1996: Η εξάρθρωση της “μαφίας” της Ηλιούπολης

Το βράδυ της 4ης Φεβρουαρίου 1996 οι αστυνομικοί του τμήματος εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής πανηγύριζαν για την εξάρθρωση της μεγαλύτερης σπείρας “νονών” που δρούσε στη
νοτιοανατολική Αττική. Σύμφωνα με τις καταγγελίες που είχαν στα χέρια τους, οι επτά κακοποιοί που είχαν συλλάβει έπαιρναν χρήματα από τουλάχιστον 50 καταστηματάρχες στην Ηλιούπολη και τις γύρω περιοχές. Εφάρμοζαν το σύστημα “λίγα από πολλούς” και, κατά τα πρότυπα των αμερικανικών συμμοριών, απαιτούσαν εβδομαδιαίο “χαράτσι”, επεκτείνοντας το καθεστώς τρόμου μέχρι τα περίπτερα. Οι νύχτες στα νότια προάστια είχαν χάσει εδώ και χρόνια τον ύπνο τους.
Ως “αρχηγοί” χαρακτηρίστηκαν από την Ασφάλεια ο 34χρονος Γιάννης Γιαννόπουλος, στο γυμναστήριο του οποίου ανδρώθηκαν τα μέλη της σπείρας, ο Νίκος Γρηγοράκος 28 χρόνων και ο μεγαλύτερος αδερφός του, Θόδωρος. Στον εισαγγελέα οδηγήθηκαν ακόμη οι μπασκετμπολίστες της Δάφνης δίδυμοι αδελφοί Δημήτρης και Θανάσης Μπιλλής 28 χρόνων, ο Νίκος Γιαμπουράς 32 χρόνων και ο “ταμίας” Γιώργος Ρούσσος 26 χρόνων. Όλοι τους προφυλακίστηκαν, ενώ στις 26 Μαΐου 1996 τους ακολούθησε και ο 21χρονος πυγμάχος Γιώργος Μουρλάς.

Ωστόσο τα ποσά της εγγύησης είναι μικρά για τα οικονομικά τους μεγέθη. “Αρχηγοί” και “τσιράκια” αφήνουν πίσω τους τα κάγκελα. Τα θύματά τους αποσύρουν το ένα μετά το άλλο τις καταγγελίες τους, εκτός από έναν, που αρνείται να παίξει το “παιχνίδι” τους. Είναι ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ιδιοκτήτης της καφετέριας “Posto”, στην οδό Σοφοκλή Βενιζέλου στην Ηλιούπολη. Οι “νονοί”, που απολαμβάνουν πλέον την ελευθερία, αλλά κυρίως την “εξουσία” τους, αρχίζουν την τρομοκρατία για να τον λυγίσουν κι αυτόν, ενόψει της δίκης…

Στις 6 Αυγούστου 1996 δύο κρανοφόροι τον περιμένουν έξω από την πολυκατοικία όπου μένει, στην οδό Δροσίνη στην Ηλιούπολη και όταν ένα αυτοκίνητο παρκάρει από κάτω, πλησιάζουν τον οδηγό και τον εκτελούν εν ψυχρώ. Όμως έχουν κάνει λάθος. Στην πραγματικότητα έχουν σκοτώσει τον ιδιοκτήτη εταιρείας σκαφών αναψυχής Θεοφάνη Σιδηρόπουλο 52 χρόνων, ο οποίος μόλις είχε συνοδεύσει στο σπίτι της μια Λιβανέζα φίλη του!
Τρεις μήνες αργότερα εισβάλλουν στο κομμωτήριο όπου εργάζεται η σύζυγός του, λίγες δεκάδες μέτρα από την καφετέρια, για να στείλουν το «μήνυμά» τους. Και πάλι όμως οι σφαίρες βρίσκουν λάθος στόχο. Τραυματίζουν την 58χρονη ιδιοκτήτρια, Βάσω Κωνσταντίνου! «Ήσουν τυχερή», της λένε στο τηλέφωνο. «Την επόμενη δεν θα γλιτώσεις»!
Η Ασφάλεια βγάζει άδεια οπλοφορίας στον καταστηματάρχη και τη σύζυγό του. Ένα βράδυ δύο κουκουλοφόροι προσπαθούν να επιτεθούν στο ζευγάρι με ένα ρόπαλο, αλλά το βάζουν στα πόδια μόλις η γυναίκα αρχίζει να πυροβολεί στον αέρα. Οι «νονοί» βρίσκουν εύκολο στόχο το μαγαζί και τα αυτοκίνητά τους. Τα πυρπολούν με γκαζάκια ή βόμβες μολότοφ.

