» στο παρελθόν, είχαν θέσει συγκεκριμένους όρους, ακόμη και για τα λύτρα. Ζητούσαν τα μισά, 50 εκατομμύρια ευρώ, σε μικρής αξίας χαρτονομίσματα, χρησιμοποιημένα και όχι της ίδιας σειράς. Έκαναν την πρώτη επικοινωνία αρκετές ημέρες μετά την απαγωγή, μέσω μηνυμάτων που ήταν ασφαλέστερος τρόπος και έδειχναν προετοιμασμένοι για μια ομηρία – μαμούθ, ακολουθώντας την τακτική της ψυχολογικής εξόντωσης της οικογένειας. Ακόμη και τα μηνύματα που ακολούθησαν ήταν με το «σταγονόμετρο». Ως απόδειξη ζωής του επιχειρηματία, έστελναν βιντεομηνύματα μέσω USB στο κινητό του αδελφού του Μιχάλη Λεμπιδάκη, ο οποίος ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις μαζί τους.

Την ίδια ώρα η οικογένεια του επιχειρηματία ζούσε το δράμα της. Μπορεί στο «παιχνίδι» να μπήκαν και οι έμπειροι αξιωματικοί από την Ασφάλεια Αττικής, αλλά εκείνοι είχαν να διαχειριστούν την απειλή της ζωής του ανθρώπου τους και το «βουνό» της συγκέντρωσης των χρημάτων. Μέχρι και η παρέμβαση της Τράπεζας της Ελλάδας και στη συνέχεια και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ζητήθηκε για να γίνει «by pass» στους περιορισμούς της κίνησης κεφαλαίων, όμως η γραφειοκρατία οδήγησε σε μια απίστευτη αλληλογραφία και ατελείωτες συνεννοήσεις…
Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η απαγωγή του Μιχάλη Λεμπιδάκη κατέβηκε στην Κρήτη ο ίδιος ο γενικός γραμματέας Δημόσιας Τάξης, Δημήτρης Αναγνωστάκης, ο οποίος προσπάθησε να τους πείσει ότι γινόταν μια τεράστια προσπάθεια για να έχει αίσια έκβαση η υπόθεση. Στα υψηλά κλιμάκια υπήρχε η εκτίμηση, αν όχι η βεβαιότητα, ότι οι απαγωγείς κρατούσαν τον επιχειρηματία στην Κρήτη και όχι απαραιτήτως σε κάποια ερημιά.
Στα μέσα Ιουνίου, σχεδόν τρεις μήνες μετά την απαγωγή, το θρίλερ κορυφώθηκε. Η οικογένεια Λεμπιδάκη ανακοίνωσε το πέρας των διαπραγματεύσεων, σε μια παρακινδυνευμένη κίνηση, στέλνοντας ουσιαστικά μήνυμα στους απαγωγείς να κάνουν το επόμενο βήμα. «Ύστερα από 80 εφιαλτικές μέρες και παρ’ όλες τις ανθρωπίνως δυνατές προσπάθειες, ο Μιχάλης μας δεν επέστρεψε κοντά μας. Σήμερα, συμπληρώνονται 53 μέρες χωρίς νέα για την κατάστασή του και η οικογένειά μας βυθίζεται σε απόγνωση», αναφερόταν στην ανακοίνωση. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι είχαν συγκεντρώσει κάτι λιγότερο από 10 εκατομμύρια ευρώ. Οι δράστες «εμφανίστηκαν» με μια απάντηση σε κάτι που μόνο ο Μιχάλης Λεμπιδάκης θα μπορούσε να γνωρίζει! Ήταν μία ακόμη απόδειξη ζωής του επιχειρηματία και ένα μήνυμα ότι ήταν αποφασισμένοι να αποσπάσουν τα λύτρα, όσο και αν χρειαζόταν να τον κρατήσουν όμηρο…

Στο διάστημα αυτό επικοινώνησαν συνολικά 32 φορές. Οι απαιτήσεις τους έπεσαν στα 30 και τελικώς στα 18 εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν κατάφεραν να τα βάλουν στο «χέρι». Με μια αιφνιδιαστική επιχείρηση σε αποθήκη μεταχειρισμένων αυτοκινήτων κοντά στη γέφυρα Ζουρίδας, μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο, η Αστυνομία, «οπλισμένη» με θερμικές κάμερες, απελευθέρωσε τον επιχειρηματία νωρίς το πρωί στις 2 Οκτωβρίου 2017. Ο ίδιος ήταν δεμένος με αλυσίδα στο πόδι πάνω σε ένα στρώμα. Τον επιτηρούσαν ο ιδιοκτήτης της μάντρας και ένας φύλακας, οι οποίοι συνελήφθησαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση. Όλο αυτό το διάστημα έκανε μπάνιο τέσσερις φορές και άλλαξε ρούχα μόλις τρεις!
«Σας ευχαριστώ. Δεν το πιστεύω πώς με σώσατε», ψέλλισε ο επιχειρηματίας, φανερά ταλαιπωρημένος και αδυνατισμένος, πριν μεταφερθεί στη Σχολή αστυφυλάκων Ρεθύμνου, ώστε να εξεταστεί από γιατρούς και να δώσει την πρώτη του κατάθεση.
«Μου άλλαξαν πέντε κρησφύγετα. Αυτό που με βρήκατε ήταν το έκτο», είπε. «Όποτε έμπαιναν στο δωμάτιο, φορούσαν κουκούλες. Μου έδιναν πάντα μαγειρεμένο φαγητό, αλλά μου τόνιζαν συνέχεια ότι θα έχω κακό τέλος. Πάντα άκουγα συνομιλίες από δύο άτομα. δίπλα μου, ενώ με ενημέρωναν για την πορεία των διαπραγματεύσεων, λέγοντάς μου: “Θα αργήσεις να πας σπίτι σου… Δεν δίνουν τα λεφτά… Δεν θα έχεις καλό τέλος”. Για να μου αλλάξουν κρησφύγετα, μου έβαζαν μια κουκούλα και με έβαζαν στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Δεν έβλεπα όμως ούτε πού πήγαινα ούτε πού έμπαινα».

