1991: Νεκρός από τις σφαίρες διαρρήκτη

Ο 33χρονος ανθυπαστυνόμος Νίκος Τσιμπούρας, που καταγόταν από την Σκοπιά Φαρσάλων, μόλις είχε πάρει μετάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Παιανίας ως υποδιοικητής και ετοιμαζόταν να
μετακομίσει από τα Ιλίσια όπου έμενε, για να είναι κοντά στην υπηρεσία του. Εκείνη την ημέρα η σύζυγός του, Λίτσα, είχε πάει μαζί με τον 5χρονο γιο τους στο καινούργιο σπίτι για να το καθαρίσει και το βράδυ πέρασε από την υπηρεσία του για να φύγουν μαζί.
Μόλις μπήκαν στον σταθμό, οι συνάδελφοι του ανθυπαστυνόμου «έπεσαν» πάνω στο μικρό και άρχισαν να τον χαϊδεύουν στοργικά. Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν έδωσε σημασία. «Ο σύζυγός μου δεν είναι εδώ;», ρώτησε. «Έχει πάει σε ένα επεισόδιο μαζί με τον διοικητή και μάλλον θα αργήσουν. Καλύτερα να πάτε σπίτι, θα έρθει αργότερα», της είπαν.
Κανείς δεν είχε τη δύναμη να της πει την τραγική αλήθεια. Με κόπο προσπαθούσαν να κρύψουν τα συναισθήματά τους. Με ποιο τρόπο, άραγε, να της έλεγαν ότι ο σύζυγός της ήταν νεκρός; Ότι είχε δολοφονηθεί στο καθήκον από έναν κακοποιό, τον οποίο προσπάθησε να ελέγξει κι εκείνος τράβηξε όπλο και τον πυροβόλησε εν ψυχρώ δύο φορές;
Όταν η γυναίκα και το παιδί έφυγαν με ταξί για το σπίτι, οι συνάδελφοι του Νίκου Τσιμπούρα λύγισαν. Η Λίτσα έμαθε το τραγικό νέο από τον πατέρα της και κατέρρευσε.

Ήταν 1η Φεβρουαρίου 1991, λίγο πριν από τις 8 το βράδυ. Ένας κάτοικος της Παιανίας, ο Κώστας Κωνσταντιδέλλης, τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση και είπε ότι ένας νεαρός κινείται ύποπτα στην οδό Αγίας Μαρίνας, ένα χωματόδρομο κάθετο στη λεωφόρο Λαυρίου, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Παιανίας – Σπάτων. Αμέσως ειδοποιήθηκε ο Αστυνομικός Σταθμός της περιοχής. Ο ανθυπαστυνόμος Νίκος Τσιμπούρας ενημέρωσε τον διοικητή, υπαστυνόμο Γιώργο Κονσολάκη και αποφάσισαν να πάνε μαζί στο σημείο, καθώς τα κρούσματα κλοπών και διαρρήξεων είχαν πολλαπλασιαστεί τον τελευταίο καιρό.
Μπήκαν στο περιπολικό και έφτασαν στο σημείο. Είδαν ένα νεαρό με κοντά σγουρά μαλλιά και σκούρα ρούχα να σπρώχνει ένα ποδήλατο. Τον κάλεσαν να σταματήσει για έλεγχο, αλλά εκείνος το εγκατέλειψε και άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια με τις ελιές. Οι δύο αστυνομικοί έτρεξαν πίσω του και ο διοικητής πυροβόλησε μια φορά στον αέρα για εκφοβισμό. Λίγα μέτρα παρακάτω χωρίστηκαν για να τον εντοπίσουν ευκολότερα.
Πριν περάσουν λίγα λεπτά ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί. Ο υπαστυνόμος έτρεξε στο σημείο απ’ όπου προέρχονταν και είδε τον υποδιοικητή πεσμένο στο χώμα. Σε κατάσταση σοκ ειδοποίησε από τον ασύρματο του περιπολικού για ασθενοφόρο και ενισχύσεις. Όταν έφτασαν οι άνδρες του ΕΚΑΒ, ο Νίκος Τσιμπούρας ήταν ήδη νεκρός. Και όταν κινητοποιήθηκαν δεκάδες περιπολικά από όλα τα Μεσόγεια, ο δράστης είχε ήδη εξαφανιστεί. «Νίκο μου, αδελφέ μου, καλύτερα να ήμουν εγώ», ψέλλισε συγκλονισμένος ο διοικητής, ενώ οι συνάδελφοί του τον έπιαναν από το μπράτσο για να τον απομακρύνουν.

Στο σημείο έφτασε όλη η πολιτική και φυσική ηγεσία της Αστυνομίας, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο «Αττικάρχης» Σίμων Παπαδογεώργος και ο διοικητής της Ασφάλειας Αττικής Αντώνης Λαμπαδιάρης. Οι κάτοικοι της περιοχής δεν μπόρεσαν να φωτίσουν τις συνθήκες της δολοφονίας. Οι αλλεπάλληλες κλοπές στην περιοχή τους έκαναν να κλείνονται νωρίς στα σπίτια τους, ειδικά το χειμώνα. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι ο ανθυπαστυνόμος είχε παλέψει με τον δράστη, πριν δεχθεί δύο σφαίρες από όπλο μικρού διαμετρήματος, μία στην αριστερή πλευρά του μετώπου και μία στην κοιλιά.
Το τμήμα ανθρωποκτονιών που ανέλαβε την υπόθεση αναζήτησε παντού το δράστη, προσήγαγε δεκάδες υπόπτους από τις γύρω περιοχές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο δολοφόνος του άτυχου ανθυπαστυνόμου δεν άφησε ίχνη και κατάφερε να παραμείνει στο σκοτάδι. Το σενάριο, σύμφωνα με το οποίο ήταν Αλβανός, ένας από τους χιλιάδες που έφτασαν στη χώρα μας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και εγκαταστάθηκαν στα Μεσόγεια, δουλεύοντας στα χωράφια, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ…

Στην κηδεία του Νίκου Τσιμπούρα, στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, ήταν όλοι εκεί, από τον υπουργό Δημόσιας Τάξης Γιάννη Βασιλειάδη και τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. Γιάννη Αντωνόπουλο μέχρι τον «Αττικάρχη» και δεκάδες συναδέλφους του. Σε έκτακτη συνεδρίασή του το Δημοτικό Συμβούλιο Παιανίας αποφάσισε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένεια του ανθυπαστυνόμου, σε ένδειξη εκτίμησης των υπηρεσιών που προσέφερε στους δημότες και, αντί στεφάνου, να καταθέσει 50.000 δραχμές υπέρ των φιλανθρωπικών και κοινωνικών προγραμμάτων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ακόμη, αποφάσισε να δώσει το όνομά του στο δρόμο λίγα μέτρα από τον οποίο έπεσε στο καθήκον.
Νίκος Τσέφλιος