1996: Η πρώτη ανεξιχνίαστη απαγωγή

Η απαγωγή του 37χρονου επιχειρηματία Μιχάλη Μεταξά από το Ηράκλειο ήταν η πρώτη στην Κρήτη, αλλά και η πρώτη στη χώρα μας που παρέμεινε ανεξιχνίαστη. Η οικογένειά του παρέδωσε τα
λύτρα, 50 εκατομμύρια δραχμές, ωστόσο οι δράστες κατάφεραν να παραμείνουν στο σκοτάδι, παρά το γεγονός ότι οι αστυνομικοί είχαν εκφράσει την αισιοδοξία τους και ο φάκελος άνοιξε αρκετές φορές με την ανακάλυψη νέων στοιχείων.
Ήταν λίγο μετά τις 4 τα ξημερώματα της 28ης Φεβρουάριου 1996, όταν ο 37χρονος επιχειρηματίας, γιος ενός από τους πλουσιότερους Κρητικούς, του Νίκου Μεταξά, ιδιοκτήτη τεσσάρων πολυτελών ξενοδοχείων και μετόχου στη ναυτιλιακή εταιρεία «Μινωικές Γραμμές», έφυγε από το σπίτι του, στην οδό Σπιναλόγκας 10 στο Ηράκλειο και κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητό του, για να πάει στο εργοστάσιο κεραμοποιίας του.
Ξαφνικά πέντε σκοτεινές φιγούρες πετάχτηκαν μπροστά του. Τον ακινητοποίησαν με την απειλή όπλων, τον έριξαν στο δικό τους αυτοκίνητο και του φόρεσαν κουκούλα. Μετά από διαδρομή μισής ώρας έφτασαν σ’ ένα σπίτι. Στις 5 τα ξημερώματα ένας άγνωστος τηλεφώνησε στη σύζυγό του, Σούλα. «Έχουμε απαγάγει τον Μιχάλη. Αν δεν μας δώσετε ένα δισεκατομμύριο δραχμές, δεν θα τον ξαναδείτε ζωντανό. Μην τολμήσετε να πάτε στην Αστυνομία».
Η γυναίκα τρομοκρατήθηκε. Βγήκε από το σπίτι, είδε το αυτοκίνητο του συζύγου της σταθμευμένο στο συνηθισμένο σημείο, αλλά ο ίδιος ήταν άφαντος. Ειδοποίησε τον 80χρονο πατέρα του και στη συνέχεια τον αδελφό του, Ανδρέα. Εκείνος θα αναλάμβανε τις διαπραγματεύσεις. Δεν ήθελε να μπλέξει τον πατέρα του, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Σπουδασμένος σε σχολή τουριστικών επαγγελμάτων στη Γερμανία, ο Ανδρέας Μεταξάς κρατούσε ουσιαστικά το τιμόνι της οικογενειακής επιχείρησης, ως γενικός διευθυντής των ξενοδοχείων, από το 1992.
Οι απαγωγείς τηλεφώνησαν ξανά. «Αποκλείεται να βρούμε ένα δισεκατομμύριο», είπε ο Ανδρέας Μεταξάς και του έκλεισαν το τηλέφωνο. Δεν είχε άλλη επιλογή και ειδοποίησε την Αστυνομία.
Οι ώρες περνούσαν βασανιστκά για την οικογένεια του Μιχάλη Μεταξά. Την επόμενη ημέρα οι δράστες επανήλθαν. Αυτή τη φορά οι απαιτήσεις τους ήταν μειωμένες στο μισό, ζητούσαν πλέον 500 εκατομμύρια δραχμές. Στο μεταξύ είχαν φτάσει στο Ηράκλειο έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας από την Αθήνα, για να συνεργαστούν με τους συναδέλφους τους από την Κρήτη. Η παρουσία τους ήταν διακριτική. Συμβούλεψαν τον αδελφό του θύματος να πείσει τους απαγωγείς να μειώσουν κι άλλο τις απαιτήσεις τους, πράγμα που κατάφερε μέρα με τη μέρα.
