2000: Το τέλος του μεγαλύτερου Έλληνα βομβιστή

Οι αστυνομικοί χαρακτήριζαν τον Θέμη Παπαμάλη ως τον μεγαλύτερο βομβιστή που έδρασε στη χώρα μας για δύο δεκαετίες, καταφέρνοντας να μένει στο παρασκήνιο. Όμως, όταν συγκέντρωσαν
στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία ήταν αρχηγός ομάδας κακοποιών που διεκπεραίωνε σχεδόν όλες τις βομβιστικές επιθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος, δεν μπορούσαν πλέον να τα διασταυρώσουν, αφού ο 48χρονος άνδρας είχε πέσει νεκρός με καταιγισμό πυρών, έξω από το σπίτι του στην Πετρούπολη, «πληρώνοντας» την κόντρα ανάμεσα στις συμμορίες που διεκδικούσαν ολόκληρη την «πίτα» από τα κέρδη της νύχτας…
Ξημέρωνε 14 Φεβρουαρίου 2000, όταν οι δύο εκτελεστές έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσής του. Η ενέδρα στήθηκε στην οδό Αριστείδου 23, στην Πετρούπολη. Οι πιστολέρο κρυμμένοι σε πιλοτή πολυκατοικίας περίμεναν τον Παπαμάλη να επιστρέψει στο σπίτι του. Στις 5.20 φάνηκε το μπλε “Suzuki Swift” του Παπαμάλη και δόθηκε το σύνθημα. Ετοιμαζόταν να παρκάρει, όταν οι δράστες άνοιξαν πυρ εναντίον του. Ο ένας έριξε τις πρώτες τέσσερις βολές με κυνηγετικό όπλο και ο συνεργός του συνέχισε να πυροβολεί με πιστόλι των 9 χιλιοστών. Επαγγελματίες και οι δύο, περίμεναν να σιγουρευτούν ότι το θύμα δεν οπλοφορούσε ώστε να «απαντήσει» στα πυρά.

