“I am not a victim, I am a survivor”: η καθοριστική σημασία των γλωσσικών μας επιλογών-η μιντιακή προσέγγιση της γυναικείας θυματοποίησης

Η πρώτη μας εκπαιδευτική δράση για το 2020 στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος στη θεματική “Έγκλημα και Media” ξεκινά το Σαββατο 22 Φεβρουαρίου στις 10 το πρωί με την έναρξη του
σεμιναριακού μας μαθήματος Women, Crime and the Media – Η γυναίκα ως δράστιδα και ως θύμα σε πολύκροτες υποθέσεις και ο στιγματιστικός λόγος των media.
Σας ενημερώνω ότι οι εγγραφές έχουν ήδη ξεκινήσει και σας ευχαριστούμε για το θερμό ενδιαφερον! Για να ενταχθείτε στην εκπαιδευτική μας ομάδα, κρατήστε έγκαιρα τη θέση σας στο παρακάτω link, όπου θα βρείτε αναλυτικές πληροφορίες για τις θεματικές και τον στόχο του σεμιναρίου, αλλά και τη διαδικασία εγγραφής.
https://www.facebook.com/events/2783295411733556/?notif_t=plan_admin_added&notif_id=1579156563722174Sth
Ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες και ο όρος «γυναικοκτονία»: Μία συζήτηση με κοινωνικό, εγκληματολογικό και γλωσσικό ενδιαφέρον ήταν το πρώτο θέμα που επεξεργαστήκαμε, στο πλαίσιο της αρθρογραφίας, με αφορμή το σεμινάριο που θα μας δώσει το έναυσμα για να συζητήσουμε σχετικά με όλα τα επίκαιρα ζητήματα που αφορούν τη γυναικεία εγκληματικότητα και τη γυναικεία θυματοποίηση στις 22-2 στο ΚΕ.Μ.Ε.
Η συζήτηση συνεχίζεται σήμερα, με ένα ακόμα θέμα ορολογίας με εγκληματολογικό, κοινωνικό και γλωσσικό ενδιαφέρον. Αυτήν τη φορά εστιάζουμε το ερευνητικό μας ενδιαφέρον στις λέξεις “θύμα”, “παθούσα”, “επιζήσασα της εγκληματικής πράξης”, στο πλαίσιο της γυναικείας θυματοποίησης, επιχειρώντας να εμβαθύνουμε στη βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενο κάθε όρου.
Θα ξεκινήσω υπογραμμίζοντας ότι η γλώσσα έχει τεράστια δύναμη ως προς τα μηνύματα που περνάει στο ευρύ κοινό, γιατί η γλώσσα είναι φορέας σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων και γι’ αυτό άλλωστε η γλώσσα λειτουργεί έντονα και σε συμβολικό επίπεδο. Επομένως, οι γλωσσικές μας επιλογές, ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξουμε γλωσσικά να εκφραστούμε, διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο ως προς τη στάση που θέλουμε να κρατήσουμε και τα μηνύματα που επιθυμούμε να περάσουμε στον συνομιλητή μας.
Ειδικά, για ορισμένα ζητήματα που θεωρούνται “κοινωνικά ευαίσθητα” η επιλογή των λέξεων έχει μία ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Επομένως, κατά τη μιντιακή προσέγγιση του ζητήματος της γυναικείας θυματοποίησης, η χρήση των λέξεων είναι καθοριστικής σημασίας για την παρουσίαση κάθε υπόθεσης αλλά και για την απεικόνιση του εγκληματικού φαινομένου, καθώς δύναται να ασκήσει ισχυρές επιδράσεις στον τρόπο σκέψης του κοινού για το θέμα, για το οποίο συνήθως έχει αποκλειστική ενημέρωση από τα ΜΜΕ.
Οι λέξεις είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται από τον δημοσιογράφο και τον κοινωνικό ερευνητή για να περιγράψουν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια μία κατάσταση ή/και για να αποδώσουν μία συγκεκριμένη ιδιότητα και όχι για να στιγματίσουν ή να οδηγήσουν σε μία δευτερογενή θυματοποίηση, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και αποτρεπτικά ως προς την καταγγελία μίας εγκληματικής ενέργειας, κυρίως σεξουαλικών εγκλημάτων και ενδοοικογενειακής βίας. Συνεπώς, διαπιστώνουμε τη δύναμη των λέξεων ως προς τα μηνύματα που περνούν στο κοινό αλλά και τη δημοσιογραφική ευθύνη ως προς την ενημέρωση για τα σοβαρά και δύσκολα στην προσέγγισή τους ζητήματα εγκληματολογικού ενδιαφέροντος (Words matter).
Όσον αφορά τη γυναικεία θυματοποίηση, ο όρος “παθούσα” είναι ο ορθός νομικά όρος για να περιγράψει την κατάσταση που έχει βιώσει το άτομο και να δώσει έμφαση στην πράξη, στην εγκληματική ενέργεια που έχει υποστεί η γυναίκα.
