Εξελικτικές παρανοήσεις

Αντίθετα με τις ρατσιστικές και φυλετικές προκαταλήψεις των κοινωνικών δαρβινιστών περί της βιολογικής ανωτερότητας της λευκής φυλής, ο Δαρβίνος απέρριπτε ρητά κάθε ρατσιστική ιδεολογία
της εποχής του, αμφισβητούσε ακόμα και τη δυνατότητα ύπαρξης «φυλετικών διακρίσεων» μεταξύ των ανθρώπων. Επομένως, όπως θα δούμε, ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής σκέψης ήταν ο μεγαλύτερος και αποτελεσματικότερος εχθρός του... «κοινωνικού δαρβινισμού».
Πώς επηρέασαν κατά το παρελθόν και εξακολουθούν να επηρεάζουν οι κοινωνικές ιδεολογίες την εξελικτική επιστήμη; Σε ποιο βαθμό οι κοινωνικοπολιτικές ιδεολογίες και οι προκαταλήψεις βικτοριανής εποχής διαμόρφωσαν τις επιστημονικές θεωρίες του Δαρβίνου; Και πώς η τρέχουσα νεοφιλελεύθερη ιδεολογία επιλέγει τις επιστημονικές προτεραιότητες και τις κατευθύνσεις της σύγχρονης εξελικτικής έρευνας; Σήμερα θα εξετάσουμε, για παράδειγμα, τι σχέση έχει ο κοινωνικός δαρβινισμός της βικτοριανής εποχής με τις ιδέες του Δαρβίνου.
Επίσης, θα δούμε το γιατί, κατά τον τελευταίο αιώνα, όλο και περισσότεροι επιστήμονες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι καμία ουσιαστική πρόοδος στην κατανόηση των σύνθετων νοητικών-κοινωνικών συμπεριφορών των ανθρώπων δεν θα επιτευχθεί όσο θα επιμένουμε να υποτιμάμε ή, σκοπίμως, να παραβλέπουμε τις βιολογικές προϋποθέσεις τους. Ετσι, κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα η Ηθολογία και κατόπιν η Κοινωνιοβιολογία θα επιχειρήσουν να διευρύνουν και να εμπλουτίσουν το δαρβινικό εξελικτικό μοντέλο.



Oι μεγάλες νοητικές επαναστάσεις στην επιστήμη -αλλά και στην τέχνη και την πολιτική- δεν πραγματοποιούνται σχεδόν ποτέ σε ιστορικό και κοινωνικό κενό. Αντίθετα, οι πρωταγωνιστές τους επηρεάζονται σημαντικά από τους πνευματικούς αυτοματισμούς, τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τις ιδεολογίες της εποχής τους, τις οποίες αναπαράγουν και, ώς έναν βαθμό, ενσωματώνουν στο επαναστατικό έργο τους.

Αυτό το πολλαπλά επιβεβαιωμένο από τους ιστορικούς γεγονός δεν ισοδυναμεί καθόλου με την τρέχουσα σχετικιστική απαξίωση ενός επιστημονικού επιτεύγματος, ούτε και δικαιολογεί βέβαια τη μικρόνουν και τελικά χυδαία ταύτιση των μεγάλων πνευματικών ή επιστημονικών εξελίξεων με την κυρίαρχη ιδεολογία.
Το να ισχυριστεί κανείς ότι η αποδοχή της εξέλιξης μέσω της «φυσικής επιλογής», που προκύπτει από τον βιολογικό «ανταγωνισμό» μεταξύ διαφορετικών οργανισμών, πληθυσμών και ειδών, ισοδυναμεί με νομιμοποίηση του κοινωνικού ανταγωνισμού ή με δικαιολόγηση των φυλετικών διακρίσεων και των εθνικών συγκρούσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι ένα κοινωνικό ιδεολόγημα που σχετίζεται με τις αντιδραστικές ρατσιστικές προκαταλήψεις των κοινωνικών δαρβινιστών και όχι με τις πρωτοποριακές -επιστημονικές και αντιρατσιστικές- ιδέες του Δαρβίνου.

