Μία συνέντευξη για την εγκληματολογία, την ποίηση και την πολιτική με τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση


Μετά από σχεδόν 20 χρόνια συνεργασίας με τον Καθηγητή και μέντορά μου, Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιάννη Πανούση, έκρινα ότι ήρθε η κατάλληλη στιγμή
να προχωρήσουμε σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης -για την εγκληματολογία, την ποίηση, την πολιτική- για το postmodern.gr και τη στήλη μου «Έγκλημα και Media». Παράλληλα, αυτήν τη χρονική περίοδο μου έκανε την τιμή παραχώρησης μίας συνέντευξης, ειδικού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, που θα δημοσιευθεί σε μελλοντικό χρόνο στο νέο βιβλίο το οποίο συγγράφω (στην πιο αγαπημένη μου, ερευνητικά, θεματική). Επομένως, είναι βέβαιο ότι έχουμε ακόμα να πούμε πολλά για το έγκλημα και την απεικόνιση του εγκληματικού φαινομένου στα μίντια.
Είναι αναμφίβολα μία πολύ συγκινητική και ιδιαίτερη στιγμή αυτή για μένα, γιατί η συνάντηση ζωής, όπως θα την χαρακτηρίσω, και η επιστημονική συνύπαρξη με τον Καθηγητή καθόρισε την ερευνητική και συγγραφική μου πορεία, με έκανε πιο δυνατή ως άνθρωπο και διεύρυνε τους ορίζοντες της σκέψης μου. Θα ήθελα πρωτίστως να τον ευχαριστήσω, γιατί πέρα από τη σπουδαία επιστημονική του καθοδήγηση, μου δίδαξε -με τη δική του στάση ζωής και το έργο του- υψηλές αξίες που θεωρώ πολύ πιο σημαντικές από οποιανδήποτε επαγγελματική καταξίωση και κρατώ στην καρδιά μου.  
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο Καθηγητής Γ. Πανούσης είναι ο πρώτος στην Ελλάδα που χάραξε τον επιστημονικό δρόμο για να έρθει η εγκληματολογία πιο κοντά στη δημοσιογραφία και για να δώσει στους αστυνομικούς και δικαστικούς συντάκτες πολύτιμη εγκληματολογική γνώση στη θεματική «Έγκλημα & ΜΜΕ». Σήμερα, με την ουσιαστική υποστήριξή του επιχειρούμε να συνεχίσουμε στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος και στο «Crime & Media Lab» το έργο του. Τα αμφιθέατρα βέβαια στα μαθήματα του Καθηγητή πλημμύριζαν πάντοτε με φοιτητικό πληθυσμό «διψασμένο» για γνώση και είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψουμε σε αυτές τις εποχές, αλλά επειδή πιστεύω στη νέα γενιά είμαι σίγουρη ότι θα καταφέρει να κάνει τη διαφορά στο μέλλον και να διαγράψει μία σημαντική πορεία.
Εύχομαι, από καρδιάς, στον Καθηγητή μου να συνεχίσει με το ίδιο δημιουργικό πάθος να γράφει και να ανοίγει πρωτοποριακούς δρόμους στην έρευνα και την επιστήμη, σε πείσμα των καιρών, συνεχίζοντας να αποτελεί το θετικό και φωτεινό πρότυπό μας!  
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (1972) και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1975). Έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα και διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Poitiers της Γαλλίας (1978).
Δίδαξε επί 19 χρόνια στη Νομική Σχολή Δ.Π. Θράκης (1978-1997) Εγκληματολογικές και ποινικές επιστήμες και διδάσκει από το 1997 έως το 2012 στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών ανάλογα μαθήματα. Εξελέγη Κοσμήτορας της Νομικής ΔΠΘ, Πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Αντιπρύτανης και Πρύτανης του ΔΠΘ (1994-1997).
Διετέλεσε: Πρόεδρος ή μέλος δεκάδων Ελληνικών και Ξένων επιστημονικών και κοινωνικών φορέων (π.χ. Πρόεδρος κεντρικού επιστημονικού συμβουλίου φυλακών, μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών για ναρκωτικά, χουλιγκανισμό κ.λπ., μέλος επιτροπής εκπαίδευσης ΟΟΣΑ, μέλος εθνικής επιτροπής ΟΥΝΕΣΚΟ, μέλος ΔΣ του ΕΚΚΕ κ. α)
Είναι Επίτιμος Δημότης Δήμου Κομοτηναίων [8/5/2003] και Δήμου Ορεστιάδας [12/3/1997]. Έλαβε Αριστείο Ι.Καποδιστρίας [επιστημών, γραμμάτων και τεχνών], από τον Δήμο Ναυπλιέων [ 5/10/19]. .
