Περιορισμοί και ποινές: Ολόκληρο το νομοσχέδιο που αλλάζει τα πάντα στις διαδηλώσεις

Φυλάκιση έως 1 έτους για συμμετοχή σε απαγορευμένη διαδήλωση, κατάληψη του οδοστρώματος  ανάλογο με τον όγκο τους και ρήτρες νομιμότητας με τελικό κριτή το Συμβούλιο
Επικρατείας, περιλαμβάνει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις διαδηλώσεις , που θα παραμείνει σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση έως την Τρίτη 10 Μαρτίου 2020 και ώρα 16:00.
Το dikastiko.gr παρουσιάζει ολόκληρο το νομοσχέδιο και την αιτιολογική έκθεση , που  προβλέπει περιορισμούς στις διαδηλώσεις, όπως η κατάληψη μέρους μόνο του οδοστρώματος, ή η μερική διαφοροποίηση της πορείας της διαδήλωσης, καθώς και η δυνατότητα η αστυνομική αρχή «λόγω σοβαρής απειλής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής συγκεκριμένης περιοχής να υποδεικνύει ως εναλλακτική επιλογή, άλλες περιοχές κατάλληλες για τη διεξαγωγή της συνάθροισης».
Σε αυτή την περίπτωση όμως , όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 περί
«προσωρινής δικαστικής προστασίας» ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που απαγορεύθηκε, «δικαιούται να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της σχετικής απόφασης από την Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας».
Συγκεκριμένα:
 «1. Ο οργανωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης με την οποία απαγορεύθηκε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση με αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ο οργανωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης με την οποία επιβλήθηκαν περιορισμοί στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ή της απόφασης με την οποία αυτή διαλύθηκε, με αίτηση ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό».
Αδίκημα
Παράλληλα, το νομοσχέδιο «με την επιφύλαξη των άρθρων 170 και 189 του Ποινικού Κώδικα» προβλέπει ως ιδιώνυμο αδίκημα τη συμμετοχή σε διαδήλωση που έχει απαγορευθεί νομίμως από την αστυνομία (φυλάκιση εώς 1 χρόνο) , αλλά και την «παρεμπόδιση διεξαγωγής συνάθροισης με τέλεση βιαιοπραγιών και την παρείσφρηση σε αυτήν με σκοπό να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα της».
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 170 και 189 του Ποινικού Κώδικα, όσοι μετέχουν σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία έχει απαγορευθεί νόμιμα με απόφαση της αρμόδιας αστυνομικής αρχής ή παρεμποδίζουν τη διεξαγωγή δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.
-Στην περίπτωση που παρεισφρέουν σε αυτήν με σκοπό να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα της, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, αν οι πράξεις τους δεν τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
-Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 170 και 189 του Ποινικού Κώδικα, όσοι δεν συμμορφώνονται προς τους περιορισμούς που επιβάλλει η παριστάμενη αστυνομική αρχή τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Αν οι υπαίτιοι τέλεσαν βιαιοπραγίες, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν οι πράξεις τους δεν τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη».
Ιδού ολόκληρο το νομοσχέδιο:
Άρθρο 1
 Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τρόπο ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής.
 Άρθρο 2
Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:
«Δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η σταθερή ή κινούμενη συνάθροιση προσώπων, προσωρινής διάρκειας, που πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση σε ανοικτό, μη περιτοιχισμένο χώρο, για τον ίδιο σκοπό, ιδίως για από κοινού διαμαρτυρία, προβολή απόψεων, διατύπωση αιτημάτων οποιουδήποτε χαρακτήρα ή λήψη σχετικών αποφάσεων.
«Σταθερή συνάθροιση» είναι η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση της οποίας η έναρξη, η διάρκεια και η λήξη πραγματοποιούνται στον ίδιο, ανοιχτό, μη περιτοιχισμένο χώρο.