Ο «νεοφιλελεύθερος» κοινωνικός δαρβινισμός

Αραγε, πώς μπορούν να εξηγηθούν επιστημονικά οι συνήθεις ρατσιστικές συμπεριφορές και οι κατάφωρα αντιανθρωπιστικές στρατηγικές των δυτικών κοινωνιών, κατά τη νεωτερική εποχή; Σύμφωνα με την κυρίαρχη επιστημονική ιδεολογία της ύστερης βικτοριανής εποχής, η φυλετική ανωτερότητα των λευκών αποικιοκρατών δεν θα έπρεπε να εξηγείται, όπως κατά την προνεωτερική εποχή, βάσει του θεϊκού σχεδιασμού, αλλά βάσει της πιο ορθολογικής φυσικής νομοτέλειας.
Την απάντηση σε αυτό το ιστορικοπολιτικό αίτημα θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο πολύ διαδεδομένο ιδεολόγημα του κοινωνικού δαρβινισμού ο οποίος, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, έχει επηρεάσει σημαντικά τόσο τις κοινωνικές πρακτικές όσο και τις επιστημονικοφανείς ιδέες σχετικά με τη φύση της κοινωνικής συμπεριφοράς των ανθρώπων που στηρίζουν αυτές τις εξουσιαστικές πρακτικές.
Ετσι, οι κάθε άλλο παρά καινοφανείς ιδέες των αυτοαποκαλούμενων «κοινωνικών δαρβινιστών» οδήγησαν στην άκριτη και μαζική υιοθέτηση μιας σειράς από ολέθριες κοινωνικές πρακτικές, όπως π.χ. η ρατσιστική και η φυλετική βία, η ευγονική, η φρενολογία.
Για να επιβληθεί ως το κυρίαρχο ευρωπαϊκό ρεύμα σκέψης κατά τον ύστερο 19ο αιώνα, ο κοινωνικός δαρβινισμός έπρεπε να νομιμοποιηθεί επιστημονικά, κάτι που το πέτυχε ισχυριζόμενος (εντελώς αυθαίρετα) ότι βασίζεται στην επαναστατική ιδέα της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής, που ο Κάρολος Δαρβίνος διατύπωσε πρώτη φορά το 1859 στο βιβλίο του «Η καταγωγή των ειδών».
Ομως, αυτό δεν είναι ιστορικά ακριβές, αφού ο Αγγλος φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ είχε παρουσιάσει στα βιβλία του -ήδη από το 1852 και το 1857- τις βασικές έννοιες αυτού που, αργότερα και καταχρηστικά, θα ονομαστεί... «κοινωνικός δαρβινισμός». Στην πραγματικότητα, τη θεμελιώδη ιδέα του κοινωνικού δαρβινισμού περί του «αγώνα για την επιβίωση του καταλληλότερου» την είχε διατυπώσει πρώτος ο Χέρμπερτ Σπένσερ (H. Spencer 1820-1903), πολύ πριν ο Δαρβίνος κοινοποιήσει τη θεωρία του.
Μόνον ύστερα από πολλά χρόνια, ο Σπένσερ θα πείσει τον Δαρβίνο να αντικαταστήσει, στην τρίτη έκδοση της «Καταγωγής των ειδών», τον ακριβή όρο «φυσική επιλογή» με τον εντελώς ανακριβή όρο «επιβίωση του καταλληλότερου». Γεγονός που δημιούργησε μεγάλη σύγχυση όχι μόνο στη βιολογική αλλά και στην κοινωνική εξελικτική σκέψη, αφού πρόκειται εμφανώς για ταυτολογία: Στο ερώτημα ποιος οργανισμός είναι ο καταλληλότερος, η απάντηση είναι αυτός που επιβιώνει. Και ποιος τελικά θα επιβιώσει; Ο καταλληλότερος. «Οι ιδέες του Σπένσερ δεν είχαν καμία θετική συνεισφορά στη σκέψη του Δαρβίνου. Αντιθέτως, έγιναν αργότερα πηγή μεγάλης σύγχυσης», υποστηρίζει ο σπουδαίος εξελικτικός βιολόγος Ερνστ Μάιρ (Ernest Mayr).