Είναι συγγραφέας 20 βιβλίων και 200 άρθρων (για τις Εγκληματολογικές Επιστήμες).
Το 2012 εξελέγη βουλευτής στην Α’ περιφέρεια Αθηνών με τη Δημοκρατική Αριστερά. Το 2015 ορκίστηκε στη θέση του Αναπληρωτή υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
Ιστοχώρος: www.giannispanousis.gr
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Κύριε Καθηγητά, οργανώνοντας τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη παρουσίασης του συνολικού έργου σας, ακαδημαϊκού, ποιητικού και πολιτικού, συνειδητοποιώ ότι είναι πολλές οι πτυχές του έργου και της προσωπικότητάς σας που αξίζει να αναδειχθούν.
Ας ξεκινήσω επομένως με τους τρεις τομείς που είναι αναπόσπαστα συνυφασμένοι με τη ζωή σας και αναφέρομαι στην εγκληματολογία, την πολιτική και την ποίηση. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν έχουν την ίδια βαρύτητα στην καρδιά σας και κατά δεύτερον, ποιες πλευρές της προσωπικότητάς σας φωτίζει κάθε τομέας και ποιες βαθύτερες ανάγκες σας καταφέρατε να εκπληρώσετε μέσω αυτών; 
Δεν υπήρξα ποτέ πολιτικός, απλώς κάποιες συγκυρίες μού έδωσαν την ευκαιρία μέσα σε μία τριετία [2012-14: βουλευτής ΔΗΜΑΡ, 2015  αν. Υπουργός] να γνωρίσω εκ των ένδον το πολιτικό σύστημα. Συνεπώς αυτή η πτυχή δεν με εκφράζει υπαρξιακά, μολονότι ήταν σημαντική σε βιώματα.. Δεν υπήρξα ποτέ ποιητής, απλώς έγραφα ποιήματα, τα οποία δημοσίευσα σε τέσσερεις συλλογές [Χώρος ευθύνης 1975, Αγρύπνια 1977, Αμφίκυκλος χρόνος 1979,Τηλε-θάνατοι 1984, με το ψευδώνυμο Γιάννης Απαρθινός] και αποφάσισα την τελευταία μου συλλογή ’’Μοιρόγραφτο’’ 2018, να την υπογράψω με το όνομά μου. Η βασική μου ενασχόληση επί 40 χρόνια είναι η Εγκληματολογία [και όλες οι εκδοχές των εγκληματολογικών επιστημών]. Σε γενικές πάντως γραμμές το μυαλό μου είναι στην Επιστήμη, η ψυχή μου στην Ποίηση και η τύχη μου [;] στην Πολιτική…
Άρα παραμένω ένας δάσκαλος …που ‘παραστράτησε’ για λίγο.
Στην πολύχρονη ακαδημαϊκή καριέρα σας, ποιες στιγμές και ποια πρόσωπα σας έχουν καθορίσει; 
Οι κρίσιμες στιγμές στα δύσκολα και ηρωικά χρόνια της Κομοτηνής [1978-1997] ήσαν πολλές, όπως π.χ. όταν ήθελαν να μην ανανεώσουν τη θητεία μου ως Επιμελητή [για πολιτικούς λόγους,1981], όταν εκλέχτηκα Πρύτανης με τρεις ψήφους διαφορά από τον ανθυποψήφιό μου [1994] κ.λπ.
Και τα πρόσωπα ήσαν πολλά. Από τον Καθηγητή Στέργιο Αλεξιάδη, ο οποίος μ’ εμπιστεύθηκε παρά τις ιδεολογικές κι επιστημονικές μας διαφοροποιήσεις μέχρι τους φίλους/συναδέλφους που απέκτησα στον χώρο της Εγκληματολογίας, όπως ο αείμνηστος Βασίλης Καρύδης, ο Λάμπης Δημόπουλος, ο Περικλής Ποτόλιας, ο Νίκος Κουλούρης κ.ά.
