1999: “Μάχη” με ληστές στην ορεινή Κορινθία

Η τετραμελής σπείρα που χτύπησε την Αγροτική τράπεζα Κλειτορίας Καλαβρύτων στις 3 Φεβρουαρίου 1999, ξεσήκωσε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Αστυνομίας, που αναζητούσε τους κακοποιούς επί 13 ημέρες στην ορεινή Κορινθία.
Ο στόχος, ένα τραπεζικό υποκατάστημα στη χιονισμένη κωμόπολη της Αχαΐας, φαινόταν εύκολος. Οι τέσσερις ληστές τα είχαν σχεδιάσει όλα. Ή σχεδόν όλα, καθώς δεν είχαν μάθει ότι η Αστυνομία είχε ενισχύσει την παρουσία της στην περιοχή, μετά από πληροφορίες ότι ο καταζητούμενος Βασίλης Παλαιοκώστας βρισκόταν κάπου εκεί.

Νωρίς το πρωί δύο απ’ αυτούς εισέβαλαν στην τράπεζα, κραδαίνοντας τα αυτόματα όπλα τους και αφού ακινητοποίησαν τους λιγοστούς υπαλλήλους και πελάτες άρπαξαν περίπου έξι εκατομμύρια δραχμές. Τράπηκαν σε φυγή με ένα λευκό “BMW”, στο οποίο έβαλαν φωτιά κοντά στο χωριό Λυκούρια και συνέχισαν προς την Κορινθία με ένα μπλε “Alfa Romeo”. Όμως το αυτοκίνητο «κόλλησε» στα χιόνια και οι κακοποιοί το εγκατέλειψαν, αφού το πυρπόλησαν και αυτό.

Οι αστυνομικοί και στις δύο περιπτώσεις έφτασαν καθυστερημένα, την ώρα που οι πυροσβέστες έσβηναν τις φωτιές. Με τηλεβόες ειδοποίησαν του κατοίκους του χωριού Καλύβια να κλειστούν στα σπίτια τους! Έκαναν αναζητήσεις, έστησαν μπλόκα στους επαρχιακούς δρόμους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Δύο ημέρες αργότερα, κι ενώ όλοι πίστεψαν ότι «το πουλάκι πέταξε», οι ληστές έκαναν το μοιραίο λάθος. Πυροβόλησαν τον 35χρονο αγρότη Κώστα Βαρελά, την ώρα που πήγαινε στο καφενείο στα Καλύβια, πιθανότατα για να του αρπάξουν το κλειστό φορτηγάκι που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ελαφρά από τα θραύσματα του παράθυρου. Οι δυνάμεις της ΕΚΑΜ επέστρεψαν στην ορεινή Κορινθία και ανασυντάχθηκαν. Οι ληστές είχαν επιλέξει την δύσκολη οδό διαφυγής, μέσα από τον Χελμό και όχι προς τα Καλάβρυτα, που φαινόταν πιο βατή, αλλά θα ήταν γεμάτη μπλόκα.

Πάνοπλοι αστυνομικοί έπιασαν τα περάσματα στην Καστανιά, το Καρτέρι και τη Γκούρα. Ταυτόχρονα έφτασε και ελικόπτερο από την Αθήνα που άρχισε να «σκανάρει» τις χιονισμένες πλαγιές της Ζήρειας.
Στις 6 Φεβρουαρίου οι ληστές εντοπίστηκαν μέσα στο δάσος κοντά στην Καστανιά. Ακολούθησε πραγματική μάχη με ανταλλαγή πυροβολισμών κοντά στο εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο «Ξενία». Οι αστυνομικοί, ωστόσο, έχασαν την οπτική επαφή. Μόλις έπεσε το σκοτάδι αποσύρθηκαν και σχεδίασαν τα επόμενα βήματα της επιχείρησης.

Το πρωί εντόπισαν έναν άνδρα βαριά τραυματισμένο στο βάθος της χαράδρας της Καστανιάς. Ήταν ο 46χρονος Θεοχάρης Τεμπερεκίδης. Το όνομά του «έλεγε» πολλά στα «κεντρικά» της Ασφάλειας. Το 1971, σε ηλικία μόλις 18 χρόνων, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ληστεία μετά φόνου του βιομήχανου Σίμου Ιωαννίδη στη Θεσσαλονίκη. Απέδρασε τον Σεπτέμβριο του 1972 από το Βενιζέλειο νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου νοσηλευόταν και συνελήφθη 16 ώρες αργότερα.