Ο Σπένσερ και όλοι οι μετέπειτα κοινωνικοί δαρβινιστές αναζητούσαν, πάση θυσία, κάποιον επιστημονικά αποδεκτό τρόπο για να δικαιολογήσουν την ιδεολογική και κρυπτοθεολογική προκατάληψή τους υπέρ της προόδου: κάθε εξελικτική ή ιστορική διαδικασία οφείλει νομοτελειακά να οδηγεί στην επικράτηση των πιο «ικανών» και, ταυτόχρονα, στην εξάλειψη των «ανίκανων» ατόμων και συνεπώς στην τελειοποίηση του ανθρώπινου είδους συνολικά.
Το δυστύχημα, όμως, με το κοινωνικό μύθευμα της «προόδου» είναι ότι η βιολογική εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής δεν μας επιτρέπει ποτέ να αποφασίζουμε εκ των προτέρων ποια άτομα σε έναν πληθυσμό είναι τα καταλληλότερα για να επιβιώσουν, να αναπαραχθούν και να εξελιχθούν. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε μόνο εκ των υστέρων, αφού δηλαδή έχει δράσει η φυσική επιλογή και μάλιστα όχι αμέσως, αλλά έπειτα από πολλές γενεές καλά προσαρμοσμένων οργανισμών!
Αντίθετα με τις ρατσιστικές προκαταλήψεις των κοινωνικών δαρβινιστών περί της βιολογικής ανωτερότητας της λευκής φυλής, μιας δήθεν κληρονομικής-γενετικής ανωτερότητας που νομιμοποιούσε την αποικιοκρατία και την εκμετάλλευση όλων των άλλων «εκ φύσεως σκλάβων», ο Δαρβίνος όχι μόνο απέρριπτε τη ρατσιστική ιδεολογία της εποχής του, αλλά αμφισβητούσε ακόμα και τη δυνατότητα ύπαρξης «φυλετικών διακρίσεων» μεταξύ των ανθρώπων.
Αμφέβαλλε ακόμη και για την πραγματικότητα της έννοιας του ζωικού «είδους», η οποία, κατά τη γνώμη του, δεν είχε και πολύ νόημα, αφού η φυσική επιλογή και οι εξελικτικές πιέσεις δρουν αδιάλειπτα σε κάθε ζωντανό οργανισμό. Συνεπώς, ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής σκέψης ήταν ο μεγαλύτερος και αποτελεσματικότερος εχθρός του... «κοινωνικού δαρβινισμού».
Χάρη στην εξέλιξή τους, τα περισσότερα κοινωνικά ζώα, και κυρίως τα θηλαστικά, προικίστηκαν με τις αναγκαίες βιολογικές υποδομές (π.χ. νευρικά συστήματα και εγκεφάλους) ώστε να εξυπηρετούν τις βιολογικές-κοινωνικές τους ανάγκες. Γεγονός που το είχε αναγνωρίσει και διερευνήσει επιστημονικά ο Δαρβίνος ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα στο δεύτερο περίφημο βιβλίο του «Η καταγωγή του ανθρώπου», που εκδόθηκε το 1871.
Σύμφωνα με τον Δαρβίνο, ό,τι χαρακτηρίζει και διαφοροποιεί την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους είναι η εμφάνιση της ηθικής και του πολιτισμού, που προήλθαν από τη διεύρυνση προγενέστερων εξελικτικά κοινωνικών συμπεριφορών (ενστίκτων), μέσω της εξελικτικής ενίσχυσης των συναισθηματικών και των έλλογων εγκεφαλικών ικανοτήτων του ανθρώπινου γένους.
Σε αυτό το αδίκως παραγνωρισμένο βιβλίο του, ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής σκέψης περιέγραψε με σχετική ακρίβεια την εντυπωσιακή ικανότητα πολλών θηλαστικών να αντιλαμβάνονται τις συγκινήσεις και τα συναισθήματα των άλλων ζώων. Ο Δαρβίνος μάλιστα αποκάλεσε αυτή την ικανότητα «αίσθημα συμπάθειας» (sympathy), ό,τι δηλαδή σήμερα οι νευροεπιστήμονες και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι περιγράφουν ως «ενσυναίσθηση» (empathy)!