Ποιος είναι ο ρόλος της Εγκληματολογίας στη σύγχρονη Ελλάδα και τι περιμένετε από τους εγκληματολόγος της νέας γενιάς, τους οποίους στηρίζετε με τρόπο ουσιαστικό;
Χρειάζονται δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, σελίδες για ν ’αναλυθεί αυτό το ερώτημα. Στο άρθρο μου, υπό τον τίτλο «Εγκληματολογικοί Ανα-Στοχασμοί», παραθέτω αναλυτικά τις απόψεις μου για τον ρόλο της Εγκληματολογίας, έχω εκθέσει τον προβληματισμό και θέσει τα ερωτήματά μου. Μεταξύ αυτών, έχω αναφερθεί στην αποτυχία της Γενικής Εγκληματολογίας να λύσει προβλήματα και να πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να το κάνει, γεγονός που έχει οδηγήσει πολλούς εγκληματολόγους να περιορίζουν την οπτική γωνία σε ορισμένα φαινόμενα (π.χ. εγκληματικότητα ανηλίκων) ή σε συγκεκριμένες εκδοχές (π.χ. φεμινιστική, ρατσιστική Εγκληματολογία). Το ερώτημα ωστόσο είναι εάν μπορεί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η Εγκληματολογία να ορίσει και να οριοθετήσει τα δικά της αποκλειστικά ερωτήματα αντί να τα αναζητεί σε άλλους επιστημονικούς κλάδους;. Ίδωμεν.
Όπως είναι πάντως φυσικό η έκ-πτωση της Εγκληματολογίας επιφέρει αμηχανία και στους εγκληματολόγους, σε πολλά μάλιστα επίπεδα -σε θεωρητικό, μεθοδολογικό, πρακτικό, επαγγελματικό-. Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει  έγκειται στο ότι η Εγκληματολογία επιθυμώντας να αναγορευθεί σε (γενική;) επιστήμη του ανθρώπου και της κοινωνίας, απώλεσε το επιστημονικό «παράδειγμά» της και γι’ αυτό αιωρείται ανάμεσα σε ασαφείς έννοιες, όπως αυτές της ηθικής και του πολιτισμού, αντλώντας τα επιχειρήματά της από σκληρές επιστήμες, όπως τη μοριακή βιολογία και τις νέες τεχνολογίες, και τα εντάσσει σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο. Είναι όμως η πολιτική και η ηθική ασφαλείς μέθοδοι επιστημονικής προσέγγισης του εγκλήματος;
Τέλος, ενώ η κοινωνία με τις αξίες της διεκδικεί το περιεχόμενο του «Κακού» που προκαλεί το έγκλημα, με το πρώτο εμπόδιο τα φορτώνει όλα στο κράτος και αυτό-απαλλάσσεται των ενοχών της. Αυτήν τη λειτουργία γιατί την αποκρύπτουν και την εξωραΐζουν οι εγκληματολόγοι; Δεν είναι επομένως δυνατό σε κάθε βία να ανακαλύπτουμε το δάκτυλο του Κράτους και να μη δεχόμαστε την επιρροή των διαπροσωπικών σχέσεων. Κατασκευασμένο ή συμβολικό το έγκλημα έχει πραγματικές συνέπειες και είναι πρωτίστως επιστημονική -και όχι αμιγώς πολιτική- ευθύνη των εγκληματολόγων να τις διαχειριστούν.
Όσον αφορά στους νέους  εγκληματολόγους, είμαι βέβαιος ότι δεν θα κάνουν τα δικά μας λάθη [διαγκωνισμοί, φιλοδοξίες, στερεότυπα, αποκλεισμοί], θα αποφύγουν την ακραία πολιτικοποίηση [κομματικοί εγκληματολόγοι], δεν θα εμπλακούν σε ιδιαίτερα τεχνικά ζητήματα [τύπου CSI], δεν θα παρασυρθούν από τις σειρήνες των ΜΜΕ και κυρίως θα μείνουν ενωμένοι για να αντιμετωπίσουν τις «εγκληματικές προκλήσεις» του μέλλοντος.
Πώς διαμορφώνεται η εικόνα της εγκληματικότητας σε εθνικό επίπεδο και σε ποια σημεία σας προβληματίζει; Κρίνω επίσης σημαντικό στο σημείο αυτό να μας καταθέσετε την επιστημονική σας άποψη για το «άμετρο»  και «παράλογο» έγκλημα, στο οποίο εδώ και αρκετά χρόνια έχετε κάνει αναφορά.
Η εγκληματικότητα έχει ήδη παγκοσμιοποιηθεί. Συνεπώς έχει αποκτήσει τα [κοινά] χαρακτηριστικά του Οργανωμένου Εγκλήματος [βία, διαφθορά, μαύρο χρήμα, όπλα, ναρκωτικά, εμπορία ανθρώπων κ.λπ.].
Η άμετρη και άσκοπη βία αποτελεί μέρος της εισαγόμενης εγκληματικότητας, η οποία θέλει να επιβληθεί επί κοινωνιών και θεσμών κι εκλαμβάνει τον κάθε άνθρωπο ως αναλώσιμο είδος.
Το παράλογο έγκλημα [βλ .’’Ξένο’’ του Καμύ] δεν έχει ακόμα εμφανιστεί στη χώρα μας, αλλά νομίζω ότι οι συνθήκες επιβίωσης [αβοηθησία, αποξένωση, μοναξιά]  θα οδηγήσουν σε εγκλήματα χωρίς κίνητρο, αιτία ή προφανή λόγο.
