1989: Έγκλημα στην Πλάκα


Οι συγγενείς της πλούσιας Πλακιώτισσας Μοσχούλας Βάθη απόρησαν εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, που δεν την είδαν στο μνημόσυνο της αγαπημένης της οικιακής βοηθού, που είχε φύγει
από τη ζωή 40 ημέρες πριν. Με την ολοκλήρωση του μυστηρίου, η κόρη της, Ελπίδα, έφυγε ανήσυχη για το σπίτι της, στην οδό Απόλλωνος, μαζί με τον γιο της.
Τους ακολούθησαν ο αδελφός της μητέρας της με την σύζυγό του. Λίγο αργότερα ανέβηκαν στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, το μοναδικό διαμέρισμα της πολυκατοικίας, στην οποία στεγάζονταν κυρίως γραφεία και εμπορικές επιχειρήσεις. «Πάγωσαν» μόλις έφτασαν έξω από την πόρτα της.
Η 73χρονη γυναίκα ήταν πεσμένη στο διάδρομο, μέσα σε λίμνη αίματος με εμφανή τραύματα στο κεφάλι. Κατέβηκαν αναστατωμένοι στο δρόμο και ειδοποίησαν την Αστυνομία.
Οι άνδρες της Αμέσου Δράσεως που έφτασαν πρώτοι απέκλεισαν το χώρο και μέσα σε λίγα λεπτά έσπευσαν στην Πλάκα οι έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας. Η τσάντα της άτυχης γυναίκας βρισκόταν δίπλα στο άψυχο σώμα της, όπως και τα κλειδιά του διαμερίσματος, που ήταν κλειδωμένο. Όπως όλα έδειχναν, ο δολοφόνος της επιτέθηκε την ώρα που πήγαινε να μπει στο σπίτι της και την χτύπησε μέχρι θανάτου.

«Ήταν πολύ ταλαιπωρημένη γυναίκα, δεν μπορώ να φανταστώ ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία της», είπε μόνο η 41χρονη Ελπίδα Βάθη στους δημοσιογράφους, που την πλησίασαν για δυο λόγια. Την επόμενη ημέρα, στο νεκροταφείο, δήλωνε σίγουρη για τα κίνητρα του δράστη: «Την σκότωσαν για να την ληστέψουν…». Αφού αποχαιρέτησε τη μητέρα της κλήθηκε για κατάθεση, καθώς οι έρευνες των αστυνομικών άρχισαν από την οικογένεια και το περιβάλλον της άτυχης γυναίκας. Και όχι τυχαία ή επειδή έτσι συνηθίζεται…
Το κίνητρο δεν ήταν η ληστεία, καθώς η τσάντα του θύματος είχε βρεθεί δίπλα της. Επιπλέον, εάν ο δολοφόνος ήθελε να την ληστέψει, είχε όλο το χρόνο να το κάνει, καθώς όλα τα γραφεία ήταν κλειστά το προηγούμενο απόγευμα Σαββάτου 25ης Μαρτίου 1989, που προσδιορίστηκε από τον ιατροδικαστή ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος και κανείς δεν θα τον αντιλαμβανόταν. Θα έμπαινε στο διαμέρισμα με το κλειδί της και θα το «σήκωνε» με όλη του την άνεση. Άρα κάτι άλλο κρυβόταν από πίσω…
Μέσα από τις καταθέσεις οι αστυνομικοί έμαθαν ότι μάνα και κόρη δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Η Μοσχούλα Βάθη, μια αριστοκρατική Πλακιώτισσα με μεγάλη περιουσία, που ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο στα πάντα, δεν είχε συγχωρήσει την Ελπίδα ότι μόλις τελείωσε το Λύκειο δεν συνέχισε τις σπουδές της και παντρεύτηκε κάποιον που δεν ενέκρινε. Ο σύζυγος της 73χρονης γυναίκας, που ήταν αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, πέθανε το 1969, ένα χρόνο πριν έρθει στη ζωή ο εγγονός τους, ο Αλέξης. Οι σχέσεις μάνας και κόρης έδειχναν να αποκαθίστανται, όταν η Ελπίδα χώρισε. Όμως, τα επόμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από την δικαστική τους κόντρα για το ιδιόκτητο αρχοντικό της Πλάκας…

