1998: Άγρια δολοφονία αγιογράφου στην Κυψέλη με 137 μαχαιριές!

Ακόμη και ο έμπειρος ιατροδικαστής Νίκος Καρακούκης «τρόμαξε» με την αγριότητα του δολοφόνου του 40χρονου αγιογράφου Λεωνίδα Φόρα, που είχε βρεθεί κατακρεουργημένος με 137
μαχαιριές μέσα στο σπίτι του στην Κυψέλη!
“Τέτοια βαρβαρότητα και αγριότητα δεν έχω αντιμετωπίσει ξανά τα τελευταία χρόνια”, είπε στους δημοσιογράφους, έξω από το διαμέρισμα – “σφαγείο”, της οδού Τζουμαγιάς 11. Ο δράστης σκότωσε με πρωτοφανές μίσος τον άτυχο άνδρα και δεν σταμάτησε ούτε όταν το μαχαίρι λύγισε από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα. Πήρε ένα άλλο και συνέχισε να το μπήγει στο κορμί του, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι ήταν πλέον νεκρός. Οι αστυνομικοί άργησαν, αλλά εξιχνίασαν το έγκλημα, δυόμισι χρόνια αργότερα, όταν συνέλαβαν το δολοφόνο για κλοπή και ταυτοποίησαν τα δακτυλικά αποτυπώματα, που όλο αυτό το διάστημα ήταν “ορφανά”.

Το απόγευμα της 12ης Φεβρουαρίου 1998 οι περίοικοι άκουσαν φασαρία, που προερχόταν από το σπίτι του 40χρονου πρώην μοναχού στο Άγιο Όρος. Μια γειτόνισσα ανησύχησε και λίγο αργότερα του χτύπησε το κουδούνι. Δεν πήρε απάντηση και υποψιάστηκε ότι κάτι κακό του είχε συμβεί. Ειδοποίησε την Αστυνομία και οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν με τον πιο φρικτό τρόπο. Ο Λεωνίδας Φόρας ήταν νεκρός πάνω στο κρεβάτι του, χτυπημένος με δύο μαχαίρια. Ο λαιμός και τα χέρια του ήταν τυλιγμένα με το καλώδιο του τηλεφώνου, ενώ όλοι οι χώροι του διαμερίσματος είχαν ερευνηθεί και ήταν άνω – κάτω. Λίγο αργότερα ειδοποιήθηκαν οι αξιωματικοί του τμήματος ανθρωποκτονιών και η σήμανση για δακτυλικά αποτυπώματα.
Όλα έδειχναν ότι κίνητρο του άγριου εγκλήματος ήταν η ληστεία, αλλά οι δεκάδες μαχαιριές πρόδιδαν και φοβερό μίσος. Ο άτυχος αγιογράφος πιθανότατα είχε ανοίξει ο ίδιος την πόρτα στο δολοφόνο του, καθώς δεν βρέθηκαν ίχνη διάρρηξης στην είσοδο. Πάλεψε μαζί του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγει από τα χέρια του και πιθανότατα, όπως “μαρτυρούσε” το σκηνικό, προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο για να ζητήσει βοήθεια, αλλά δεν πρόλαβε. Ο δράστης μετέτρεψε το καλώδιο σε ασφυκτικό κλοιό.
Οι αστυνομικοί πήραν καταθέσεις από συγγενείς και φίλους του Λεωνίδα Φόρα, αναζητώντας το κίνητρο του ανθρώπου που τον σκότωσε με τόσο μίσος. Είχε επιστρέψει μόλις λίγους μήνες πριν από το Άγιο Όρος, όπου ήταν μοναχός και, όπως είπαν όλοι όσοι κατέθεσαν, δεν είχε διαφορές με κανέναν. Οι αστυνομικοί εξέτασαν και το σενάριο να τον σκότωσε κάποιος εφήμερος εραστής, που στη συνέχεια έκλεψε ό,τι πολύτιμο βρήκε στο διαμέρισμα, αλλά οι έρευνές τους δεν είχαν αποτέλεσμα.
Ο φάκελος παρέμεινε ανοιχτός, μέχρι που τον Σεπτέμβριο του 2000 ο δολοφόνος έπεσε τυχαία στα χέρια των αστυνομικών. Ο 24χρονος Αλβανός Νίκος Παπάς συνελήφθη για κλοπή και οδηγήθηκε στην Ασφάλεια Αττικής για δακτυλοσκόπηση και φωτογράφιση. Λίγες ώρες αργότερα οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι είχαν μπροστά τους τον δράστη ενός εγκλήματος, ανεξιχνίαστου για δυόμισι χρόνια! Σχημάτισαν δικογραφία σε βάρος του και την επόμενη ημέρα τον έστειλαν κατηγορούμενο στον εισαγγελέα.
Στην απολογία του στον ανακριτή δεν αρνήθηκε το έγκλημα. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίστηκαν ένα βράδυ σε έναν κινηματογράφο στην Ομόνοια, όπου είχαν πάει να δουν ταινία σεξουαλικού περιεχομένου και δέχθηκε έναντι αμοιβής να ενδώσει στην ερωτική πρόταση του θύματος, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Κάποια στιγμή όμως, το μετάνιωσε και τότε πήρε τη μοιραία απόφαση. “Από τα πολλά χτυπήματα το μαχαίρι λύγισε και τότε πήρα ένα άλλο και συνέχισα να τον χτυπάω”, είπε κυνικά. Φεύγοντας από το διαμέρισμα, ο νεαρός έψαξε στα συρτάρια και βρήκε 10.000 δραχμές, που πήρε μαζί του. Μετά την απολογία του κρίθηκε προφυλακιστέος.
Το παραπεμπτικό βούλευμα για τον 24χρονο Αλβανό ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικό. “Το σεξουαλικό πάθος του θύματος, που επί 15 χρόνια ήταν μοναχός στο Άγιον Όρος, μπορεί να ήταν αποκρουστικό και κατακριτέο, αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν έδινε το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκε, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του”. Αυτό ήταν που μέτρησε και στη συνείδηση των μελών του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, που το Δεκέμβριο του 2001 τον έκριναν ένοχο, χωρίς να του αναγνωρίσουν κανένα ελαφρυντικό και τον καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη.
Νίκος Τσέφλιος