Aκολούθησε μια λακωνική ανακοίνωση της Αστυνομίας, που έκανε λόγο για επτά συλλήψεις –λίγες ημέρες αργότερα έδωσε και τα στοιχεία τους στη δημοσιότητα- ενώ τους επόμενους μήνες οι κατηγορούμενοι για την απαγωγή έγιναν δώδεκα.
Ο έλεγχος σε ένα αγροτικό φορτηγάκι στο οποίο επέβαιναν τρία άτομα αργά το βράδυ της 6ης Ιουλίου στον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης έπαιξε κομβικό ρόλο στην ταυτοποίηση των απαγωγέων και στην απελευθέρωση του Μιχάλη Λεμπιδάκη.
Σύμφωνα με τις αναλύσεις των αστυνομικών, σε κάθε επικοινωνία τους με την οικογένεια του θύματος, τα κινητά τους τηλέφωνα ενεργοποιούσαν τις κεραίες που λειτουργούν κατά μήκος του οδικού άξονα στα όρια του νομού Ρεθύμνης. Και εκεί έριξαν το βάρος. Όταν εκείνο το βράδυ οι απαγωγείς έστειλαν νέο μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του αδελφού του επιχειρηματία, οι αστυνομικοί περιπολούσαν ήδη στην περιοχή. Εντόπισαν το ύποπτο όχημα, αλλά ο οδηγός άλλαξε κατεύθυνση και μπήκε στον παράδρομο. Τελικώς σταμάτησε για τον έλεγχο. Κανείς από τους τρεις επιβάτες δεν είχε πάνω του κινητό τηλέφωνο και αυτό ήταν κάτι παραπάνω από ύποπτο!
Στην ογκώδη δικογραφία συμπεριελήφθησαν CD με τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, χειρόγραφες σημειώσεις του Μιχάλη Λεμπιδάκη και επιστολές των απαγωγέων. «Γιάννη και Μάνο Λεμπιδάκη, έχετε καταλάβει λάθος τα μηνύματα που λάβατε με τα δύο βίντεο. Οι σύμβουλοί σας, ιδιωτικοί και δημόσιοι, σας έπεισαν ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη και πως είναι ζήτημα χρόνου να κάνουμε το λάθος. Δεν έχετε καταλάβει ότι το παιχνίδι σήμερα παίζεται μόνο από εμάς και το έχουμε φτάσει με τη δική σας βοήθεια στο τέλος του. Το επόμενο μήνυμα που θα λάβετε θα είναι το τελευταίο», έγραφαν σε μία απ’ αυτές.

Εξίσου συγκλονιστικές ήταν και οι χειρόγραφες σημειώσεις του επιχειρηματία. Είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Δεν ξέρω πότε θα γυρίσω, αλλά πρέπει να μην δείξω θύμα, να μην προκαλέσω οίκτο. Να δείξω ότι δεν νικήθηκα, ότι είχα τη δύναμη να αντέξω. Θα το παλέψω, θα αντέξω, θα ζήσω, θα γυρίσω, θα ξεχάσω».
Η δίκη των απαγωγέων άρχισε τον Δεκέμβριο του 2018 από το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, στο Ηράκλειο, κι ενώ οι οκτώ από τους δώδεκα κατηγορούμενους είχαν αφεθεί ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Ο Μιχάλης Λεμπιδάκης χαιρέτισε δια χειραψίας κάποιους από τους απαγωγείς τους, εκπλήσσοντας τους δικαστές και το ακροατήριο. «Η δικαιοσύνη είναι η ασπίδα της κοινωνίας» είπε, δικαιολογώντας την κίνησή του. «Οι απαγωγείς μου είναι κακοποιοί, αλλά όχι δολοφόνοι..». Μετά από δίμηνη ακροαματική διαδικασία το δικαστήριο έκρινε ένοχους όλους τους κατηγορούμενους και τους καταδίκασε σε ποινές κάθειρξης 11 – 25 ετών.
Νίκος Τσέφλιος