2011: “Μάχη” με κακοποιούς στο Ρέντη

«Πριν προλάβουμε να σταματήσουμε, βλέπω ένα “Καλάσνικοφ” να βγαίνει από το παράθυρο του οδηγού και να μας ρίχνει κατά ριπάς. Έπεσα χτυπημένος από σφαίρα. Προσπαθούσα να καλυφθώ και
να ανταποδώσω. Στα γόνατά μου ήταν το κεφάλι του Γιώργου και δίπλα μου ο Γιάννης. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και παρακαλούσα τον Θεό να με βοηθήσει ή να με αφήσει να τελειώσω εκεί». Αυτή ήταν η συγκλονιστική μαρτυρία του 23χρονου ειδικού φρουρού Παναγιώτη Γλινιά, για την αιματηρή συμπλοκή στου Ρέντη, όπου έπεσαν νεκροί μπροστά στα μάτια του δύο συνάδελφοί του της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., ο 22χρονος Γιώργος Σκυλογιάννης και ο 23χρονος Γιάννης Ευαγγελινέλης.
Εκείνο το απόγευμα έγινε μακελειό στη συμβολή των οδών Περικλέους και Παντελή Νικολαΐδη. Δύο ζευγάρια αστυνομικών παρακολουθούσαν ένα ασημί “Volvo” που κατέβαινε τον Κηφισό, μετά από τηλεφώνημα ότι οι επιβάτες του είχαν κάνει ληστεία σε περίπτερο, στη λεωφόρο Δημοκρατίας 337 στο Μενίδι. Οι άνδρες της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. κάλεσαν ενισχύσεις και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασαν στο πλευρό τους άλλες δύο μοτοσικλέτες.

Ήταν πλέον οκτώ ένστολοι, έτοιμοι να προχωρήσουν στην επιχείρηση. Όμως, στο ύψος της λαχαναγοράς του Ρέντη το αυτοκίνητο βγήκε ξαφνικά από τη λεωφόρο Κηφισού και έστριψε δεξιά στην οδό Περικλέους. Όταν οι άνδρες της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. τους ακολούθησαν, οι κακοποιοί είχαν πάρει ήδη θέσεις μάχης. Πριν καν προλάβουν να κατεβούν από τις μοτοσικλέτες, τους «γάζωσαν» με ένα «Καλάσνικοφ» και ένα πιστόλι. Ο Σκυλογιάννης και ο Ευαγγελινέλης έπεσαν νεκροί, ενώ τραυματίστηκαν ο Γλινιάς στο στομάχι και ο 22χρονος Γιώργος Σπαντιδάκης στο γόνατο. Οι άλλοι τέσσερις συνάδελφοί τους στάθηκαν τυχεροί, καθώς οι σφαίρες των δραστών σταμάτησαν στα κράνη και τα αλεξίσφαιρα γιλέκα τους!
Οι κακοποιοί τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας το αυτοκίνητο λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά και εξαφανίστηκαν πεζοί, ενώ στο κέντρο της Αμέσου Δράσεως σήμανε συναγερμός για τον εντοπισμό τους. Όπως διαπιστώθηκε, το “Volvo” είχε κλαπεί μαζί με άλλα επτά από έκθεση αυτοκινήτων στη Νέα Ερυθραία δύο εβδομάδες νωρίτερα και οι πινακίδες από ένα “Ford” την ίδια ημέρα και από την ίδια περιοχή. Στο σημείο της συμπλοκής βρέθηκαν τα «απομεινάρια» της πραγματικής μάχης που είχε γίνει: 23 κάλυκες από «Καλάσνικοφ», 17 κάλυκες από 9άρι πιστόλι, ένας γεμιστήρας πιστολιού με πέντε σφαίρες και ένα γάντι.

Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας κίνησαν «γη και ουρανό» για να βρεθούν στα ίχνη των δραστών. Είχαν στα χέρια τους τον οπλισμό των δραστών και το γάντι, ευρήματα που αποδείχθηκαν «κλειδιά» για τις έρευνές τους. Τα εγκληματολογικά εργαστήρια έκαναν τη «δουλειά» τους, η ΕΥΠ κατάφερε να αποκαλύψει τα στοιχεία τους μέσα από τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες τους και η εξιχνίαση της υπόθεσης ήταν θέμα χρόνου.
Τα ξημερώματα της 6ης Μαΐου, δύο μήνες μετά το μακελειό, οι δράστες συνελήφθησαν με ταυτόχρονες εφόδους στα σπίτια τους. Ως φυσικοί αυτουργοί κατηγορήθηκαν οι ομογενείς από τη Ρωσία Ιωάννης Σαββίδης 36 χρόνων και Ανδρέας Ποφίδης 26 χρόνων και ως άμεσος συνεργός ο Γιώργος Εμερτζίδης 24 χρόνων. Ο τέταρτος επιβάτης του “Volvo”, Βιτάλι Τερσενίδης 24 χρόνων, πρόλαβε να διαφύγει, αν και τραυματισμένος και οι πληροφορίες τον ήθελαν να έχει βρει καταφύγιο στη Ρωσία. Οι υπόλοιποι έντεκα που οδηγήθηκαν τις επόμενες ημέρες στον εισαγγελέα, αντιμετώπισαν μικρότερες κατηγορίες όπως συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, προμήθεια κλεμμένων αυτοκίνητων, υπόθαλψη και παραβάσεις του νόμου περί όπλων.