«Κινούμενη συνάθροιση» ή «πορεία» είναι η πεζή ή εποχούμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία πραγματοποιείται με μετακίνηση των συμμετεχόντων ή μέρους των συμμετεχόντων σε συγκεκριμένη οδική διαδρομή.
«Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, που πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση, με αφορμή την επέλευση συγκεκριμένου αιφνίδιου γεγονότος, ιδίως με ιδιαίτερη πολιτική ή κοινωνική σημασία.
«Έκτακτη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η συνάθροιση της παραγράφου 1, όταν πραγματοποιείται ένεκα απρόβλεπτου, τρέχοντος ή επικείμενου γεγονότος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3.
«Διατάραξη» είναι η εξαιτίας της συνάθροισης σοβαρή παρεμπόδιση της κίνησης των πολιτών και γενικά η διασάλευση της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας περιοχής. 2
«Διάλυση» είναι η διακοπή της διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης και η εκούσια ή μη, απομάκρυνση των συναθροισθέντων, κατόπιν προφορικής ή γραπτής διαταγής της παριστάμενης αστυνομικής αρχής προς τους συμμετέχοντες σε αυτήν να απομακρυνθούν.
«Οργανωτής» είναι το φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων που απευθύνει πρόσκληση προς το ευρύ κοινό για συμμετοχή σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ή ο οριζόμενος ως οργανωτής στο πλαίσιο της υποχρέωσης γνωστοποίησης του επόμενου άρθρου.
«Αστυνομικός Διαμεσολαβητής» είναι ο αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, ο οποίος ορίζεται από την αρμόδια αστυνομική ή λιμενική Υπηρεσία ως σύνδεσμος με τον οργανωτή, ώστε μέσω της άμεσης μεταξύ τους επικοινωνίας, συνεργασίας και συντονισμού να διασφαλιστεί η ομαλή και σύννομη διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης.
«Περιορισμοί» είναι οι υποχρεώσεις που τίθενται προς τους συμμετέχοντες ή και τους προτιθέμενους να συμμετάσχουν στη συνάθροιση, μέσω σχετικών προφορικών ή γραπτών υποδείξεων της αστυνομικής αρχής να ασκήσουν το δικαίωμά τους σύμφωνα με τις συστάσεις της. Περιορισμοί, ιδίως είναι η κατάληψη μέρους μόνον του οδοστρώματος ή άλλου δημόσιου ανοικτού μη περιτοιχισμένου χώρου, η μερική διαφοροποίηση της διαδρομής κινούμενης συνάθροισης, η αποβολή και απομάκρυνση από τον χώρο της συνάθροισης ατόμων τα οποία φέρουν αντικείμενα και εκδηλώνουν συμπεριφορές που θέτουν σε διακινδύνευση την ανθρώπινη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα ή τα περιουσιακά δικαιώματα των πολιτών ή τη δημόσια περιουσία ή εμποδίζουν την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των συναθροισθέντων και την ομαλή εξέλιξη της συνάθροισης, καθώς και η μη παρακώλυση της κυκλοφορίας και της πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες, Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας και Νοσηλευτικά Ιδρύματα.
Άρθρο 3 Υποχρέωση γνωστοποίησης
Ο οργανωτής οφείλει να γνωστοποιήσει στην κατά τόπο αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή,την πρόθεσή του να καλέσει το ευρύ κοινό ή ορισμένες κατηγορίες προσώπων ή αριθμό συγκεκριμένων ατόμων να συμμετάσχουν σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
Η γνωστοποίηση γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικά μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας της Ελληνικής Αστυνομίας και υποβάλλεται εγκαίρως πριν από την πραγματοποίηση της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, τον χρόνο έναρξης και τον εκτιμώμενο χρόνο λήξης, τον σκοπό καθώς και το προτεινόμενο δρομολόγιο της συνάθροισης. Δεν απαιτείται γνωστοποίηση για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις που πραγματοποιούνται για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς και της επετείου της 17ης Νοεμβρίου.
Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δεν έχει γνωστοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους δύναται να επιτραπεί εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή καλεί τους συμμετέχοντες να ορίσουν οργανωτή, ενώ δύναται να επιβάλει περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 8. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με 3 αυτούς καθώς και με την υποχρέωση ορισμού οργανωτή, η αστυνομική ή λιμενική αρχή δύναται να προβεί στη διάλυση της ανωτέρω συνάθροισης.
Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη θεσμοθετείται ειδική ψηφιακή πλατφόρμα μέσω της οποίας παρέχεται ενημέρωση στους πολίτες για τις τρέχουσες συναθροίσεις και λοιπές εκδηλώσεις και τις σχετιζόμενες με αυτές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.
Άρθρο 4 Υποχρεώσεις οργανωτή
Ο οργανωτής της συνάθροισης υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο. Ιδίως, ο οργανωτής της συνάθροισης:
α. συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή και ιδίως με τον Αστυνομικό ή Λιμενικό Διαμεσολαβητή και συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους παρέχοντας τη συνδρομή του στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης και την ομαλή πραγματοποίηση της συνάθροισης.
β. ενημερώνει τους μετέχοντες στη συνάθροιση για την υποχρέωσή τους να μη φέρουν και χρησιμοποιούν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας και ζητεί την παρέμβαση της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής για την απομάκρυνση ατόμων που φέρουν τέτοια αντικείμενα,
γ. ορίζει επαρκή αριθμό ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης.
Άρθρο 5 Αστυνομικός – Λιμενικός Διαμεσολαβητής
Κατά τη διεξαγωγή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων ορίζεται αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής ως «Αστυνομικός Διαμεσολαβητής» ή «Λιμενικός Διαμεσολαβητής» κατά περίπτωση, ο οποίος αποτελεί τον σύνδεσμο της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής με τον οργανωτή, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή και σύμφωνή με το νόμο διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης.
Ο Αστυνομικός ή Λιμενικός Διαμεσολαβητής μεριμνά:
α. για τη δημιουργία άμεσης επαφής μεταξύ του επικεφαλής της δύναμης της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής, η οποία παρίσταται κατά τη διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης και του οργανωτή και
β. για την άμεση και διαρκή συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και του οργανωτή.
Άρθρο 6 Υποχρεώσεις της αστυνομικής και λιμενικής αρχής
Η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή οφείλει να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι σε δημόσιο υπαίθριο χώρο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Προς τον σκοπό αυτό και σε συνεργασία με τον οργανωτή, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Κεφάλαιο Β’ Απαγόρευση-ΠεριορισμοίΔιάλυση δημοσίων υπαίθριων συναθροίσεων
Άρθρο 7 Απαγόρευση
Επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση μπορεί να απαγορευθεί αν:
α. επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, λόγω ιδιαιτέρως πιθανής διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων ιδίως κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ιδιοκτησίας και της πολιτειακής εξουσίας ή
β. απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής σε ορισμένη περιοχή ή
γ. πρόκειται για δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ο σκοπός της οποίας αντιτίθεται προς το σκοπό ήδη προγραμματισμένης γνωστοποιηθείσας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος και μη απαγορευθείσας συνάθροισης που πραγματοποιείται ή βρίσκεται σε εξέλιξη στην ίδια περιοχή ή εγγύς της ίδιας περιοχής και κατά το αυτό χρονικό διάστημα.
Στις περιπτώσεις (β) και (γ) της προηγούμενης παραγράφου η κατά την παρ. 1 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή δύναται να υποδεικνύει ενδεικτικά, ως εναλλακτικές επιλογές, άλλες περιοχές, κατάλληλες για την πραγματοποίηση της συνάθροισης.
Η απόφαση για την απαγόρευση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης κοινοποιείται στον οργανωτή εγκαίρως πριν από τον αιτηθέντα για την πραγματοποίησή της χρόνο.