Ο δυσεπίλυτος γρίφος της Κοινωνιοβιολογίας


Χρειάστηκε ωστόσο πάνω από ένας αιώνας μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι βιολογικές επιστήμες όλες τις πτυχές αυτού του φαινομένου και να αρχίσουν να διερευνούν όχι μόνο τις «εξωτερικές» περιβαλλοντικές-ιστορικές αναγκαιότητες αλλά και τις «εσωτερικές» βιολογικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση των ιδιαίτερων εγκεφαλικών-νοητικών ικανοτήτων μας.
Τους δύο τελευταίους αιώνες όλο και περισσότεροι επιστήμονες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι καμία ουσιαστική πρόοδος στην κατανόηση των σύνθετων νοητικών-κοινωνικών συμπεριφορών μας δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί όσο θα επιμένουμε να υποτιμάμε ή, σκοπίμως, να παραβλέπουμε τις βιολογικές προϋποθέσεις τους. Πράγματι, κατά τον εικοστό αιώνα η Ηθολογία και κατόπιν η Κοινωνιοβιολογία θα διευρύνουν και θα εμπλουτίσουν το εξελικτικό μοντέλο κατανόησης της ζωικής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είχε πρώτος προτείνει ο Δαρβίνος.
Ο όρος «Κοινωνιοβιολογία» εισάγεται από τον επιφανή Αμερικανό εντομολόγο Εντουαρντ Ο. Γουίλσον (E. O. Wilson, βλ. φωτ.), καθηγητή Ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, για να περιγράψει ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα που στοχεύει στην εξήγηση με βιολογικούς-εξελικτικούς όρους κάθε κοινωνικής συμπεριφοράς, από τα απλούστερα ζώα μέχρι τον άνθρωπο.
Και ως τυπική ημερομηνία γένεσης αυτού του νέου επιστημονικού κλάδου θεωρείται το 1975, η χρονιά που εκδόθηκε το πολυσυζητημένο βιβλίο του Γουίλσον «Κοινωνιοβιολογία. Η νέα σύνθεση» (κυκλοφορεί από τις εκδ. «Σύναλμα»).
Η «νέα σύνθεση» στον τίτλο του βιβλίου παραπέμπει ρητά στην πολύ επιτυχημένη ενοποίηση της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης με την επιστήμη της γενετικής τις δεκαετίες 1930 και 1940, που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. Ο Γουίλσον λοιπόν με το έργο του προαναγγέλλει το επόμενο μεγάλο βήμα για την εξελικτική θεωρία: την επέκταση και διεύρυνση των νεοδαρβινικών εξηγήσεων στην ανθρώπινη κοινωνική-πολιτισμική συμπεριφορά, και συνεπώς την πολυπόθητη γνωστική ενοποίηση της Βιολογίας με την Ανθρωπολογία και την Κοινωνιολογία!
Πώς όμως επιχείρησαν να υλοποιήσουν αυτό το υπερβολικά φιλόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα οι κοινωνιοβιολόγοι; Η αρχική απάντηση του Γουίλσον ήταν: Εξηγώντας με βιολογικούς, δηλαδή εξελικτικούς και γενετικούς, όρους κάθε ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά.
Πράγματι, οι κοινωνιοβιολόγοι, βασιζόμενοι στις κατακτήσεις της γενετικής των πληθυσμών και κυρίως στις καλά εδραιωμένες γενετικές προσεγγίσεις της νέας εξελικτικής σύνθεσης (νεοδαρβινισμός), εκτίμησαν ότι διέθεταν επαρκή θεωρητικά και ερευνητικά εργαλεία για να υλοποιήσουν το αποφασιστικό άλμα που μόνο να ονειρευτεί μπορούσε ο Δαρβίνος στο δεύτερο βιβλίο του: να εξηγήσουν δηλαδή με αποκλειστικά βιολογικούς όρους την πολύπλοκη κοινωνική συμπεριφορά όλων των έμβιων οργανισμών, από τα μυρμήγκια, τους γεωσκώληκες και τις μέλισσες μέχρι τους... ανθρώπους.
Για παράδειγμα, οι πρωτοποριακές έρευνες των W.D. Hamilton, Ε.Ο. Wilson, R. Trivers, R. Alexander πρόσφεραν μια αρκετά ικανοποιητική εξελικτική εξήγηση της ακατανόητης μέχρι τότε αλτρουιστικής συμπεριφοράς αλλά και των περίπλοκων οικογενειακών σχέσεων γονέων-τέκνων στα διάφορα είδη κοινωνικών ζώων.
Οταν όμως, οι έρευνες αυτές αφορούν τα πρωτεύοντα θηλαστικά ανοίγουν απλώς τον δρόμο για τη διερεύνηση της δυνατότητας να συγκροτηθεί, στο απώτερο μέλλον, μια συνθετική βιοπολιτισμική θεώρηση. Στο πλαίσιο της οποίας, οι επιμέρους προσεγγίσεις -εξελικτικές, γενετικές, νευροβιολογικές και κοινωνιοβιολογικές- ίσως καταφέρουν να συνδυαστούν ισότιμα και χωρίς προκαταλήψεις με τις κατακτήσεις των ανθρωπολογικών και κοινωνικών επιστημών. Μόνο τότε, η επιστημονική σκέψη ίσως καταφέρει να διαφωτίσει τον γρίφο της ανθρώπινης ιδιαιτερότητας, που είναι ταυτοχρόνως βιολογική και πολιτισμική.