Στη διάρκεια της πολύχρονης ερευνητικής σας πορείας, υπήρξε κάποια υπόθεση υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που σας προβλημάτισε σε πολύ μεγάλο βαθμό;
Η υπόθεση Μονσελά[1], για την οποία είχα καταθέσει στο δικαστήριο ως μάρτυρας-εμπειρογνώμων. Ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση, την οποία είχα προσεγγίσει ως ‘αυτοκτονία μέσω τρίτου’. Πρόκειται για έγκλημα ανθρωποκτονίας με συναίνεση, εξαιρετικά σπάνια τόσο στα ελληνικά όσο και στα διεθνή εγκληματολογικά χρονικά. Το Δικαστήριο δέχθηκε ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία κι οπλοχρησία κι επέβαλε ποινή κάθειρξης 12 ετών και 9 μηνών με πλειοψηφία 4-3. Μετά από άσκηση έφεσης και σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε και πάλι ένοχο τον Μονσελά για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Τον καταδίκασε σε κάθειρξη 12 ετών και 6 μηνών, μειωμένη κατά τρεις μήνες από την πρωτόδικη απόφαση, ενώ του αναγνώρισε το ελαφρυντικό τού προτέρου εντίμου βίου. Το 1998 συμπληρώθηκαν τα 3/5 της ποινής του και σύμφωνα με τον νόμο είχε δικαίωμα να αιτηθεί υφ’ όρον απόλυση, όπως και έγινε. Στη δίκη είχα καταθέσει ότι ο Μονσελάς δεν είχε ανθρωποκτόνο βούληση. Ο κατηγορούμενος πίστεψε πως συμμετείχε σε μία προσπάθεια ανθρωπο-λύτρωσης. Μπήκε μέσα στο παιχνίδι αυτό και ακολούθησε την πορεία θανάτου. Έγινε ένας “μικρός θεός”, ένας “καλός δήμιος”.  Οκατηγορούμενος κάποια στιγμή έχασε τις αναστολές του και «έγινε ο ίδιος το πιστόλι». Ήταν ο λιγότερο δυνατός στη σχέση. Αποδέχθηκε τον ρόλο του εκτελεστή, έκλεισε τα μάτια της ψυχής του όταν πυροβόλησε νομίζοντας ότι εκπληρώνει ρόλο λύτρωσης και βγήκε από το σκηνικό του θανάτου μόνον όταν άκουσε τον πυροβολισμό.
Επιστημονικά, δίνετε μεγάλη βαρύτητα της έννοιες της «συμμετοχικής αντεγκληματικής πολιτικής» και της «ατομικής ευθύνης». Με ποιους τρόπους μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη; 
Η συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική προϋποθέτει εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης και αίσθηση του συν-ανήκειν. Η προσωπική ευθύνη είναι φιλοσοφία ζωής αλλά και απαραίτητος όρος συμβίωσης των ανθρώπων. Και τα δύο ή τα μαθαίνεις και πιστεύεις σε αυτά, οπότε ξέρεις να τα χειρίζεσαι, ή όχι. Δεν συνιστούν πάντως χαρακτηριστικά των Ελλήνων.
Έχετε υπηρετήσει με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ελληνικό, δημόσιο Πανεπιστήμιο και έχετε καταφέρει να ανοίξετε πρωτοποριακούς και καινοτόμους δρόμους, αποτελώντας ένας από τους σπουδαιότερους ακαδημαϊκούς Δασκάλους. Στη δική μου ακαδημαϊκή πορεία τον σπουδαιότερο, γιατί είχατε το ταλέντο να μας εμπνέετε, να δίνετε «ζωή» σε κάθε διάλεξη και να κεντρίζετε το ενδιαφέρον για φλέγοντα ζητήματα, εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, διευρύνοντας τους ορίζοντες των φοιτητών. Επομένως, η ερώτηση που θέλω να σας θέσω είναι η εξής: πώς διαμορφώνεται η εικόνα του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου στη σύγχρονη Ελλάδα και ποια είναι τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση σας, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση από το Υπουργείο Παιδείας, ακολουθώντας παράλληλα τις ακαδημαϊκές εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο;
