2007: Η “μάχη” της Παιανίας

Χαρακτηρίστηκε ως η «μάχη της Παιανίας», ένα ραντεβού θανάτου ανάμεσα σε οπαδούς Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, που όλοι γνώριζαν, εκτός από την Αστυνομία, η οποία έφτασε
κατόπιν εορτής στη λεωφόρο Λαυρίου για να καταγράψει, απλώς, τις ζημιές… Ένας 22χρονος είχε πέσει νεκρός, αρκετά καταστήματα και αυτοκίνητα είχαν υποστεί φθορές και οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, τρομοκρατημένοι από την επέλαση των χούλιγκανς. Και όλα αυτά στο περιθώριο του τελικού στο βόλεϊ γυναικών, που δεν έγινε ποτέ.
Από το μεσημέρι της 29ης Μαρτίου 2007 μαυροφορεμένοι νεαροί με κράνη είχαν στήσει καραούλι και περίμεναν τον «εχθρό». Από την αντίθετη κατεύθυνση εκατοντάδες μοτοσικλέτες έφταναν στην λεωφόρο Λαυρίου. Η αφορμή ήταν ο τελικός, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των οπαδών των δύο «αιωνίων».

Η πληροφορία για το ραντεβού κυκλοφορούσε ήδη στα δημοσιογραφικά γραφεία, ψιθυριζόταν δεξιά και αριστερά, ενώ ο δήμος Παιανίας είχε εκδώσει και σχετική ανακοίνωση. Κανείς όμως δεν κατάφερε να αποτρέψει την τραγωδία.
Ένας οπαδικός «πόλεμος» άνευ προηγούμενου ξέσπασε στη λεωφόρο Λαυρίου. Στην αρχή με ανταλλαγές φωτοβολίδων, βόμβες μολότοφ, πέτρες και στη συνέχεια με «μάχες» σώμα με σώμα. Οι δύο «στρατοί» συγκρούστηκαν σφοδρά και ένας 22χρονος, ο Μιχάλης Φιλόπουλος, έπεσε νεκρός στην άσφαλτο με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μαχαιριές στους μηρούς.

Η δολοφονία, που ξεσήκωσε την κοινή γνώμη, τελικώς δεν αποτέλεσε, όπως πίστευαν πολλοί, την αφετηρία για το οριστικό τέλος της τυφλής βίας μεταξύ των οργανωμένων οπαδών. Όχι μόνο δεν παραδειγμάτισε κανέναν, αλλά τα «ραντεβού θανάτου» πήραν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, ακόμη και με «εισαγωγή» χούλιγκανς από ομάδες «αδελφοποιημένες» με τις ελληνικές.
Έως πριν από λίγα χρόνια, οι χούλιγκανς των ομάδων τηρούσαν πιστά τον «κώδικα τιμής», ή μάλλον τον «κώδικα σιωπής», γιατί ήξεραν ότι εάν τον παραβίαζαν, θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους όμοιούς τους και όχι με την Αστυνομία. Οι πιο «παλιοί» δεν χρησιμοποιούσαν ρόπαλα, όπλα, μαχαίρια. Πήγαιναν πάντα άοπλοι στη «μάχη», έχοντας εμπιστοσύνη στον εχθρό. Πλέον η βία είχε αλλάξει μορφή. Όσοι συμμετείχαν στα επεισόδια είχαν πάψει να είναι απλοί οπαδοί, έγιναν κοινοί κακοποιοί με βαρύ ποινικό μητρώο και ο «κώδικας τιμής» είχε πάει περίπατο. Οι αρμόδιοι φορείς σήκωσαν τα χέρια ψηλά και οι ΠΑΕ σφύριζαν αδιάφορα, καλύπτοντας τους «ένδοξους λαούς», ουσιαστικά τους ιδιωτικούς στρατούς των αφεντικών τους…