Για τη λήψη της απόφασης περί απαγόρευσης, όπως και για την επιβολή περιορισμών κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο σε γνωστοποιηθείσα δημόσια υπαίθρια συνάθροιση λαμβάνονται υπόψη ιδίως: (α) ο εκτιμώμενος αριθμός συμμετεχόντων, (β) η περιοχή πραγματοποίησής της, (γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής.
Άρθρο 8 Περιορισμοί 5
Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, εάν πιθανολογείται ότι η διεξαγωγή της θα διαταράξει δυσανάλογα την κοινωνικοοικονομική ζωή της συγκεκριμένης περιοχής, λόγω ιδίως των ειδικότερων κυκλοφοριακών και άλλων ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών.
Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν η διεξαγωγή της προκαλεί δυσανάλογα μεγάλη διατάραξη στην κοινωνικοοικονομική ζωή της περιοχής, λόγω ιδίως του αριθμού των συμμετεχόντων και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις ειδικότερες κυκλοφοριακές και άλλες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες.
Η απόφαση για την επιβολή περιορισμών σε γνωστοποιηθείσα συνάθροιση κοινοποιείται στον οργανωτή εγκαίρως πριν από τον αιτηθέντα για την πραγματοποίησή της χρόνο.
Άρθρο 9 Διάλυση
 Η διάλυση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που βρίσκεται σε εξέλιξη δύναται να διαταχθεί, εάν: α. πραγματοποιείται παρά την έκδοση απόφασης απαγόρευσης του άρθρου 6 του παρόντος ή β. συμμετέχοντες δεν συμμορφώνονται προς τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν σε σχέση με αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παρόντος ή γ. μετατρέπεται σε βίαιη με τη διάπραξη σοβαρών αξιόποινων πράξεων, όπως επιθέσεων κατά προσώπων, εμπρησμών, φθορών δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, βιαιοπραγιών κατά της αστυνομικής δύναμης και ιδίως σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί και εμπρηστικοί μηχανισμοί, φωτοβολίδες, αιχμηρά αντικείμενα ή από τη συνέχισή της προκαλείται άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής ή σωματική βλάβη ή δ. από τη συνέχισή της προκαλείται άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα των συμμετεχόντων ή συμμετέχοντες τελούν αξιόποινες πράξεις, πέραν εκείνων που αναφέρονται στη προηγούμενη περίπτωση ή ε. πραγματοποιείται χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 του παρόντος, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου.
Κεφάλαιο Γ’ Διαδικαστικές εγγυήσεις
Άρθρο 10 Αρμοδιότητα αστυνομικής και λιμενικής αρχής 6
Αρμόδιος για την επιβολή περιορισμών ή την απαγόρευση επικείμενης δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης καθώς και για την επιβολή περιορισμών ή τη διάλυση εν εξελίξει δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης είναι η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή με απλή γνώμη των οικείων Δημάρχων, η οποία διατυπώνεται εγγράφως ή προφορικά σε επείγουσες περιπτώσεις και μνημονεύεται στη σχετική απόφαση. Η απόφαση απαγόρευσης ή επιβολής περιορισμών σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής. Σε κατεπείγουσες και σοβαρές περιπτώσεις διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως σε περιπτώσεις διάπραξης εγκλημάτων κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ή σε περιπτώσεις γενικευμένων επεισοδίων η απόφαση διάλυσης της συνάθροισης λαμβάνεται από τον επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης με παράλληλη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού.
Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες. Εάν εκδοθεί προφορική εντολή, συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο περιλαμβάνεται ειδική αιτιολογία, τόσο για την αιτία που επέβαλε την έκδοση της διαταγής όσο και για τους λόγους που δεν κατέστη δυνατή η έκδοση σχετικής έγγραφης απόφασης.
Άρθρο 11 Ενημέρωση εισαγγελικής αρχής
Οι αποφάσεις και το πρακτικό του προηγούμενου άρθρου κοινοποιούνται στην αρμόδια εισαγγελική αρχή.