Πολύ μεγάλη συζήτηση επίσης. Το Πανεπιστήμιο ήταν πάντοτε θεσμός κριτικής της εξουσίας, αλλά σήμερα κινδυνεύει να γίνει ή συμπαραγωγός εξουσίας ή παραγωγός καταναλωτικών αγαθών μίας χρήσης ή ερευνητικό ίδρυμα στην υπηρεσία του Μεγάλου Αδελφού. Κατά τη γνώμη μου, το εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει -μέσω της στρέβλωσης της αξιοκρατίας- να ευνοεί τους ήδη ευνοημένους, αλλά οφείλει να διευκολύνει τη διάχυση της εκπαιδευτικής πληροφορίας, του εκπαιδευτικού υλικού, στο μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ατόμων, οι οποίοι στο μικρότερο δυνατό διάστημα θα μορφωθούν κατά τον πληρέστερο και τελειότερο τρόπο. Δεν πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε την εκπαίδευση ως πρόσχημα διακίνησης κοινωνικών στερεοτύπων. Ούτε όμως να πιστεύουμε ότι εφόσον «όλα άνοιξαν» (παγκοσμιοποίηση) και τότε «όλα επιτρέπονται» (ανομική πρακτική). Τα Πανεπιστήμια βρίσκονται εδώ και πολύ καιρό σε μετέωρο βηματισμό. Ποιος σήμερα πιστεύει ότι η εκπαίδευση θ’ αναγεννήσει την κοινωνία ή θα καταπολεμήσει τη διαφθορά, όταν τα ίδια τα ΑΕΙ παράγουν αντιλήψεις και καλλιεργούν πρακτικές «νυχτοφύλακα» του κυρίαρχου (παγκοσμιοποιημένου) συστήματος;
Το Πανεπιστήμιο δεν είναι πλέον ούτε «το καταφύγιο των σοφών» ούτε «το εργαστήρι των ερευνητών» ούτε η θεσμική εγγύηση για ένα προσδοκώμενο επάγγελμα. Επειδή το ήθος και το είδος της Παιδείας (αυτή την αίσθηση που μ’ αρέσει να χαρακτηρίζω «άρωμα παιδείας») δεν φαίνεται να είναι έννοιες συμβατές με την αγοραία παγκοσμιοποίηση και την τεχνολογική απορρόφηση των παιδευτικών διαδικασιών, όλο το βάρος της Πολιτείας και το ενδιαφέρον της κοινωνίας πέφτουν στο «νομοθετητέον περί παιδείας», δηλαδή στα εκπαιδευτικά συστήματα.
Ακόμα όμως και σ’ αυτή την περίπτωση η ύπαρξη ενός Εθνικού Σχεδίου Παιδείας με βασικές αρχές και σταθερούς άξονες δράσης είναι αναγκαία. Είμαι εναντίον του μονοκρατικού, μονοκεντρικού, μονονοκαθηγητικού και μονοδρομικού Πανεπιστημίου. Είμαι υπέρ του πανεπιστημίου-δικτύου. Δηλαδή, συνολικό ίδρυμα περιφέρειας, πολυεδρικό, σε πολλές πόλεις αλλά με σχέδιο. Πολυτασικό, να ιδρύει Κ.Ε.Κ., Ι.Ε.Κ., Τεχνολογικά Πάρκα. Πολυμορφικό, να ιδρύει, το συνολικό αυτό ίδρυμα της περιφέρειας, πανεπιστημιακά τμήματα, τμήματα Τ.Ε.Ι. Πολυγλωσσικό, να κάνει προγράμματα για ξένους και για Έλληνες. Πολυερευνητικό, να ιδρύει ινστιτούτα, εργαστήρια, κέντρα αριστείας. Και θα έλεγα και πολυδομικό. Να λειτουργούν προγράμματα και όχι μόνο τμήματα, αλλά και προγράμματα e-learning, δεύτερης ευκαιρίας κ.λπ.
Σημαντικό να καλέσουμε τα Πανεπιστήμια ν’ αποδείξουν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και την κοινωνική τους αποστολή αποβάλλοντας όλους αυτούς που αμαυρώνουν τον ρόλο και την εικόνα τους.