Εκείνη την ημέρα περισσότεροι από 100 νεαρούς είχαν προσαχθεί στο τμήμα ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας Αττικής. Οι αστυνομικοί σχημάτισαν έναν αρχικό «πυρήνα» υπόπτων και ταυτόχρονα έκαναν εφόδους σε συνδέσμους οπαδών των δύο ομάδων, που αποκάλυψαν τα «οπλοστάσια» των χούλιγκανς, ακόμη και μικροποσότητες ναρκωτικών. Στο διαδίκτυο κυκλοφόρησαν ανατριχιαστικά βίντεο με νεαρούς να βρίζουν τον Φιλόπουλο, ενώ εκείνος ξεψυχούσε στο οδόστρωμα της λεωφόρου Λαυρίου.
Ένας 38χρονος τοξικομανής, ο Χρήστος Σακάτης, ήταν ο «αδύναμος κρίκος» της υπόθεσης. Αυτός ήταν, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη, ο μοναδικός από τους εννιά κατηγορούμενους αυτουργός της δολοφονίας. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι ήταν στη συμπλοκή και ότι «έδωσε μία» στον Φιλόπουλο αλλά, όπως είπε, έφυγε γιατί λυπήθηκε που τον χτυπούσαν όλοι οι άλλοι.

Το δικαστήριο του επέβαλε ισόβια κάθειρξη, χωρίς να κάνει δεκτά τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, όπως ζήτησε ο συνήγορος υπεράσπισης. Στο άκουσμα της απόφασης η μητέρα του ξέσπασε, αδυνατώντας να δεχτεί το αποτέλεσμα της ακροαματικής διαδικασίας, που κράτησε τρεις μήνες: «Ήθελαν ένα θύμα και το βρήκαν. Γιατί; Να δώσεις ένα τέλος, μόνος σου, παιδί μου. Να σε κλάψω μόνη μου, να τελειώνεις από όλα αυτά…».
Την ίδια ώρα η Αφροδίτη Φιλοπούλου, μητέρα του Μιχάλη, σε δηλώσεις της σε ραδιοφωνικό σταθμό τόνισε πως δεν έμεινε ικανοποιημένη από την απόφαση του δικαστηρίου: «Δεν δικαιώθηκε ο Μιχάλης. Έπρεπε να πληρώσουν κι άλλοι», είπε χαρακτηριστικά.
Καταδικάστηκαν επίσης σε κάθειρξη 10 ετών για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία ο Βασίλης Ψικάκος και ο Νίκος – Φραγκίσκος Βαγιόπουλος, αλλά αφέθηκαν ελεύθεροι, καθώς η έφεσή τους είχε ανασταλτικό χαρακτήρα. Σε ποινές φυλάκισης 3-7 μηνών καταδικάστηκαν οκτώ άτομα που είχαν συλληφθεί στους συνδέσμους για οπλοκατοχή και 16 αθωώθηκαν.

Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση, οπαδοί του Παναθηναϊκού εξόρμησαν στα στενά της λεωφόρου Αλεξάνδρας και άρχισαν συμπλοκές με την Αστυνομία, με φωτοβολίδες και βόμβες μολότοφ. Τα επεισόδια ήταν αρκετά για να κάνουν τους οπαδούς του Ολυμπιακού που βρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου να κινηθούν προς την έξοδο. Η επέμβαση των αστυνομικών έφερε την οπισθοχώρηση, ενώ ο εισαγγελέας εφετών ζήτησε εξηγήσεις από τον επικεφαλής γιατί δεν έγινε καμία σύλληψη.
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών άρχισε το Μάρτιο του 2012 και διήρκεσε τέσσερις μήνες. Στο μεταξύ ο εισαγγελέας είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που αθώωσε τον οδηγό ταξί Βασίλη Ρουμπέτη, επειδή «δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ότι βρισκόταν στο χώρο των συμπλοκών». Όμως, ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να λογοδοτήσει.
Ο πατέρας του Μιχάλη Φιλόπουλου, Ανδρέας, κατέθεσε ότι πολλοί μάρτυρες φοβήθηκαν να μιλήσουν, επειδή είτε τους είχαν απειλήσει, είτε τους είχαν ξυλοκοπήσει. Αρκετοί ανασκεύασαν την πρώτη τους κατάθεση, υποστηρίζοντας ότι ήταν προϊόν πίεσης από την Αστυνομία. Το δικαστήριο αναγνώρισε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού λόγω τοξικομανίας στον Χρήστο Σακάτη και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 16 ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Η πρωτόδικη ποινή δεν άλλαξε για τον Βασίλη Ψικάκο και το Νίκο – Φραγκίσκο Βαγιόπουλο, που οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ο Βασίλης Ρουμπέτης καταδικάστηκε ερήμην σε κάθειρξη 12 ετών για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Δέκα μήνες μετά την καταδικαστική απόφαση συνελήφθη στη Νίκαια και πήρε και αυτός τον ίδιο δρόμο.




πηγή: astinomiko.gr