Το Δεκέμβριο του 2012 οι κατηγορούμενοι κάθισαν στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Στο μεταξύ ο Εμερτζίδης είχε αφεθεί ελεύθερος από γραφειοκρατικό λάθος, πριν λήξει το 18μηνο της ανώτατης προφυλάκισης. Όταν αθωώθηκε για τη ληστεία στο περίπτερο, κανείς δεν είδε ότι εκκρεμούσε σε βάρος του η δίκη για το μακελειό του Ρέντη. Κι έτσι, ενώ τις πρώτες ημέρες ήταν παρών στο δικαστήριο και απολογήθηκε κανονικά, λίγο πριν βγει η απόφαση εξαφανίστηκε. Μάλιστα για το λάθος αυτό τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από το υπουργείο Δικαιοσύνης δύο σωφρονιστικοί υπάλληλοι και η διευθύντρια των φυλακών Κορυδαλλού.

Ο Ανδρέας Ποφίδης ομολόγησε την ενοχή του, κατά τη διάρκεια της απολογίας του και προσπάθησε να απεμπλέξει τους συγκατηγορουμένους του λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εγώ έριξα, δεν φταίνε τα παιδιά. Ηταν πίσω μου 5 – 6 μηχανές. Κατέβασα το παράθυρο και έριξα προς τα κάτω και μετά μπροστά». Ο Ιωάννης Σαββίδης αρνήθηκε ότι πήρε μέρος στη συμπλοκή και ισχυρίστηκε ότι «μάζεψε» από το σημείο τους συνεργούς του, βοηθώντας τους να διαφύγουν. Την εμπλοκή του αρνήθηκε και ο Γιώργος Εμερτζίδης, τον οποίο υπέδειξε ένας από τους συγκατηγορούμενούς του, αλλά στη συνέχεια ανασκεύασε, λέγοντας ότι πιέστηκε από αστυνομικούς στη ΓΑΔΑ. Σύμφωνα με τον συνήγορό του, εξαφανίστηκε λίγες ημέρες πριν βγει η απόφαση, «επειδή φοβήθηκε προπηλακισμούς από τους οικείους των δύο θυμάτων».
Το δικαστήριο καταδίκασε σε βαριές ποινές τους τρεις βασικούς κατηγορούμενους. Ο Ανδρέας Ποφίδης και ο Γιάννης Σαββίδης καταδικάστηκαν σε δις ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 25 ετών για δύο δολοφονίες και έξι απόπειρες. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε ερήμην και στον Γιώργο Εμερτζιδη, ο οποίος, Οι άλλοι έντεκα κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε μικρότερες ποινές φυλάκισης.

Η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ξεκίνησε μετά από δύο αναβολές και διήρκεσε τρία ολόκληρα χρόνια. Οι ποινές του Ποφίδη και του Σαββίδη δεν μειώθηκαν ούτε κατά μία ημέρα, αλλά η ετυμηγορία επιφύλασσε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση για τον Γιώργο Εμερτζίδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε συλληφθεί μετά την ερήμην πρωτόδικη καταδίκη του. Το δικαστήριο τον αθώωσε από την κατηγορία της συνέργειας στις δύο δολοφονίες και θα αποκτούσε άμεσα την ελευθερία του, καθώς καταδικάστηκε σε βαθμό πλημμελήματος και είχε ήδη εκτίσει την ποινή του. Η απόφαση προκάλεσε το ξέσπασμα των συγγενών των δύο αστυνομικών μέσα στην κατάμεστη από κόσμο και αστυνομικούς δικαστική αίθουσα. «Σκότωσαν τα παιδιά μας… Είναι δολοφόνοι, θα τους αθωώσετε κιόλας;», φώναζαν προς τους δικαστές.
Ο Γιάννης Ευαγγελινέλης προτίμησε να καταταγεί στην Αστυνομία, αντί της εύκολης λύσης να ασχοληθεί με το εργοστάσιο ξυλείας που διατηρούσε ο πατέρας του πριν φύγει από τη ζωή. Ο Γιώργος Σκυλογιάννης, που καταγόταν από τα Τρίκαλα, ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά ενός υπαλλήλου καθαριότητας του δήμου και είχε βγει από μικρός στο μεροκάματο για να βοηθήσει την οικογένειά του. Στη μνήμη των δύο αστυνομικών, ο δρόμος όπου σημειώθηκε η αιματηρή συμπλοκή στου Ρέντη, πήρε το όνομά τους.
Νίκος Τσέφλιος