Ένα από τα καίρια θέματα με τα οποία έχετε ασχοληθεί, σε επιστημονικό επίπεδο, είναι ο χώρος των καταστημάτων κράτησης. Πιστεύετε ότι η χώρα μας θα μπορέσει, κάποτε, να περάσει από το αμιγώς τιμωρητικό σε ένα βελτιωτικό μοντέλο σωφρονισμού; Είναι εφικτό; 
Έχω καταθέσει τις προτάσεις μου για το μελλοντικό μοντέλο διαχείρισης του εγκλεισμού. Τάσσομαι υπέρ ενός μοντέλου campus-κράτησης σε αγροτικές περιοχές με τους κρατουμένους να ζουν σε οικισμούς ανοιχτού χώρου, όπου η μεταχείριση, η διαβίωση και η επανένταξη συνυπάρχουν. Σε συνθήκες minimum ασφάλειας, η εργασία, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, ο ελεύθερος χρόνος των κρατουμένων θα δημιουργούν ένα θετικό κλίμα, εντελώς διαφορετικό από τα κλασικά φρούρια υψίστης ασφαλείας. Τα κριτήρια ταξινόμησης των κρατουμένων (είδος εγκλήματος, ηλικία, προσωπικότητα, υποτροπή, βιαιότητες) θα τα αξιολογούν ειδικοί ψυχολόγοι, εγκληματολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί των καταστημάτων ή των Πανεπιστημίων. Ακόμη και τα ημερήσια κέντρα (Day Centers) θα μπορούσαν να δώσουν ένα παράδειγμα διαχείρισης εάν οι όροι κράτησης δεν είναι ίδιοι με αυτούς των φυλακών. Η μείωση των εντάσεων και της βίας και η προστασία των πλέον αδύναμων κρατουμένων μπορεί πάντως ευκολότερα να επιτευχθεί σε μικρές μονάδες (όπου 50-100 κρατούμενοι πλαισιωμένοι από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι θα διευκολύνουν την επιβίωση/συμβίωση/επανένταξη, θα συνεργάζονται σε πνεύμα αλληλοσεβασμού και κατανόησης, στα εξατομικευμένα ή ομαδικά προγράμματα εργασίας, εκπαίδευσης κ.λπ.). Πρόκειται για έναν συνδυασμό του σωφρονιστικού παιδαγωγικού συστήματος, του προοδευτικού συστήματος, του συστήματος εμπιστοσύνης και του συστήματος των περιπτέρων, όπου η λογική και η ασφάλεια συνδυάζονται με κοινωνικές αξίες, νομικές οριοθετήσεις και τεχνολογία/πληροφορική. Στην ουσία πρόκειται για μια σχολή σκέψης και για ένα πρόγραμμα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού απ-εγκλείστων. Η θεωρία της κοινότητας (community ideal) επανέρχεται υπό τη μορφή της εναλλακτικής επαναφόρτισης εντός/εκτός εγκλεισμού. Αντί να κρύψουμε τους κρατουμένους μέσα σε γκρίζα σκοτεινά κτίρια, τους βγάζουμε στο φως της επανασύνδεσης. Δεν πιστεύω πάντως ότι η χώρα μας βρίσκεται ‘προ αυτών των πυλών’. Προτιμάει, για διάφορους λόγους-πολιτικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς κ.λπ.-την ασφάλεια [;] της φυλάκισης εντός των πυλών των ‘’κακών’’.
Η έννοια της «κοινωνικής επανένταξης», για να μπορέσει να υλοποιηθεί, στο πλαίσιο μάλιστα μίας κοινωνίας που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς και έρχεται αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις, σε ποια δεδομένα πρέπει να βασιστεί; 
Η «επιστροφή στην κοινωνία» προϋποθέτει σεβασμό στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αξία του κρατούμενου-ανθρώπου και εξατομικευμένη σωφρονιστική διευκόλυνση που δεν θα τον χρησιμοποιεί όμως «ως αντικείμενο» (λόγω ασφάλειας ή δημοσίου συμφέροντος) αλλά μόνον ως υποκείμενο δικαιωμάτων. Η ανάπτυξη των ηθικών ενστίκτων (moral instincts) των κρατουμένων ως στόχο του αποκαταστατικού ιδεώδους  και η δημιουργική (constructive) λειτουργία της φυλακής κατέληξαν σε άνισα, άδικα και πατερναλιστικά αποτελέσματα (αφού οι έγκλειστοι είχαν προνόμια αλλά όχι δικαιώματα). Πρέπει να δούμε το δικαίωμα στην επανένταξη ως ένα γενικό δικαίωμα από το οποίο απορρέουν όλα τα ειδικά δικαιώματα. Οι διακηρύξεις αρχών για κοινωνική επανένταξη δεν αρκούν. Χρειάζονται και θεσμικές εγγυήσεις αλλά και ένα minimum κοινωνικής προστασίας. Επιβάλλεται -στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής- να ορισθεί και να κατοχυρωθεί νομοθετικά το δικαίωμα των κρατουμένων στην κοινωνική επανένταξη, ως τμήμα της προστασίας της ανθρώπινης αξίας. Οι χρησιμοποιούμενοι όροι είναι πολλοί. Βελτίωση, κοινωνικοποίηση, αποκατάσταση, επανένταξη, αλλά ως γνωστόν το άτομο δεν αλλάζει εάν δεν αλλάξει ταυτόχρονα το περιβάλλον του. Πρέπει να συμφωνήσουμε, επομένως, σε ορισμένα αυτονόητα:
Πρώτον, η κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων ως προσωπική διαδρομή δεν ταυτίζεται με την αποφυλάκιση, αφού προσδιορίζεται από παράγοντες ποικίλους και συχνά αντιφατικούς.