Η μυθιστορηματική συνάντηση του Τσαρλς με τον Καρλ


Ilona Jerger,
Ο Μαρξ στον κήπο του Δαρβίνου
μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης
εκδ. «UTOPIA», σελ. 408
Τι θα συνέβαινε αν μπορούσαν να συναντηθούν και να συζητήσουν ελεύθερα ο Μαρξ με τον Δαρβίνο; Και τι θα είχαν να πουν μεταξύ τους οι δυο πνευματικοί γίγαντες του 19ου αιώνα: άραγε, ο μεγαλύτερος φυσιοδίφης και πατέρας της ανατρεπτικής εξελικτικής θεωρίας θα μπορούσε να αποδεχτεί την αθεϊστική ερμηνεία των επιστημονικών του ιδεών από τον μεγαλύτερο πολιτικό φιλόσοφο-οικονομολόγο και προφήτη της επίγειας αταξικής Εδέμ, δηλαδή της κομμουνιστικής κοινωνίας;
Πάντως, από γεωγραφικής και χρονολογικής απόψεως η συνάντηση των δυο διάσημων στοχαστών ήταν απολύτως εφικτή, αφού ο Μαρξ και ο Δαρβίνος ήταν σχεδόν συνομήλικοι, ζούσαν και οι δυο την ίδια εποχή στο Λονδίνο (σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων) και ο καθένας τους γνώριζε, λίγο-πολύ, τους λόγους που οι έρευνές τους είχαν αναστατώσει βαθύτατα τις δυτικές κοινωνίες.
Το ότι, στην πραγματικότητα, δεν συναντήθηκαν ποτέ οφείλεται όχι τόσο στη γνωστική αδιαφορία ή την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις απόψεις του άλλου, αλλά στα ανυπέρβλητα, τότε, ταξικά, εθιμοτυπικά και πολιτισμικά εμπόδια.
Παρακάμπτοντας αυτή τη δυσκολία, η Ιλόνα Γέργκερ, αρχισυντάκτρια του γερμανικού περιοδικού Natur, μας προτείνει ένα μυθιστορηματικό ταξίδι στη ζωή και το έργο των δυο πιο ανατρεπτικών στοχαστών του ύστερου 19ου αιώνα. Αναμιγνύοντας με πολύ επιδέξιο τρόπο ιστορικά επιβεβαιωμένα και καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία, η συγγραφέας καταφέρνει σε αυτό το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα να ανασυγκροτήσει τη δαιδαλώδη πορεία των προβλημάτων που απασχολούσαν δυο τόσο διαφορετικούς, φαινομενικά, μεγαλοφυείς ερευνητές της ανθρώπινης ύπαρξης.
Μια από τις πολλές αρετές τού «Ο Μαρξ στον κήπο του Δαρβίνου» είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν υποκύπτει στον πειρασμό της εύκολης μυθοποίησης των πρωταγωνιστών του και κανένα ρητορικό ή αφηγηματικό τέχνασμα δεν συγκαλύπτει τα πραγματικά ιστορικά δεδομένα της ζωής και της σκέψης τους.
Η μόνη εμφανής παραβίαση αυτού του κανόνα είναι το ότι εστιάζει ίσως υπερβολικά στο δημοφιλές θέμα των εχθρικών σχέσεων μεταξύ επιστήμης και θρησκευτικής πίστης, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να διερευνήσει πολλά άλλα ενδιαφέροντα θέματα που αφορούν τις περίπλοκες, υπόγειες και κάθε άλλο παρά γνωστές σχέσεις του Δαρβινισμού με τον Μαρξισμό, και ευρύτερα τις αμοιβαίες σχέσεις της επιστήμης με την πολιτική φιλοσοφία και την ιδεολογία της εποχής. Ενα πολύ γοητευτικό ιστορικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε, πολύ καλά μεταφρασμένο, πριν από δυο μήνες.
Σπύρος Μανουσέλης


πηγή: efsyn.gr