Η Ελπίδα Βάθη νοίκιασε ένα διαμέρισμα, στην οδό Αιγίνης 4 στην Κυψέλη και ζούσε με τον γιο της, από τα χρήματα που έπαιρνε από το ακίνητο της οδού Απόλλωνος –το οποίο τελικώς κέρδισε δικαστικά- και την σύνταξη του πατέρα της, που μοιραζόταν με τη μάνα της. Το καλοκαίρι του 1988 γνώρισε στη Σαντορίνη τον ανθυποσμηναγό της Αεροπορίας Γιάννη Μικέλη και γρήγορα έκανε σχέση μαζί του, αν και ήταν δέκα χρόνια μικρότερος. Έδειχνε ερωτευμένη, αλλά στο μυαλό της στριφογυρνούσε ακόμη η σκέψη ότι η μητέρα της σκόπευε να γράψει την τεράστια περιουσία της σε ιδρύματα και όχι στο μοναχοπαίδι της…
Είχαν περάσει πέντε ημέρες από το έγκλημα, όταν η Ελπίδα Βάθη και ο Γιάννης Μικέλης κλήθηκαν για κατάθεση στην Ασφάλεια. Το ίδιο και ο 19χρονος γιος της Αλέξης, που αποδείχθηκε ο «αδύναμος κρίκος». Η μητέρα του τού είχε αποκαλύψει τα πάντα, ήδη από τον καιρό που είχε αποφασίσει να βγάλει από τη μέση τη μητέρα της. Και το έκανε μέσω του ανθρώπου που σχεδίαζε να συνεχίσει τη ζωή της. Ο 31χονος ανθυποσμηναγός δέχθηκε, σαν πειθήνιο όργανο, να αναλάβει τη δολοφονία. Θα γινόταν απόγευμα Σαββάτου 25η Μαρτίου, όταν όλα τα γραφεία της πολυκατοικίας θα ήταν κλειστά.
Νωρίτερα η Ελπίδα είχε τηλεφωνήσει στη μάνα της και της είπε ότι θα περάσει με τον Αλέξη να την πάρουν για να φάνε στην πλατεία της Πλάκας. Οι τρεις τους πέρασαν καλά, αλλά ήδη ο ανθυποσμηναγός είχε «τρυπώσει» στην πολυκατοικία της οδού Απόλλωνος, «οπλισμένος» με έναν πλάστη που είχε πάρει από το σπίτι της Ελπίδας. Μόλις κόρη και εγγονός την αποχαιρέτησαν στην είσοδο, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο. Λίγο πριν μπει στο διαμέρισμα κρατώντας τα κλειδιά, της επιτέθηκε και της κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα με τον πλάστη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν κατάφερε να προβάλει αντίσταση και σε λίγα λεπτά ήταν νεκρή…
«Θέλαμε να την φοβίσουμε, όχι να την σκοτώσουμε», είπε στους αστυνομικούς ο ανθυποσμηναγός. Έως εκείνη τη στιγμή αρνιόταν κάθε εμπλοκή στη δολοφονία, αλλά όταν του είπαν ότι ο μικρός είχε αποκαλύψει τα πάντα, αναγκάστηκε να ομολογήσει. «Ασχέτως αν οδηγήθηκα στη μοιραία στιγμή, δεν είμαι εγκληματίας, θα τα πω όλα στον ανακριτή», είπε στους δημοσιογράφους, λίγες ώρες πριν οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Και οι τρεις κρίθηκαν προφυλακιστέοι. Η δίκη τους έγινε τον Σεπτέμβριο του 1990 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Αν και είχαν ομολογήσει, στο ακροατήριο άλλαξαν υπερασπιστική γραμμή, αρνούμενοι τα πάντα, αλλά δικαστές και ένορκοι είχαν άλλη γνώμη. Ισόβια στο ζευγάρι και κάθειρξη 20 ετών για τον Αλέξη, στον οποίο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, ήταν η ετυμηγορία.
Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τον Ιανουάριο του 1995, η ποινή του «δεύτερου θύματος αυτής της υπόθεσης», όπως τόνισε ο εισαγγελέας της έδρας, έπεσε στο μισό: κάθειρξη 10 ετών, ενώ για τη μητέρα του και τον ανθυποσμηναγό επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Ο Γιάννης Μικέλης ομολόγησε ότι ήθελε να κάνει το χατίρι της αγαπημένης του, ελπίζοντας ίσως πως εκείνη θα τον στήριζε. Όμως η Ελπίδα δεν το έκανε, το μόνο που τη ένοιαζε ήταν να σώσει το γιο της…
Νίκος Τσέφλιος