Δεύτερον, η κοινωνική επανένταξη ως θεσμική διαδικασία δεν είναι φιλανθρωπία, αλλά υποχρέωση του Κράτους Πρόνοιας και αυθεντική έκφραση της αλληλεγγύης της κοινωνίας των πολιτών (και των ανθρώπων).
Τρίτον, η κοινωνική επανένταξη ως μετασωφρονιστική μέριμνα προϋποθέτει λειτουργία δημόσιων δομών (εντός και εκτός φυλακής), εξειδικευμένο προσωπικό και κυρίως αλλαγή αντιλήψεων.
Τέταρτον, η κοινωνική επανένταξη ως δεύτερη ευκαιρία στην εποχή της διακινδύνευσης και των αποκλεισμών δεν μπορεί να πετύχει εάν δεν πιστεύουμε ότι όλοι (χωρίς διακρίσεις και στερεότυπα) έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν κοντά μας.
Πέμπτον, η κοινωνική επανένταξη ως αντεγκληματική πολιτική συνιστά την προσφορότερη πολιτική πρόληψης καθώς σπάει τον φαύλο κύκλο ή τον κρίσιμο κρίκο της αέναης υποτροπής και καταστολής.
Πρέπει, επίσης, να συνειδητοποιήσουμε ότι το πλέγμα που μπορεί να μας δώσει θετικά αποτελέσματα συγκροτούν τα ακόλουθα στοιχεία:
η συνευθύνη των φορέων και εμπλεκομένων (και όχι οι διακηρύξεις και οι μεγαλοστομίες),
η έμπρακτη συμπαράσταση/αρωγή (και όχι μόνον η νομοθετική πρόβλεψη),
η κοινή γλώσσα και δράση των ειδικών (και όχι η διατύπωση αλληλοαναιρούμενων θεωριών)
η δημιουργία δικτύου υπηρεσιών (και όχι οι σπασμωδικές και σποραδικές ενέργειες ενός φορέα),
και τέλος ο σεβασμός στα βιώματα και στις εμπειρίες των ίδιων των κρατούμενων – ανθρώπων (και όχι η επιβολή κρυφοκαταπιεστικών ή ηθικολογούμενων μέτρων).
Ο κρατούμενος, επομένως, δεν πρέπει να στερηθεί τα κοινωνικά του δικαιώματα αλλά να του αναγνωρισθεί το κοινωνικό δικαίωμα στην επανένταξη ως κρίσιμο στοιχείο της λειτουργικής (επαν)ενσωμάτωσής του στο πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι. Συμπερασματικά, το δικαίωμα στην επανένταξη πρέπει να ενταχθεί στα δικαιώματα του ανθρώπου στο πλαίσιο της δυνατότητας αυτοκαθορισμού και αυτοδιάθεσης του δυνάμει ελεύθερου ανθρώπου, έχοντας την ίδια αξία με τους «εκτός». Αυτή, τουλάχιστον, ας είναι η πρώτη κοινή παραδοχή στο δύσκολο διάλογο που ελπίζω ότι θα συνεχιστεί σχετικά με το πολύ σοβαρό ζήτημα της κοινωνικής επανένταξης.
Ως Επιβλέπων της διδακτορικής μου διατριβής «Φυλακή και Γλώσσα», η οποία -να σημειώσω ότι- αποτελεί δική σας ιδέα και υπήρξε η πρώτη στην Ελλάδα που διερεύνησε το θέμα σε αυτό το βάθος (2005-2008), κρίνω σκόπιμο να μας κάνετε μία επιστημονική τοποθέτηση για τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των κρατουμένων στις φυλακές σήμερα, όπου έχει αλλάξει σημαντικά η ανθρωπογεωγραφία των φυλακών και η σύνθεση του ποινικού πληθυσμού; Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, 12 χρόνια μετά, διεξάγουμε την επαναληπτική μας έρευνα για τη γλώσσα της φυλακής.