Η δίκη των κατηγορουμένων παίρνει τη μια αναβολή μετά την άλλη κι έτσι επεκτείνουν ανενόχλητοι τις δραστηριότητές τους στα τυχερά ηλεκτρονικά παιχνίδια, απ’ όπου εισπράττουν πέντε εκατομμύρια δραχμές την εβδομάδα! Ακόμη, απαγάγουν έναν επιχειρηματία, τον οδηγούν στην Πεντέλη και με απειλές και βασανιστήρια τον αναγκάζουν να τους μεταβιβάσει όλα τα ακίνητά του, αξίας περίπου 200 εκατομμυρίων δραχμών! Στη μοιρασιά όμως τα χαλάνε. Η παντοδύναμη σπείρα σπάει στα δύο.
Η τηλεχειριζόμενη βόμβα στην “BMW” του Νίκου Γρηγοράκου, το Δεκέμβριο του 1998 στην Ηλιούπολη, θα είναι η αρχή του αδυσώπητου «εμφυλίου» πολέμου. Ο “Νικ ο Αμερικάνος”, όπως τον ξέρουν όλοι, γλιτώνει από την ισχυρότατη έκρηξη. Γλιτώνει και από τη βομβιστική επίθεση που ακολουθεί στο σπίτι του στη Βάρη. Λίγους μήνες μετά, το γυμναστήριο που έχει φτιάξει στο ισόγειο του πατρικού του, στην οδό Μοσχοπούλου στον Άγιο Δημήτριο, ισοπεδώνεται από έναν ακόμη εκρηκτικό μηχανισμό.

Ακολουθούν οι σφαίρες στο αυτοκίνητο στο οποίο επιβαίνουν δύο «δικοί» του στον Άλιμο. Ένας απ’ αυτούς τραυματίζεται σοβαρά. Από το νοσοκομείο κατονομάζει ως δράστη τον 30χρονο εργολάβο οικοδομών Γιώργο Τσακογιάννη, ο οποίος συλλαμβάνεται και προφυλακίζεται. Ωστόσο πληρώνει εγγύηση και βγαίνει μετά από πέντε μήνες, αφού στο μεταξύ το θύμα αλλάζει την κατάθεσή του.

Στις 16 Μαΐου 1999 ο Θόδωρος Γρηγοράκος συλλαμβάνεται τραυματισμένος μετά από πραγματική μάχη με αστυνομικούς στην πλατεία Ανεξαρτησίας στον Άλιμο και έξι μήνες αργότερα, στις 12 Νοεμβρίου 1999, ο 37χρονος Γιάννης Σωτηρόπουλος, ο επονομαζόμενος και “Τσέλιγκας”, εκτελείται με 18 σφαίρες έξω από το σπίτι του στη Νέα Σμύρνη. Είναι ο πρώτος νεκρός στη μάχη ανάμεσα στις δυο ομάδες.
Στο μεταξύ ο Νίκος Γρηγοράκος αναρρώνει από τη βόμβα στο αυτοκίνητό του. Στη θέση του δεξιού του ποδιού υπάρχει πρόσθετο μέλος, αλλά είναι ζωντανός. Την ημέρα που η Αστυνομία ολοκληρώνει μία ακόμη δικογραφία και τον κατηγορεί για ηθική αυτουργία στο φόνο του ιδιοκτήτη της εταιρείας σκαφών και τον τραυματισμό της κομμώτριας, αυτός νοσηλεύεται στο νοσοκομείο “Ελπίς”, για να πετύχει άλλη μια αναβολή της δίκης για λόγους υγείας. Πληρώνει εγγύηση 80 εκατομμύρια δραχμές και “καθαρίζει”.