Η δεύτερη απόδρασή του έγινε το Μάιο του 1986 από τις φυλακές της Κέρκυρας, αλλά η ελευθερία του κράτησε μόλις ένα μήνα. Στις αρχές του 1994 αποφυλακίστηκε υπό όρους και το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου συνελήφθη στο Λαγονήσι, μαζί με τον κακοποιό Μιχάλη Μακρυγιάννη, ο οποίος 14 μήνες νωρίτερα είχε αιματοκυλήσει το νυχτερινό κέντρο «Χρυσή Νύχτα» στις Τρεις Γέφυρες, σκοτώνοντας δύο υπαλλήλους. Ο Τεμπερεκίδης, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, καθ’ οδόν για το νοσοκομείο της Κορίνθου, ισχυρίστηκε ότι συνεργοί του ήταν ένας Αλβανός και δύο Ρουμάνοι για να «θολώσει» τα νερά. Οι αστυνομικοί βρήκαν στις τσέπες του 1.207.000 δραχμές, ένα 9άρι πιστόλι, τρεις γεμιστήρες, μια χειροβομβίδα, ένα αναισθητικό σπρέι και τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου.
Ο μύθος λέει ότι ο αντάρτης πατέρας του Τεμπερεκίδη είχε ληστέψει την ίδια τράπεζα στην Κλειτορία, 50 χρόνια πριν, για να εξασφαλίσει τροφή και για να πληρώσει τον βαρκάρη που θα περνούσε αυτόν και άλλους συντρόφους του από την Πελοπόννησο στη Στερεά Ελλάδα!

Την επόμενη ημέρα οι αστυνομικοί συνέχισαν τις περιπολίες. Πίστευαν ότι οι άλλοι τρεις κακοποιοί είχαν «λουφάξει» στην περιοχή. Πράγματι πριν από το μεσημέρι βρήκαν νεκρό έναν ακόμη ληστή. Ήταν ο 35χρονος Αντώνης Φραντζής, ο οποίος τον Ιούνιο του 1993 συμμετείχε στη σπείρα που λήστεψε την τράπεζα Πίστεως στην Κάτω Κηφισιά μαζί με άλλα τρία άτομα και συνελήφθη μετά από περιπετειώδη καταδίωξη στο ρέμα της Χελιδονούς. Πάνω του είχε 1.200.000 δραχμές.
Οι ημέρες περνούσαν χωρίς οι έρευνες για τους άλλους δύο να έχουν φέρει αποτελέσματα. «Εάν γλίτωσαν από τις σφαίρες, σίγουρα θα πέθαναν από το κρύο», σκέφτηκαν οι αστυνομικοί. Μέχρι που στις 12 Φεβρουαρίου ο 24χρονος Γιάννης Καραδήμος επικοινώνησε με τους γονείς του στη Λάρισα. Τους είπε ότι είχε μπλέξει στη ληστεία στην Κλειτορία και ζήτησε να κανονίσουν ώστε να παραδοθεί μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες.

Τα κανάλια έφτασαν κοντά σε ένα εγκαταλελειμμένο σαλέ όπου κρυβόταν επί έξι μερόνυχτα και η παράδοση του εξαντλημένου ληστή ολοκληρώθηκε, παρουσία των γονιών του. Στην κατοχή του βρέθηκαν 2.000.000 δραχμές και δύο πιστόλια.

Ο Καραδήμος ήταν και αυτός σεσημασμένος, καθώς είχε πάρει μέρος σε ληστεία στην Εθνική τράπεζα Λάρισας, επτά μήνες νωρίτερα. Το 2007, ενώ βρισκόταν σε 5νθήμερη άδεια από τις φυλακές Κασσαβέτειας, κατηγορήθηκε και πάλι για ληστεία τράπεζας στη Λάρισα, αλλά αθωώθηκε.
Ο τέταρτος ληστής της Κλειτορίας, Διονύσης Ντούρος 32 χρόνων, εντοπίστηκε την επόμενη ημέρα σε μια σπηλιά όπου είχε καταφύγει, με τραύμα από πτώση και κρυοπαγήματα. Στην τσέπη του βρέθηκαν 330.000 δραχμές. Είχε κατηγορηθεί στο πρόσφατο παρελθόν ότι είχε πυροβολήσει ένα ζευγάρι στα Σεπόλια για λόγους ερωτικής αντιζηλίας και ότι είχε ανταλλάξει πυροβολισμούς με αστυνομικούς στην Άμφισσα.

Αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2008 και λίγους μήνες αργότερα τραυματίστηκε από έκρηξη αυτοσχέδιου μηχανισμού που κατασκεύαζε με έναν φίλο του στον Άγιο Αδριανό Αργολίδας. Τον Ιούνιο του 2010 καθηλώθηκε σε αναπηρικό καρότσι, όταν άγνωστος τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε σοβαρά, έξω από το καφενείο του πατέρα του, στη Ροβιάτα Αμαλιάδας. Οι αλλεπάλληλες «αποδράσεις» του από τον θάνατο του έχουν δώσει το παρατσούκλι «εφτάψυχος»! Ένα χρόνο αργότερα κατηγορήθηκε και πάλι για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, που κρυβόταν πίσω από ανθρωποκτονίες, εμπρησμούς και άλλα αδικήματα.
Νίκος Τσέφλιος