Φυλακές δίχως όρια : Ο θεσμικός ρόλος του εισαγγελέα - επόπτη


Το ερώτημα στο οποίο  καλούμαστε να αποφανθούμε είναι εάν συνάδει  η ελληνική νομοθεσία με την ελληνική πρακτική στα σωφρονιστικά καταστήματα κράτησης  κι αν δύνανται  να
εναρμονιστούν ο σκοπός της ποινής κατά το Ποινικό Δίκαιο και ο σκοπός της έκτισης της ποινής κατά το Σωφρονιστικό Δίκαιο;
Και ύστερα, το εάν μπορεί να γίνει αναπόσπαστο μέρος του ελάχιστου κεκτημένου σωφρονιστικής νομιμότητας και της σωφρονιστικής πολιτικής , η αναγνώριση των δικαιωμάτων του κρατουμένου στην καθημερινή διαβίωση, και όχι στις χάρτινες διακηρύξεις; Μπορεί τελικά ο κρατούμενος να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που του παρέχουν  οι νομοθετικές διατάξεις;
Ως γνωστόν, το ποινικό δίκαιο είναι ο πλέον επώδυνος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου που διαθέτουν τα κράτη. Με την ποινή απαντά σε σημαντικές προσβολές θεμελιωδών αγαθών των οργανωμένων κοινωνιών, που δε μπορούν να προστατευθούν με ηπιότερα μέσα. Όμως, η ποινή με την κοινωνικοηθική μομφή  που εκφράζει και τον στιγματιστικό της χαρακτήρα, συνοδεύει τον καταδικαζόμενο στον κοινωνικό του βίο και πέρα από την έκτισή της.  Υπό το πρίσμα αυτό, το ποινικό δίκαιο έχει ιδιαίτερα αυξημένη ανάγκη προσδιορισμού αρχών, αλλά και ορίων, ώστε να ελέγχει την κρατική δράση που καταστέλλει το έγκλημα. Ήτοι, το ποινικό δίκαιο χρειάζεται ενόψει της εξαιρετικά επώδυνης ταυτότητάς του για τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, μια αρχή , έναν θεσμό που να οριοθετεί τη χρήση του. Επιπροσθέτως ,η ίδια η φυλακή συνιστά την πλέον οργανωμένη ασυλική διαβίωση με περιορισμένη θεατότητα.   Είναι διαπιστωμένο πως ο θεσμός της φυλακής συνδέεται με την ανάπτυξη εξουσιαστικών σχέσεων, οι οποίες λαμβάνουν ακόμη και μία ακραία μορφή παθολογίας.   
  Στην πορεία προς την χάραξη μιας ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής καθίσταται αναγκαία η αναμόρφωση του υφιστάμενου σωφρονιστικού συστήματος. Για να μπορέσει η φυλακή να ανταποκριθεί στην αποστολή της και να λειτουργήσει ως τόπος βελτίωσης των κρατουμένων και προετοιμασίας για την ομαλή επανένταξη στην  κοινωνία, είναι απαραίτητη η μεταρρύθμιση της φιλοσοφίας της σωφρονιστικής πολιτικής. Μία μεταρρύθμιση που θα πρέπει να στηρίζεται σε ορισμένους πυλώνες. Μολονότι η Ελλάδα διαθέτει από το 1999 μία από τις πλέον σύγχρονες σωφρονιστικές νομοθεσίες της Ευρώπης το πρόβλημα έγκειται στην πρακτική της εφαρμογή. Οι υποβαθμισμένες , λόγω και του συνωστισμού των κρατουμένων , συνθήκες  κράτησης δε διαμορφώνονται με τρόπο που να αντιστοιχεί στις επιλογές του νομοθέτη (νομικές και ηθικές). Η ηγεσία της δικαιοσύνης κάποιες φορές το επιβεβαιώνει αφοπλιστικά. Δεν πρέπει να παρορά κανείς    πως η λύση του προβλήματος αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης στα ελληνικά σωφρονιστικά καταστήματα δε θα επέλθει μόνο με την τυχόν αποσυμφόρηση των φυλακών ή με τη δημιουργία περισσότερων φυλακών, όπως πολλοί υποστηρίζουν, αλλά εμμένοντας σε μία ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία δεν είναι άλλη από αυτή που απονέμεται ήδη σε αρκετά σωφρονιστικά συστήματα σήμερα: με την παροχή κατάλληλης έννομης προστασίας και  την ανάδειξη του Εισαγγελέα-Επόπτη σε θεματοφύλακα της εποπτείας των σωφρονιστικών καταστημάτων και του δικαστικού ελέγχου αυτών.
Διότι, η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτελεί τη σύγχρονη μεγάλη πρόκληση στο χώρο της αντεγκληματικής πολιτικής. Έχοντας ως βασικούς πυλώνες τις έννοιες και τις αρχές της αλληλεγγύης και της αξιοκρατικής ακριβοδικίας, η Κοινωνική Δικαιοσύνη επιτελεί σημαντικό  έργο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις εκείνες που είναι απαραίτητες για την θεμελίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, που συνάδουν σε μία αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτή τη λειτουργία, η Κοινωνική Δικαιοσύνη μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, ως νέο πρότυπο αντεγκληματικής πολιτικής ακόμη και σε σωφρονιστικό επίπεδο. Η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να σταματά στην πόρτα της Φυλακής. Εάν οι φυλακές δεν γίνουν κοινωνικά ωφέλιμες, τουλάχιστον θα παύσουν να είναι βλαπτικές στην έκταση που είναι μέχρι σήμερα. 
Κι αυτό θα επιτευχθεί μόνο όταν παρασχεθούν στον καταδικαζόμενο όλες οι δυνατότητες να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να βελτιωθεί. Δηλαδή, όταν εδραιωθεί ο θεσμικός ρόλος του Εισαγγελέα-Επόπτη στο δικαϊκό σύστημα, ώστε να επέλθει  στο σωφρονιστικό στάδιο η σύζευξη  της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ακριβοδικίας με άξονα αφενός την τήρηση των δικαιωμάτων του κρατουμένου και αφετέρου την εξασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών για την αξιοπρεπή διαβίωσή του στον χώρο κράτησης.

Βασιλική Σγάντζου