Πάντως από τηλεοράσεως δείχνει υγιέστατος και χλευάζει τους αντιπάλους του, τους οποίους αποκαλεί “ερασιτέχνες”, “κλεφτρονάκια” και “καρπαζοεισπράκτορες”. Όμως δεν καταφέρνει να αντισταθεί στη μοίρα του, που για ανθρώπους εθισμένους στη νύχτα είναι προδιαγεγραμμένη. Πέφτει νεκρός στις 7 Ιουνίου 2000 με δύο σφαίρες στο κεφάλι, την ώρα που πίνει αναψυκτικό και διαβάζει τη στήλη του χρηματιστηρίου σε πρωινή εφημερίδα, περιμένοντας απέναντι από τα δικαστήρια τον πατέρα του, Βασίλη, να απολογηθεί στον ανακριτή για υπόθεση εμπορίας κοκαΐνης.
Ως εκτελεστή του “Τσέλιγκα”, δύο καταθέσεις “φωτογραφίζουν” τον “πατέρα φαμίλια»”, Βασίλη Γρηγοράκο. Όμως η έρευνα δεν προχωρά γιατί αυτός θα είναι ο επόμενος στόχος. Άλλωστε μετά τη δολοφονία του γιου του, είχε πει: “Τώρα είναι η σειρά μου”. Μία ημέρα πριν από το μνημόσυνο του Νικ, απόγευμα Σαββάτου, πέφτει και αυτός νεκρός με καταιγισμό πυρών μέσα στο τζιπ του στη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο που δεν τον έσωσε και δίπλα του είχε δύο όπλα, που δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει.

Η Ασφάλεια κατηγορεί ως ηθικό αυτουργό για τις δολοφονίες του Νίκου και του Βασίλη Γρηγοράκου τον Γιώργο Τσακογιάννη, ο οποίος προφυλακίζεται και πάλι. Ήταν επιβαρυντική γι αυτόν και η κατάθεση της συζύγου του θύματος, η οποία, όπως είπε, τον είδε να βάζει τη βόμβα στο σπίτι τους στη Βάρη. Ωστόσο, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Νικ, η γυναίκα ανακαλεί την κατάθεσή της και φεύγει με τα τρία παιδιά τους για την Αμερική. Έτσι ο Τσακογιάννης αποφυλακίζεται και πάλι με εγγύηση ύψους 40 εκατομμυρίων δραχμών και τελικώς αθωώνεται με βούλευμα.
Το Μάρτιο του 2001 προστίθεται άλλος ένας κρίκος στις δολοφονίες. Θύμα θα είναι ο Νίκος Πούλιας, 30 χρόνων, ο άνθρωπος που, όπως υποστήριζε ο Τσακογιάννης, είχε προσληφθεί από την οικογένεια Γρηγοράκου για να σκοτώσει τον “Τσέλιγκα”. Μάλιστα είχε πάρει και προκαταβολή πέντε εκατομμύρια δραχμές, αλλά επέστρεψε τα χρήματα, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη “δουλειά”.
Τον Ιούνιο του 2001 γίνεται τελικά, μετά από δέκα αναβολές, η δίκη των μελών της σπείρας. Όλοι καταδικάζονται σε μικρές ποινές. Η πιο βαριά είναι φυλάκιση 4,5 ετών. Μετά από λίγο καιρό ο Θόδωρος Γρηγοράκος θα ξανακαθίσει στο εδώλιο. Αυτή τη φορά για τη συμπλοκή με τους αστυνομικούς του τμήματος εκβιαστών στον Άλιμο. Η “καμπάνα” θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Κάθειρξη 17,5 ετών, παρ’ όλο που ο ίδιος φωνάζει ότι πυροβολήθηκε πισώπλατα, ενώ από το δικό του όπλο δεν έλειπε καμία σφαίρα.
Ο “Τέντι”, όπως τον αποκαλούν στον Κορυδαλλό, στριμώχνει πλέον τη δύναμή του σ’ ένα κελί στην Γ’ Ακτίνα. Δεν διστάζει να μπλέκει σε φασαρίες. Μια συμπλοκή με Κούρδους κρατουμένους θα αναγκάσει τον αρχιφύλακα Αντώνη Αραβαντινό να τον στείλει στην Δ’ Ακτίνα. Μια μέρα βρίσκει κάτω από το μαξιλάρι του μια σφαίρα και ένα απειλητικό σημείωμα. Στο κελί πίνει πολύ. Κάτι σαν τσίπουρο, που φτιάχνουν κυρίως οι Ρουμάνοι κρατούμενοι. Λιώνουν φρούτα μέσα σε αυτοσχέδιες αντιστάσεις, προσθέτουν ζάχαρη και χλωρίνη και με ηλεκτρόλυση παράγουν ένα δυνατό και πολύ επικίνδυνο αλκοολούχο ποτό.