Σε περίπτωση έκδοσης της προφορικής εντολής του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 10 του παρόντος, ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός ενημερώνεται άμεσα από τον επικεφαλής της αστυνομικής ή λιμενικής δύναμης.
Άρθρο 12 Μέσα και διαδικαστικές προϋποθέσεις
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9, η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί προς τούτο κάθε νόμιμο μέσο, εφόσον προηγουμένως δεν έχει καταστεί δυνατή η εκούσια συμμόρφωση και αποχώρηση των συμμετεχόντων σε συνάθροιση.
Τα μέσα που η αστυνομική αρχή μπορεί να χρησιμοποιήσει για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 πρέπει, σε κάθε περίπτωση να είναι τα πρόσφορα, αναγκαία και ανάλογα σε σχέση με τις περιστάσεις, λαμβανομένων υπ’ όψη του είδους της συνάθροισης, του αριθμού των συμμετεχόντων και των αξιόποινων πράξεων που τελούνται ή που η τέλεσή τους πιθανολογείται σοβαρά.
Άρθρο 13 Προσωρινή και οριστική δικαστική προστασία 7
Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που απαγορεύθηκε, δικαιούται να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της σχετικής απόφασης από την Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας και υπό τους όρους του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989 (Α’8), χωρίς να χρειάζεται να έχει υποβάλει ταυτοχρόνως αίτηση ακυρώσεως. Η προσωρινή διαταγή και η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που δέχεται την αίτηση αποβάλλουν αυτοδικαίως την ισχύ τους, αν ο οργανωτής δεν υποβάλει αίτηση ακυρώσεως εντός δεκαημέρου από τη χορήγηση της αναστολής.
Ο οργανωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης με την οποία απαγορεύθηκε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση με αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ο οργανωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης με την οποία επιβλήθηκαν περιορισμοί στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ή της απόφασης με την οποία αυτή διαλύθηκε, με αίτηση ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989 δεν εφαρμόζεται στις δίκες του παρόντος άρθρου. Κεφάλαιο Δ’ Κυρώσεις
Άρθρο 14 Ποινικές και αστικές κυρώσεις 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 170 και 189 του Ποινικού Κώδικα, όσοι μετέχουν σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία έχει απαγορευθεί νόμιμα με απόφαση της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής ή παρεμποδίζουν τη διεξαγωγή δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.
Στην περίπτωση που παρεισφρέουν σε αυτήν πρόσωπα με σκοπό να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα της συνάθροισης, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, εκτός αν οι πράξεις τους τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 170 και 189 του Ποινικού Κώδικα, όσοι δεν συμμορφώνονται προς τους περιορισμούς που επιβάλλει η παριστάμενη αστυνομική ή λιμενική αρχή τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους. Αν οι υπαίτιοι του προηγούμενου εδαφίου τέλεσαν βιαιοπραγίες, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, εκτός αν οι πράξεις τους τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και 8 αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.
Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά και για τον οργανωτή της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του παρόντος. Κεφάλαιο Ε’ Τελικές διατάξεις Άρθρο 15 Εξουσιοδότηση Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής του παρόντος, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες σχετικά με τα μέσα και τις διαδικαστικές προϋποθέσεις διάλυσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων. Άρθρο 16 Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του π.δ. του προηγούμενου άρθρου καταργούνται το ν.δ.794/1971 «Περί δημοσίων συναθροίσεων» (Α’1), το β.δ. 269/1972 «Περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων» (Α’59) και το β.δ. 168/1972 «Περί καθορισμού των χώρων πόλεων τινών εις τους οποίους απαγορεύεται η πραγματοποίησις δημοσίων συναθροίσεων εν υπαίθρω και η διέλευσις κινουμένων τοιούτων» (Α΄35).
Άρθρο 17 Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται σε επιμέρους διατάξεις.