Ο όρος “επιζήσασα/επιβιώσασα της εγκληματικής ενέργειας”/survivor, ο οποίος σε διεθνές επίπεδο κερδίζει έδαφος ως προς τη χρήση του και από την επιστημονική κοινότητα, είναι ένας πολύ ενδιαφέρων -γλωσσικά- όρος, γιατί καταφέρνει να περάσει ένα σπουδαίο κοινωνικό μήνυμα που σχετίζεται με μία δυναμική στάση ζωής, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα θύμα βιασμού/κακοποίησης/ενδοοικογενειακής βίας κ.λπ. αναγνωρίζει ασφαλώς τη σοβαρότητα του εγκλήματος που έχει υποστεί αλλά δεν θέλει να είναι πια, να αισθάνεται ή/και να την προσεγγίζει ο κοινωνικός περίγυρος (άμεσος και ευρύτερος) σαν θύμα. Θέλει να συνεχίσει τη ζωή της, έχοντας αντιμετωπίσει το τραύμα της θυματοποίησης, το οποίο είναι εξαιρετικά επώδυνο (βλ.σχετικό μας θέμα Το τραύμα της θυματοποίησης https://www.postmodern.gr/to-trayma-tis-thymatopoiisis/) και να προχωρήσει χωρίς να κοιτάζει πίσω και χωρίς να αυτο-ενοχοποιείται για πράξεις για τις οποίες δεν φέρει καμία ευθύνη.
Βλ.σχετικό απόσπασμα από το θέμα μας Η συγκλονιστική επιστολή θύματος βιασμού (https://www.postmodern.gr/i-sygklonistiki-epistoli-thymatos-via/): “Δεν έπρεπε ποτέ να κάνεις αυτό σε μένα. Κατά δεύτερο λόγο δεν έπρεπε να με κάνεις να παλέψω για τόσο διάστημα για να σου πω ότι δεν έπρεπε να μου είχες κάνει αυτό. Αλλά φτάσαμε ως εδώ. Η ζημιά έγινε, κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί. Και τώρα και οι δύο έχουμε μία επιλογή. Μπορούμε να το αφήσουμε να μας καταστρέψει. Μπορώ να μείνω θυμωμένη και πληγωμένη και εσύ να συνεχίσεις να αρνείσαι ή να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο, αποδέχομαι τον πόνο, αποδέχεσαι την ποινή και συνεχίζουμε”.
Ο όρος “θύμα” που συνεχίζει να αποτελεί έναν όρο που κυριαρχεί και στον δημοσιογραφικό λόγο, κατά τη μιντιακή προσέγγιση ανάλογων ζητημάτων υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, μπορεί από τη μία να θεωρηθεί ως ένας στιγματιστικός όρος που βάζει ένα άτομο σε έναν συγκεκριμένο ρόλο από τον οποίο δεν μπορεί να “ξεφύγει”, γιατί το “εγκλωβίζει”, από την άλλη πλευρά πρέπει να αναφερθεί ότι ο συγκεκριμένος όρος δίνει τη δυνατότητα στον δημοσιογράφο και στον κοινωνικό ερευνητή να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέγεθος και τη βαρύτητα του προβλήματος και την επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων. Επομένως, θα υπογραμμίσω ότι σημασία έχει να εξετάζεται και το πλαίσιο στο οποίο κάθε όρος χρησιμοποιείται, ώστε να γίνει απολύτως αντιληπτό εάν χρησιμοποιείται στιγματιστικά ή για να περάσει ένα πολύτιμο κοινωνικό μήνυμα. Η διάκριση, ασφαλώς, μεταξύ στιγματιστικής προσέγγισης και αφύπνισης του κοινού πρέπει να είναι ξεκάθαρη.
Συνοψίζοντας, στηριζόμενοι στη δύναμη των γλωσσικών μας επιλογών, θεωρώ σημαντικό -και αυτή είναι η παρότρυνσή μου και στους δημοσιογράφους του αστυνομικού και δικαστικού ρεπορτάζ στο πλαίσιο της εκπαίδευσής μας- να αρχίσουν να χρησιμοποιούν στα ρεπορτάζ και στις συνεντεύξεις τους και τον όρο “επιζήσασα/επιβιώσασα/survivor”, αναφερόμενοι σε υποθέσεις γυναικών που επέζησαν εγκληματικών ενεργειών και κυρίως σεξουαλικών εγκλημάτων και ενδοοικογενειακής βίας, ώστε να περάσουν το δυνατό μήνυμα ότι η βία κατά των γυναικών μπορεί να τερματιστεί και ότι οι γυναίκες που έχουν θυματοποιηθεί και κατάφεραν να επιβιώσουν μπορούν, πραγματικά, να κάνουν μία νέα αρχή στη ζωή τους και να γράψουν ένα καινούργιο κεφάλαιο που δεν θα περιλαμβάνει βία.
Συνεχίζουμε πολύ δυναμικά τη διερεύνηση των πολύ κρίσιμων θεμάτων μας το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος. Το βέβαιο είναι ότι έχουμε ακόμα να πούμε πολλά και ενδιαφέροντα με την εκπαιδευτική μας ομάδα!