1983: “Τα θάψαμε γιατί ήταν αρρωστιάρικα”!

Η ψυχικά διαταραγμένη μάνα, που μπαινόβγαινε κάθε τόσο στα ψυχιατρεία, ήταν ένα άβουλο ον, αδύναμη να ακολουθήσει ακόμη και το μητρικό της ένστικτο. Ποιος, άραγε, θα την πίστευε αν
έλεγε ότι ο άνδρας της είχε θάψει ζωντανά δύο από τα τέσσερα παιδιά τους, στο κατώι του σπιτιού τους, «επειδή ήταν άρρωστα»; Όταν τόλμησε να μιλήσει στη μάνα της, εκείνη έκανε πως δεν άκουσε. «Θα γίνω ρεζίλι στην Αστυνομία, αν καταγγείλω τέτοια πράγματα», σκέφτηκε.
Όταν, όμως, ο άνδρας της έμαθε ότι άνοιξε το στόμα της, την άφησε αναίσθητη από το ξύλο και εκείνη δεν άντεξε άλλο. Τα είπε όλα με λεπτομέρειες στη μάνα της κι εκείνη πήγε στην Αστυνομία. Μόλις είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για να αποκαλυφθεί ένα από τα πιο ανατριχιαστικά εγκλήματα στα χρονικά…
Ο 58χρονος αγρότης Βασίλης Τάκος ζούσε με την κατά 16 χρόνια μικρότερη γυναίκα του, Χρυσούλα, στο χωριό Ξηροκάμπι, λίγο έξω από τη Σπάρτη. Είχε ήδη κάνει 12 χρόνια φυλακή για ναρκωτικά, ενώ εκείνη αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Το 1979 κανείς δεν απόρησε που δεν έβλεπε το δεύτερο παιδί τους, ένα κοριτσάκι που μόλις είχαν φέρει στον κόσμο. Άλλωστε με το χωριό δεν τα πήγαιναν καλά. Όλοι τους απέφευγαν γιατί ήξεραν τον Τάκο για κακοποιό. Το όνομά του το είχαν ξεχάσει. Ο «ληστής» έλεγαν, όταν ήθελαν να τον κουτσομπολέψουν.

Το καλοκαίρι του 1981 η Χρυσούλα γέννησε το τρίτο τους παιδί, ένα αγοράκι. Όμως, ούτε αυτό το είδαν ποτέ στο χωριό. Στις ερωτήσεις των συγγενών και της γειτονιάς πού ήταν τα παιδιά, δεν έδιναν σαφείς απαντήσεις. Τη μία έλεγαν ότι το κοριτσάκι πέθανε από μηνιγγίτιδα στο νοσοκομείο παίδων της Βούλας, την άλλη ότι τα έδωσαν και τα δύο σε ένα πλούσιο ζευγάρι άτεκνων από την Αθήνα ή σε κάποιους Τσιγγάνους. Μέχρι και στο βρεφοκομείο της Σπάρτης είπαν ότι τα έκλεισαν, επειδή «ήταν αρρωστιάρικα».
Όταν τον Ιανουάριο του 1983 η Χρυσούλα γέννησε το τέταρτο παιδί της, αποκάλυψε στη μητέρα της όλα όσα είχαν συμβεί. «Αυτός τα σκότωσε», είπε. «Τα έθαψε ζωντανά στο κατώι». Εκείνη δεν την πίστεψε. Απέδωσε τα λόγια της στο σαλεμένο μυαλό της κόρης της και φοβήθηκε να πάει στην Αστυνομία, «γιατί θα την περνούσαν για τρελή». Όμως, όταν λίγες ημέρες αργότερα ο γαμπρός της έσπασε την κόρη της στο ξύλο επειδή άνοιξε το στόμα της, άρχισε να το ξανασκέφτεται. Πήγε στην Αστυνομία στη Σπάρτη και κατήγγειλε την εξαφάνιση των δύο εγγονιών της.

Οι αστυνομικοί κάλεσαν το Βασίλη Τάκο για κατάθεση. Εκείνος επαναλάμβανε τα σενάρια περί μηνιγγίτιδας και Τσιγγάνων, ρίχνοντας τα βάρη στη σύζυγο και την πεθερά του. Μετά από αρκετές ώρες ανάκρισης «έσπασε» και άρχισε να περιγράφει με κυνικότητα τα εγκλήματά του. Το κοριτσάκι, που ήταν πέντε μηνών, το έθαψαν, μαζί με τη γυναίκα του, όπως είπε, στο κατώι του σπιτιού, γιατί, «εκτός από μηνιγγίτιδα, έπασχε από στραβισμό και είχε σπάσει το πόδι του»! Όσο για το αγοράκι, ήταν 18 μηνών όταν προδιέγραψαν και γι’ αυτό το ίδιο τέλος: «Το θάψαμε δίπλα στο άλλο, για να έχει παρέα»!
Ήταν 3 Μαρτίου 1983, όταν ο Βασίλης Τάκος οδηγήθηκε στο σπίτι για την αναπαράσταση και το πρωτοφανές έγκλημα αποκαλύφθηκε. Το πτώμα του μικρού αγοριού βρέθηκε γυμνό σε βάθος 70-80 εκατοστών. Είχε πεθάνει από αναρρόφηση και είχε κατάγματα σε όλο του το κορμάκι. Για τον εντοπισμό του κοριτσιού χρειάστηκε να φτάσει εκσκαφέας την επόμενη ημέρα. Είχαν μείνει μόνο τα οστά…

«Τα λυπήθηκα επειδή ήταν άρρωστα. Τα λύτρωσα από τη μίζερη ζωή τους», είπε με απάθεια ο παιδοκτόνος. Όπως αποκάλυψε με την παιδική του αφέλεια ο μεγάλος γιος του, που ήταν πέντε χρόνων, μια μέρα τον κυνηγούσε ο πατέρας του με το κλαδευτήρι, επειδή είχε νευριάσει μαζί του, αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κυπαρισσίας καταδίκασε τον 58χρονο αγρότη δις εις θάνατο, ενώ η σύζυγός του, που ήταν κατηγορούμενη για συνέργεια στις δύο ανθρωποκτονίες, αθωώθηκε. «Έξι χρόνια ο σύζυγός μου με έδερνε, επειδή πίστευε ότι το δεύτερο παιδί μας δεν ήταν δικό του. Γι’ αυτό δεν πήγα στην Αστυνομία από την πρώτη στιγμή. Εκείνη την ημέρα τον είδα να ανοίγει το λάκκο. Ήξερα τι πήγαινε να κάνει και έφυγα για να μην βλέπω», είπε στην απολογία της. Μετά το τέλος της δίκης επέστρεψε στο ψυχιατρείο της Τρίπολης όπου είχε κλειστεί όταν αποκαλύφθηκε το έγκλημα. Η ποινή του συζύγου της επικυρώθηκε και από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο του Ναυπλίου, που τον δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Νίκος Τσέφλιος