Στις 28 Ιανουαρίου 2002, μία ημέρα μετά γενέθλιά του, ο Τέντι θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο, δηλητηριασμένος από υδροκυάνιο που κάποιοι έβαλαν στη μακαρονάδα του. Η έρευνα “δείχνει” τον 32χρονο Αλβανό Ιλίς Μπερίκου ως τον φυσικό αυτουργό της δολοφονίας. Ο Γιώργος Τσακογιάννης, που κατηγορήθηκε για ηθική αυτουργία και γι’ αυτή τη δολοφονία, θα αθωωθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά.
Οι εκβιαστές, όσοι επέζησαν τουλάχιστον, συνέχισαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να κάνουν αυτό που ήξεραν καλά. Γιαμπουράς και Μουρλάς συνελήφθησαν το Νοέμβριο του 2000 για εμπλοκή σε ληστεία σε βάρος δύο υπαλλήλων της Alpha Bank στο Αίγιο, με “λεία” 65 εκατομμύρια δραχμές. O Γιάννης Γιαννόπουλος συνελήφθη το Μάιο του 2007, ως “αρχηγός” σπείρας “νονών”. Λίγη ώρα νωρίτερα είχε πέσει στα χέρια των αστυνομικών ένα μέλος της σπείρας, με ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που είχε αποσπάσει από το Internet Café “Sunrise”, στον Άγιο Δημήτριο. Η εισαγγελία είχε δώσει άδεια να “παγιδευτεί” το κατάστημα με φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες. Αργότερα ήρθε και η σειρά των δίδυμων αδελφών Μπιλλή. Ήταν ανάμεσα στους τέσσερις άνδρες που συνελήφθησαν τον Ιούνιο του 2008 για οπλοκατοχή στη Λιβαδειά.
Σύμφωνα με το thetoc.gr και τον Παναγιώτη Σπυρόπουλο, ο Γιάννης Γιαννόπουλος έχασε τη ζωή του τον Απρίλιο του 2015, σε ηλικία 53 ετών, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπως έλεγαν οι πρώτες ιατρικές γνωματεύσεις. Ένα Σαββατόβραδο βρέθηκε με μια κοπέλα σε ξενοδοχείο για να περάσουν κάποιες ιδιωτικές στιγμές. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, αισθάνθηκε αδιαθεσία και λίγο αργότερα κατέρρευσε. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο όπου λίγη ώρα αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή.
Νίκος Τσέφλιος