1992: Ο γοητευτικός ληστής τραπεζών!

Καλοντυμένος, γοητευτικός, ευγενικός, γενναιόδωρος, φιλοσοφημένος και μπον βιβέρ. Αυτός ήταν ο 29χρονος Παύλος Μπάτσιος, ο ληστής που εκτός από τα ταμεία έκλεβε και τις… καρδιές των
γυναικών στις τράπεζες που χτυπούσε! Δεν ήταν ο κλασικός ληστής με τα άγρια χαρακτηριστικά και το βλοσυρό βλέμμα. Καθόταν απέναντι από τους δημοσιογράφους στο γραφείο του διευθυντή Ασφαλείας και περιέγραφε τις ληστείες όπως ένας ζωγράφος μιλάει για τους πίνακές του!
Ανοιχτοχέρης, με ιδιαίτερη αδυναμία στο ωραίο φύλο, σκορπούσε τα χρήματα με την ίδια ευκολία που τα «κέρδιζε», στη μεγάλη ζωή και στα ακριβά δώρα, συντηρώντας το απαιτητικό του lifestyle. Μόνο ένα σετ κοσμημάτων που έκανε δώρο σε μια φίλη του, κόστιζε 450.000 δραχμές! Αγόρασε δύο αυτοκίνητα και ξόδεψε πολλά σε διασκέδαση και ναρκωτικά, αφού παραδέχτηκε ότι περιστασιακά έκανε χρήση ηρωίνης.
Από τα 48.200.000 δραχμές που είχε αρπάξει μέσα σε 14 μήνες, από τις 2 Μαρτίου 1992 όταν ξεκίνησε τη «δράση» του έως τις 11 Μαΐου 1993 που συνελήφθη, δεν του έμεινε τίποτα. «Η κοινωνία μας είναι ακριβή και τα λεφτά γίνονται αέρας», είπε στους δημοσιογράφους, που τον ρώτησαν πού ξόδεψε τα χρήματα από τις ληστείες. Και συμπλήρωσε: «Αν θέλετε προσωπικό σύμβουλο για να χαλάσετε τα χρήματά σας, ευχαρίστως να σας πω, έχω απίθανες ιδέες»!Ποτέ δεν είχε καλύψει το πρόσωπό του με κουκούλα. Πίστευε ότι κανένας δεν έχει την ψυχραιμία, όταν τον σημαδεύει ένα όπλο, να συγκρατήσει χαρακτηριστικά και να τα αποδώσει με αξιοπιστία. Άλλωστε, όπως είπε, «κοντεύει η μισή Ελλάδα να ληστεύει τράπεζες»! «Νέος, με ωραίο βλέμμα», όπως τον περιέγραψαν οι αυτόπτες μάρτυρες, θύματα των ένοπλων εισβολών του, δεν ξεχώριζε μόνο για την εμφάνισή του, αλλά και για τους καλούς του τρόπους, σπάζοντας όλα τα στερεότυπα. Μόλις άρπαζε τα χρήματα, ευχαριστούσε ταμίες και πελάτες. Όταν τον ρώτησαν γιατί το έκανε, ήταν αφοπλιστικός: «Εσείς δεν θα λέγατε ευχαριστώ εάν μέσα σε τρία λεπτά παίρνατε 18 εκατομμύρια δραχμές;»!
Ο Παύλος Μπάτσιος, το μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας από τα Γιαννιτσά Πέλλας, δήλωνε πλασιέ δερματίνων ειδών και ταξίδευε ανάμεσα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα Χανιά. Όμως για την παράλληλη «δουλειά» που επέλεξε, η εντυπωσιακή του εμφάνιση ήταν μεγάλο μειονέκτημα. Μια τραγική ειρωνεία, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος, τον έριξε στα χέρια της Αστυνομίας. Έπεσε και αυτός θύμα κάποιου «συναδέλφου» του, ο οποίος του έκλεψε το αυτοκίνητο, ένα “Lancia Integrale” που μόλις είχε αγοράσει από τα «μεροκάματα» στις τράπεζες!
Ήταν ήδη σεσημασμένος για ναρκωτικά και κλοπή και οι υπάλληλοι μιας τράπεζας, που κλήθηκαν να αναγνωρίσουν το ληστή μέσα από φωτογραφίες, δεν δυσκολεύτηκαν να τον εντοπίσουν ανάμεσα σε δεκάδες υπόπτους. Έτσι, όταν πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Νέου Ηρακλείου για να καταγγείλει την κλοπή του αυτοκινήτου του, οι αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες.
Η δράση του ξεκίνησε από τα Χανιά, όπου στις 2 Μαρτίου 1992 χτύπησε τα ΕΛΤΑ της πόλης και άρπαξε 1.113.000 δραχμές. Η «λεία» του ήταν μικρή, αλλά διαπίστωσε ότι την είχε εξασφαλίσει χωρίς ιδιαίτερο κόπο κι έτσι αποφάσισε να «επιστρέψει» λίγους μήνες αργότερα, στις 29 Οκτωβρίου, αρπάζοντας 6.675.000 δραχμές. Την παραμονή των Χριστουγέννων έφυγε με σχεδόν 15 εκατομμύρια δραχμές από την Εθνική τράπεζα της Νέας Φιλαδέλφειας, ενώ το μεγαλύτερο ποσό, 18 εκατομμύρια δραχμές, άρπαξε από την Εθνική τράπεζα Βούλας, στις 19 Φεβρουαρίου 1993. Στις 18 Απριλίου 1993 έκανε την τελευταία του ληστεία, στην Εθνική τράπεζα Παλαιού Φαλήρου, απ’ όπου έφυγε με 7.514.000 δραχμές.
«Είναι δύσκολο να βγεις από τέτοια λούκια», είπε ο ίδιος με περισσή ειλικρίνεια, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα συνέχιζε τις επιδρομές στις τράπεζες, εάν δεν τον είχαν συλλάβει. Στο σπίτι του στο Νέο Ηράκλειο οι αστυνομικοί βρήκαν ένα αυτόματο όπλο και ένα πιστόλι που είχε αγοράσει από τα Χανιά, ένα δίκαννο και μικροποσότητα χασίς, ενώ σε ένα άλλο σπίτι που νοίκιαζε στο Σόδι Χανίων βρέθηκαν η κοντόκαννη καραμπίνα, ένα αεροβόλο περίστροφο και σφαίρες.
Τα όπλα του στις ληστείες ήταν πάντα γεμάτα και σε ερώτηση εάν ήταν αποφασισμένος να τα χρησιμοποιήσει σε ενδεχόμενη συμπλοκή με αστυνομικούς, απάντησε: «Θα μπορούσα κάλλιστα να πυροβολήσω τον εαυτό μου, δεν ξέρω αν τύχαινε, δεν θα ήθελα να τύχει ποτέ. Το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω». Ο «ληστής με την καμπαρτίνα» είχε άποψη για τα μέτρα ασφαλείας στις τράπεζες: «Η τραπεζική προστασία στην Ελλάδα είναι μηδέν και όλοι το έχουν αντιληφθεί. Αν με προσλάβει κάποια τράπεζα, θα δώσω τις συμβουλές μου». Ο Παύλος Μπάτσιος δεν έψαξε για δικαιολογίες, όταν βρέθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης,. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε κάθειρξη 12 ετών.
Νίκος Τσέφλιος