2002: Το ντέρμπι του Ευθυμιάδη


Άλλη μια μαύρη «σελίδα» στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου γράφτηκε το βράδυ της 24ης Μαρτίου 2002 στο γήπεδο «Απόστολος Νικολαϊδης». Μια σελίδα όπου τα όρια αθλητικού
και αστυνομικού ρεπορτάζ ήταν δυσδιάκριτα, καθώς ο αγωνιστικός χώρος και οι γύρω δρόμοι μετατράπηκαν σε πεδίο μάχης, με συμπλοκές, τραυματισμούς και υλικές ζημιές.
Ήταν «το ντέρμπι του Ευθυμιάδη», όπως το αποκαλούσαν για χρόνια οι φίλαθλοι, αφού τα βίντεο και οι φωτογραφίες με τον ματωμένο διαιτητή να τρέχει για να σωθεί από εξαγριωμένους οπαδούς, που είχαν εισβάλει στον αγωνιστικό χώρο, έκαναν το γύρο του κόσμου και κατάφεραν άλλη μια «μαχαιριά» στο πολύπαθο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Το κλίμα ήταν από νωρίς τεταμένο ενόψει του κρίσιμου ντέρμπι κορυφής των «αιωνίων». Ο Ολυμπιακός ήταν μπροστά στη βαθμολογία με διαφορά τριών βαθμών και εάν έφευγε με τη νίκη, εξασφάλιζε κατά πάσα πιθανότητα και τον τίτλο. Οι «πράσινοι» ήθελαν να κερδίσουν για να ισοβαθμήσουν στην κορυφή και να διεκδικήσουν επί ίσοις όροις το πρωτάθλημα.

Η «προθέρμανση» άρχισε όταν οι οπαδοί των ερυθρολεύκων έφτασαν συνοδεία διμοιριών των ΜΑΤ για να πάρουν τις θέσεις τους στις θύρες 6 και 7. Μια άλλη αστυνομική δύναμη είχε στήσει φραγμό με λεωφορεία που είχαν τοποθετηθεί καθέτως στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου οπαδοί των «πρασίνων» περίμεναν τον «εχθρό» με άγριες διαθέσεις. Τα πρώτα μπουκάλια και πέτρες εκσφενδονίστηκαν εκατέρωθεν και το «θερμόμετρο» ανεβαίνει, μιάμισι ώρα πριν από τη σέντρα.
Όταν οι φιλοξενούμενοι ανέβηκαν στο «πέταλο» που θα τους φιλοξενούσε, οπαδοί του Παναθηναϊκού μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο και προσπάθησαν να πάρουν ως λάφυρα κάποια από τα πανό που είχαν κρεμάσει στα κάγκελα. Ακολούθησε «βροχή» από σπασμένα καθίσματα στο τερέν από τους θερμόαιμους «ερυθρόλευκους». Με την παρέμβαση των ΜΑΤ οι «πράσινοι» οπισθοχώρησαν. Τα επεισόδια πήραν τέλος και το παιχνίδι ξεκίνησε με καθυστέρηση 18 λεπτών.

Ο Παναθηναϊκός προηγήθηκε με τον Ολιζαντέμπε στο 76ο λεπτό και όλα έδειχναν ότι θα έπαιρνε τη νίκη και θα έπιανε στην πρώτη θέση της βαθμολογίας τον Ολυμπιακό. Όμως στο 3ο λεπτό των καθυστερήσεων, σε ένα άτσαλο μαρκάρισμα του Κωνσταντίνου στον Βενετίδη, ο διαιτητής Μάκης Ευθυμιάδης υπέδειξε πέναλτι. Ο Τζόρτζεβιτς το μετέτρεψε σε γκολ και το γήπεδο «Απόστολος Νικολαίδης» έγινε ρινγκ!
Ο Δραμινός διαιτητής, «κόκκινο πανί» για τους γηπεδούχους, οι δύο επόπτες και ο τέταρτος διαιτητής Τσαγκαράκης παρέμειναν στο κέντρο του γηπέδου, ελπίζοντας ότι οι αστυνομικοί θα τους προστατέψουν από το μένος σχετικών και άσχετων που μπουκάρουν μέσα! Ωστόσο δέχθηκαν επίθεση με γροθιές και ύβρεις από οπαδούς, παράγοντες και στελέχη του τεχνικού επιτελείου του Παναθηναϊκού, ανάμεσα στους οποίους και ο πρόεδρος Άγγελος Φιλιππίδης.

Ο διαιτητής αποχώρησε αιμόφυρτος για τα αποδυτήρια. Στη φυσούνα κάποιοι επιτέθηκαν στον αναπληρωματικό τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Άγγελο Γεωργίου και τον φροντιστή Δημήτρη Καραπιπέρη. Ο Γεωργίου υπέστη διαμπερές τραύμα στο αριστερό μάγουλο και χρειάστηκε να υποβληθεί σε πλαστική εγχείρηση στην Κεντρική Κλινική Αθηνών!
Η «μάχη» των οπαδών μεταφέρθηκε στους δρόμους γύρω από το γήπεδο. Βόμβες μολότοφ, πετροπόλεμος και μάχες με τα ΜΑΤ επί δύο ώρες.
Το «τρίτο ημίχρονο» του ντέρμπι ανέλαβε η αθλητική Δικαιοσύνη, που τιμώρησε τον Φιλιππίδη με έκπτωση από τη θέση του. Ωστόσο οι δράστες της άγριας επίθεσης, παρά το γεγονός ότι τα πρόσωπά τους είχαν καταγραφεί από τις κάμερες, δεν τιμωρήθηκαν ποτέ.
Λίγα χρόνια αργότερα ο διαιτητής της αναμέτρησης θα πει με παράπονο: «Ο επίσημος Παναθηναϊκός δεν μου ζήτησε ποτέ συγγνώμη. Με έβρισαν αισχρά και με χτύπησαν. Ήμουν απροστάτευτος. Δυστυχώς καμιά φορά ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση για την ορθότητα της υπόδειξης του πέναλτι, που πρέπει να καταλογίζεται ασχέτως εάν είναι στο 5ο λεπτό ή στις καθυστερήσεις. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ο ξυλοδαρμός, δεν είχε καμία σχέση με τη διαιτησία μου. Δεν μπορεί η πίκρα να προκαλεί τόση ωμή βία. Δεν ένιωσα την ανάγκη να σταματήσω εξαιτίας εκείνου του αγώνα. Αλλά όσα έγιναν έβαλαν φρένο στην καριέρα μου. Σφύριξα για άλλα τέσσερα χρόνια , αλλά δεν είχα την εξέλιξη που πίστευα ότι άξιζα».
Νίκος Τσέφλιος