Στις 2 Μαρτίου κατέληξαν στα 50 εκατομμύρια δραχμές. Όταν όλα ήταν έτοιμα για την παράδοση των λύτρων, απαίτησαν από τον Ανδρέα Μεταξά να μεταφέρει ο ίδιος τα χρήματα και του έδιναν συνεχώς εντολές μέσω κινητού τηλεφώνου. Κάθε τόσο του ζητούσαν να αλλάξει κατεύθυνση, για να σιγουρευτούν ότι η Αστυνομία δεν παρακολουθούσε το αυτοκίνητό του.
Είχε πλέον βραδιάσει, όταν του έδωσαν εντολή να ρίξει τα λεφτά μέσα σε μια συστάδα δέντρων, κοντά στην ταβέρνα «Νικολούδης», στην Εθνική Οδό Ηρακλείου – Ρεθύμνου. Εκείνος έκανε ό,τι του είπαν και τρεις ώρες αργότερα, περασμένα μεσάνυχτα πια, οι απαγωγείς τηλεφώνησαν για τελευταία φορά.
«Ο αδελφός σου είναι στου Κοκκίνη το Χάνι», του είπαν. Λίγο αργότερα ο Μιχάλης Μεταξάς βρέθηκε στην παραλιακή περιοχή, περίπου δέκα χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, κάτω από τη γέφυρα της Εθνικής οδού Ηρακλείου – Αγίου Νικολάου. Ήταν καλά στην υγεία του. Είχε μόνο έναν μώλωπα, «αναμνηστικό» από την πάλη του με τους δράστες, κατά τη διάρκεια της αρπαγής του.
Από τη στιγμή που η περιπέτεια του Μιχάλη Μεταξά είχε αίσιο τέλος και ο ίδιος ήταν ασφαλής στην αγκαλιά της οικογένειάς του, άρχισαν οι έρευνες της Αστυνομίας. Στην αρχή προσανατολίστηκαν στις ντόπιες συμμορίες, ακόμη και μέσα στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού, καθώς η προφορά τουλάχιστον ενός από τους απαγωγείς ήταν βαριά κρητική. Ο τρόπος δράσης θύμιζε την ένοπλη ληστεία, τον Δεκέμβριο του 1995, σε βάρος χρηματαποστολής των ΕΛΤΑ στη διασταύρωση της νέας με την παλιά εθνική οδό Ηρακλείου – Λασιθίου, με «λεία» 7 εκατομμύρια δραχμές, κατά την οποία οι ληστές τραυμάτισαν έναν υπάλληλο.
Aπό τα σήματα εκπομπής των κινητών τηλεφώνων προέκυπτε ότι το σπίτι στο οποίο κρατήθηκε όμηρος ο επιχειρηματίας ήταν κάπου κοντά στην Χερσόνησο. Οι έρευνες, όμως, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Παρά το γεγονός ότι οι δράστες επικηρύχθηκαν με 200 εκατομμύρια δραχμές, τα στόματα δεν άνοιξαν.
Λίγα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 2003, κι ενώ ο φάκελος παρέμενε ανοιχτός, αστυνομικοί συνόδεψαν τον Μιχάλη Μεταξά με δεμένα μάτια στο σπίτι ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου, στον Ανισαρά Ηρακλείου, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες του ιδιωτικού αστυνομικού Κώστα Σπύρου, είχε κρατηθεί ως όμηρος. Ο ίδιος ο Μεταξάς δήλωσε σχεδόν σίγουρος, από τη μυρωδιά του χώρου, ότι αυτή ήταν η «φυλακή» του εκείνες τις τέσσερις ημέρες. Ωστόσο οι έρευνες έφτασαν και πάλι σε αδιέξοδο…
Νίκος Τσέφλιος