Πυροβολώντας με το πιστόλι, ο ένας από τους δράστες πλησίασε και τις τελευταίες από τις 15 σφαίρες τις έριξε από κοντινή απόσταση. Ο Παπαμάλης, βαρύτατα τραυματισμένος, έγειρε στο κάθισμα, ενώ οι δράστες μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και πάτησαν γκάζι. Με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ ο τραυματίας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός» και εισήχθη αμέσως στο χειρουργείο. Λίγα 24ωρα αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο Θέμης Παπαμάλης καταγόταν από τη Μυτιλήνη και υπηρέτησε στη Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών, αποκτώντας άριστες γνώσεις στην χρήση εκρηκτικών υλών. Η γνωριμία του με έναν γνωστό «μπράβο» ήταν το «εισιτήριο» για τον κόσμο της νύχτας και των εκβιασμών. Έγινε αρχηγός ομάδας, στην οποία συμμετείχαν και βατραχάνθρωποι από την ΜΥΚ, η οποία ανατίναζε με ευκολία σπίτια, αυτοκίνητα, ακόμη και πλοία!
Αργότερα ήρθε σε επαφή με τους «αρχηγούς της παραλιακής» Γιώργο Φραγκογιάννη και Θέμη Καλαποθαράκο, που είδαν στο πρόσωπό του έναν πολύτιμο συνεργάτη, ο οποίος μπορούσε να αναλάβει την «διεκπεραίωση» βομβιστικών επιθέσεων. Άλλωστε έως τότε ήταν άγνωστος στην Ασφάλεια. Συνελήφθη μία και μοναδική φορά, κι αυτή για πλημμέλημα, τον Φεβρουάριο του 1995 για κατοχή μικρής ποσότητας όπλων και εκρηκτικών και καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο σε ποινή φυλάκισης.
Μετά τη δολοφονία του «αντιπάλου» του Θόδωρου Καλλιμώρου, τον Αύγουστο του 1991 στη Σαρωνίδα, ο Καλαποθαράκος διέφυγε στη Γερμανία, για να γλιτώσει από τις αντιδράσεις άλλων κακοποιών. Εκεί γνώρισε τον διαβόητο Σέρβο παραστρατιωτικό Ζέλικο Ρασνάτοβιτς, γνωστότερο με το ψευδώνυμο «Αρκάν». Του υποσχέθηκε να του στείλει κάποιους «δικούς» του, για να πάρουν μέρος σε μυστικές επιχειρήσεις στο πλευρό του, στην Αλβανία και τη Βοσνία. Ανάμεσά τους ήταν και ο Παπαμάλης. Σε μια επιχείρηση τραυματίστηκε στο μάτι, κάτι που του προκάλεσε πρόβλημα όρασης. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, συνέχισε να συνεργάζεται με τον Καλαποθαράκο, με το παρατσούκλι «Βόσνιος».
Όταν τα ξημερώματα της 5ης Ιουλίου 1996, ο 26χρονος αστυφύλακας Ηρακλής Νικολοπουλος σκότωσε μέσα στο νυχτερινό κέντρο “Prinz” στην παραλιακή λεωφόρο, το Γιώργο Φραγκογιάννη και τραυμάτισε τον Θέμη Καλαποθαράκο, ο Παπαμάλης ανέλαβε τα «αντίποινα». Σε αυτόν αποδόθηκε από την Αστυνομία η ισχυρή έκρηξη, πέντε μήνες αργότερα, στο διαμέρισμα του πατέρα του δράστη, Νίκου Νικολόπουλου, απόστρατου συνταγματάρχη, στην οδό Τριπόλεως 22 στον Κολωνό, από την οποία ο άτυχος άνδρας διαμελίστηκε.
Ωστόσο τον Θέμη Παπαμάλη άρχισαν να τον προσεγγίζουν και άλλες ομάδες, που ήθελαν να τους προσφέρει την τεχνογνωσία του στην κατασκευή εκρηκτικών μηχανισμών. Ανάμεσά τους και η παντοδύναμη σπείρα που λυμαινόταν τη δυτική Αττική, η οποία είχε επεκτείνει τη δράση της και στο λαθρεμπόριο πετρελαίου. Όπως αποκάλυψε αργότερα ένα μέλος της σπείρας αυτής στην κατάθεσή του στον ανακριτή, ο Παπαμάλης και ένας υπαξιωματικός της ΜΥΚ βύθισαν δύο μικρά δεξαμενόπλοια, τοποθετώντας βόμβα στα ύφαλα, για να εκβιάσουν τον ιδιοκτήτη.

Ο Θέμης Καλαποθαράκος είχε δυσαρεστηθεί από τον Παπαμάλη, που «έκλεινε το μάτι» και σε άλλες ομάδες της νύχτας. Η οριστική ρήξη στις σχέσεις τους ήρθε από μια βομβιστική επίθεση και μια δολοφονία. Ο Καλαποθαράκος εξοργίστηκε όταν ο Παπαμάλης τοποθέτησε βόμβα στο τζιπ ενός φίλου του, επιμελητή μουσικού προγράμματος σε νυχτερινό κέντρο της παραλιακής, ενώ ο Παπαμάλης «χρέωσε» στον Καλαποθαράκο τη δολοφονία ενός φίλου του.
Οι δύο άνδρες είχαν το ίδιο τέλος. Πέντε μήνες μετά τη δολοφονία του Θέμη Παπαμάλη στην Πετρούπολη, θα έπεφτε νεκρός και ο Θέμης Καλαποθαράκος, με «βροχή» από σφαίρες, ενώ έφευγε με το τζιπ του από το εξοχικό του σπίτι στον Σχινιά. Από τότε που οι άλλοτε συνεργάτες τα «έσπασαν», η Αστυνομία είχε εντάξει τον Παπαμάλη στην ομάδα του Βασίλη Στεφανάκου, ο οποίος, σύμφωνα με τις ίδιες διαρροές, κρυβόταν πίσω από τη εκτέλεση του Καλαποθαράκου, για να εκδικηθεί τη δολοφονία του δικού του ανθρώπου και παράλληλα να αναλάβει τα ηνία της νύχτας. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις οι εκτελεστές ή οι εντολείς τους παρέμειναν στο σκοτάδι… Είτε επειδή η Αστυνομία δεν μπορούσε να “δέσει” τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της, είτε επειδή οι δράστες έπεσαν και αυτοί νεκροί στον “πόλεμο” της νύχτας…
Νίκος Τσέφλιος