Γι’ αυτό το θέμα αρμοδιότερη ν ’απαντήσεις είσαι εσύ που έχεις μελετήσει κι εξακολουθείς να μελετάς το φαινόμενο σε βάθος. Είναι βέβαιο ότι η αλλαγή του ποινικού πληθυσμού αλλάζει κάποια δεδομένα αλλά –όπως  έγραψα και στον Πρόλογο της έκδοσης της  διατριβής σου- η βίωση της ιδρυματοποιημένης καθημερινότητας και η υποχρεωτική επικοινωνία με τον πλαϊνό συγκρατούμενο ίσως τελικά είναι  πιο κρίσιμο ζήτημα από τις σωφρονιστικές πολυλογίες των ειδικών, γιατί πάντοτε οι φυλακισμένοι θ ’αποτελούν μία ιδιαίτερη ‘ομάδα’ [όχι κοινότητα], πάντοτε θα βλέπουν τους φύλακες ως εχθρούς, άρα πάντοτε θα βρίσκουν συνθήματα, μηνύματα, κώδικες για να συνεννοούνται μεταξύ τους χωρίς να τους κατανοούν οι μη-μυημένοι τρίτοι. Μάταιος βέβαια ο κόπος γιατί ο σύγχρονος τεχνολογικός πανοπτισμός μπορεί πλέον ν’ αποκωδικοποιεί τα πάντα. Το πόρισμα της έρευνάς σου, το γλωσσάρι και οι προτάσεις ολοκληρώνουν μία πρωτότυπη εργασία, ένα τολμηρό εγχείρημα που ακουμπάει στον άνθρωπο-κρατούμενο, σε μία τουλάχιστον επώδυνη διάσταση του εγκλεισμού: την ανάγκη επαφής και συνεννόησης, η οποία είναι σκόπιμο να διερευνηθεί σε βάθος χρόνου.
Από την πολιτική πορεία σας και ειδικότερα από τη διάρκεια της θητείας σας ως Αν.Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ποια είναι τα θετικά και ποια τα αρνητικά που κρατάτε;
Αυτά τα κρίνουν οι άλλοι και όχι εγώ. Σε κάθε περίπτωση κρατάω κυρίως τα θετικά: την εμπειρία, την ψυχραιμία, την εμπιστοσύνη του Σώματος και της κοινωνίας, τους νέους φίλους, το καλό κλίμα συνεργασίας, τις δημιουργικές ιδέες των ίδιων των αστυνομικών. Όσο για τα αρνητικά, αυτά είναι σε γνώση της ελληνικής κοινής γνώμης, καθώς οι απόψεις μου προσέκρουσαν σε ιδεοληψίες βίας κι ακατ-ανόητης ακρότητας.
Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή ελληνική πολιτική πραγματικότητα;
Ασταθή. Το πολιτικό σύστημα, κυρίως τα κόμματα, αναδιατάσσονται με οργανωτικούς σπασμούς και με ιδεολογικές πιρουέτες. Ελπίζω να ξεφύγουν άπαντες από τα φαντάσματα της Ιστορίας και να χτίσουν μία νέα Ελλάδα στη βάση της δημοκρατικής νομιμότητας και της κοινωνικής συναίνεσης.
Από την ποιητική σας συλλογή «Μοιρόγραφτο», θα ήθελα να επιλέξετε ένα ποίημα για να το αφιερώσετε στο αναγνωστικό μας κοινό και να μας εξηγήσετε τον λόγο για τον οποίο το επιλέγετε.
Πολλά ποιήματα είναι τα αγαπημένα μου. Θα σας αφιέρωνα το ποίημα ‘’Ωδή στην Πατρίδα’’ για ευνόητους λόγους.
Αυτή την περίοδο τι ετοιμάζετε, συγγραφικά και ερευνητικά; 
Σχεδόν καθημερινά γράφω: άλλοτε για εφημερίδες και σάιτ, άλλοτε για εγκληματολογικά περιοδικά, άλλοτε για λογοτεχνικές σελίδες. Δεν ρίχνω το βάρος σε κάποιον τομέα ιδιαιτέρως, εκτός αν έχω ανυπέρβλητες προθεσμίες. Ζω ταυτόχρονα και με της τρεις συγγραφικές δράσεις…συν…τις 6-7 διαλέξεις που δίνω κάθε μήνα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας.
Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, θα μοιραστείτε μαζί μας ένα μεγάλο όνειρό σας; Είτε ένα όνειρο που έχει γίνει ήδη πραγματικότητα ή ένα μελλοντικό σας όνειρο.
Δεν βάζω στόχους στη ζωή μου γιατί πιστεύω ότι όποιος το κάνει στην πραγματικότητα γίνεται ο ίδιος ‘όμηρος των στόχων του’. Είμαι ΠΑΡΩΝ κι αφήνω τη Ζωή [ίσως και τη Μοίρα] να επιλέξει τις προ[σ]κλήσεις. Επειδή είχα πολύ μεγάλη Τύχη στην πορεία μου,  θεωρώ Ύβριν να ζητάω και άλλα.
Καλά να ‘ μαστε, να έχουμε ανοιχτή καρδιά για να αισθανόμαστε  τους συνανθρώπους μας και ανοιχτό μυαλό για να βλέπουμε την αλήθεια και τα λάθη μας.

της Αγγελικής Καρδαρά.