2003: Ο ναυτικός ληστής τραπεζών


Επί τέσσερα χρόνια οι αστυνομικοί της Ασφάλειας προσπαθούσαν να βάλουν στο «χέρι» τον σαραντάρη ληστή που χτυπούσε με χαρακτηριστική άνεση τα υποκαταστήματα των τραπεζών στην
Αθήνα και τον Πειραιά. Ο σωματώδης άνδρας έμπαινε οπλισμένος, χωρίς μεταμφίεση, φορώντας τις περισσότερες φορές μόνο γυαλιά ηλίου και με ψυχραιμία άδειαζε τα ταμεία.
Από το φθινόπωρο του 1998 είχε χτυπήσει 17 τραπεζικά υποκαταστήματα. Όμως, όσα φέρνει η μέρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, λένε. Ό,τι δεν κατάφεραν οι έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας Αττικής με έρευνες τόσων χρόνων, κατάφεραν ο ένοπλος φρουρός της Αγροτικής τράπεζας Μοσχάτου και δύο αστυνομικοί του τοπικού τμήματος που περιπολούσαν στην περιοχή. Λίγα λεπτά μετά την 18η ληστεία που έκανε στις 27 Φεβρουαρίου 2003, με απομίμηση πιστολιού, ο δράστης συνελήφθη πριν προλάβει να απομακρυνθεί από την τράπεζα της οδού Χρυσοστόμου Σμύρνης 124. Στην κατοχή του βρέθηκαν τα 16.700 ευρώ που μόλις είχε αρπάξει από τα ταμεία.

Έκανε την πρώτη του ληστεία στις 18 Σεπτεμβρίου 1998, με στόχο το υποκατάστημα της τράπεζας Κύπρου, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης 266 στον Άγιο Δημήτριο, απ’ όπου άρπαξε 2.591.000 δραχμές. Λίγες ημέρες πριν από την Πρωτοχρονιά του 1999 χτύπησε και πάλι στην λεωφόρο Βουλιαγμένης, αυτή τη φορά το υποκατάστημα της τράπεζας Αττικής στη συμβολή με την οδό Ηλία Ηλιού και έφυγε με 1.212.000 δραχμές. Πριν περάσουν τέσσερις μήνες έκανε και την τρίτη ληστεία στην Αγροτική τράπεζα, στη συμβολή των οδών Ηλιουπόλεως και Καφαντάρη, με «λεία» 1.000.000 δραχμές. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας είχαν τα χαρακτηριστικά του και μια συγκεκριμένη ακτίνα δράσης, αλλά δεν μπορούσαν να φτάσουν στα ίχνη του.
Ο ληστής «λούφαξε» για οκτώ μήνες, γνωρίζοντας, ίσως, ότι εκτός από τις διωκτικές αρχές και το νόμο των πιθανοτήτων, η απληστία αποδεικνύεται ο μεγαλύτερος «εχθρός» των κακοποιών. Στις 8 Δεκεμβρίου 1999 επέστρεψε στο «γνώριμο» υποκατάστημα της τράπεζας Κύπρου, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης 266 στον Άγιο Δημήτριο και άρπαξε 3.300.000 δραχμές. Μετά τη ληστεία που έκανε στις 28 Φεβρουαρίου στην Εμπορική τράπεζα της Νέας Σμύρνης, με «λεία» 4.125.000 δραχμές, «μετακόμισε» στα δυτικά προάστια, χτυπώντας υποκαταστήματα της Εθνικής τράπεζας στη λεωφόρο Θηβών.

Οι κάμερες «έδειχναν» τον ληστή, αλλά αυτός ήταν πάντα ένα βήμα μπροστά από τους αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης. Έμπαινε με χαρακτηριστική άνεση, φορώντας μόνο γυαλιά ηλίου, ακινητοποιούσε πελάτες και υπαλλήλους, τους υποχρέωνε να γεμίζουν με χαρτονομίσματα τις τσάντες που κρατούσε και εξαφανιζόταν. Κανείς από τους αυτόπτες μάρτυρες που κλήθηκαν στην Ασφάλεια δεν τον αναγνώρισε ανάμεσα στις φωτογραφίες υπόπτων, επειδή απλώς δεν ήταν σεσημασμένος! Μέχρι και εκπομπές της τηλεόρασης αφιέρωσαν χρόνο στο ληστή, προβάλλοντας σε στοπ καρέ φωτογραφίες του μέσα από τις τράπεζες, αλλά αποτέλεσμα δεν βγήκε. Άφησε μουστάκι, αγόρασε κράνος και συνέχισε απτόητος να λεηλατεί τα ταμεία. Το νόμισμα στο μεταξύ άλλαξε, αλλά αυτός δεν άλλαξε συνήθειες!
Είχε αρπάξει συνολικά περίπου 29 εκατομμύρια δραχμές και 60.000 ευρώ, όμως η 27η Φεβρουαρίου 2003 δεν ήταν η τυχερή του ημέρα. Μόλις βγήκε από την τράπεζα στο Μοσχάτο, λίγο μετά τις 9 το πρωί, τον περίμενε ο 54χρονος ένοπλος φρουρός Παναγιώτης Τζελέπης και τον κάλεσε να παραδοθεί. Ταυτόχρονα έφτασαν και δύο αστυνομικοί, που εκείνη την ώρα έκαναν περιπολία στην περιοχή και ο ληστής δεν είχε άλλα περιθώρια. Λίγες ώρες αργότερα θα περνούσε το κατώφλι του αστυνομικού μεγάρου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Ήταν ο 43χρονος Μιχάλης Κωστής, άνεργος ναυτικός, πατέρας πέντε παιδιών, με πρόβλημα καρδιάς και σύζυγο κατάκοιτη. Όπως είπε στους αστυνομικούς, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, δεν τον έπαιρνε κανείς στη δουλειά και είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Σκέφτηκε ότι οι ληστείες ήταν ο μόνος τρόπος να συντηρήσει την οικογένειά του. Ακόμη και οι γείτονές του απορούσαν πώς τα έβγαζε πέρα. Δύο εβδομάδες πριν κάνει τη μοιραία γι’ αυτόν ληστεία, αντιμετώπισε πάλι έντονο πρόβλημα στην καρδιά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου χρειάστηκε να νοσηλευτεί για μερικές ημέρες. Ο ίδιος είπε ότι τα όπλα του ήταν ψεύτικα γιατί δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν.
Νίκος Τσέφλιος