Παιδοκτονίες - Χτίζοντας αλυσίδα πρόληψης και αποτροπής εγκλημάτων βίας - Της Σοφίας Βαγενά

Αναδημοσιεύουμε το άρθρο της Σοφίας Βαγενά από την ιστοσελίδα της Ανοιχτής Κίνησης Δημοκρατών Αξιωματικών 

Mε την υποδοχή του νέου έτους, μία ακόμη οικογενειακή τραγωδία συγκλόνισε τη χώρα μας. Μία 32χρονη μητέρα στην Πεύκη, πέταξε την πεντάχρονη κόρη της από την ταράτσα του τριώροφου στον ακάλυπτο χώρο του κτιρίου και στη συνέχεια έπεσε και εκείνη από την μπροστινή πλευρά, στο πεζοδρόμιο. Ο τρόπος που η 32χρονη επέλεξε να τερματίσει τη ζωή του παιδιού της, το οποίο ήταν ΑμεΑ και να δώσει τέλος και στη δική της ζωή ξαναφέρνει στη μνήμη την ανείπωτη τραγωδία του περασμένου Μαρτίου στο Νέο Κόσμο, όταν μια 44χρονη μητέρα είχε βουτήξει στο κενό με το παιδί της στην αγκαλιά. Ένα ακόμη αντίστοιχο περιστατικό έλαβε χώρα το απόγευμα της Πέμπτης (02/1/2020) στην Πάτρα, όταν ένας άνδρας απείλησε να αυτοκτονήσει μαζί με το παιδί του. Είναι σχεδόν αδύνατο για τους περισσότερους από εμάς να καταλάβουμε πώς ένας γονιός μπορεί σκόπιμα να σκοτώσει τα παιδιά του. Η πραγματικότητα είναι ότι οι παιδοκτονίες συμβαίνουν δυστυχώς με ανησυχητικά αυξανόμενη συχνότητα στη χώρα μας. Και όπως μας έδειξε η πρόσφατη πραγματικότητα, οι μητέρες είναι σχεδόν εξίσου πιθανό να είναι οι δολοφόνοι όπως οι πατέρες.

Σχεδόν το 72% αυτών που σκοτώθηκαν από τους γονείς τους ήταν 6 ετών ή νεότεροι. Και το ένα τρίτο των θυμάτων ήταν μόνο μωρά ηλικίας κάτω του 1 έτους. Φυσικά, η απειλή της παιδοκτονίας δεν εξαφανίζεται όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται και μπορούν να ζήσουν μόνοι τους. Ποιοι είναι, όμως οι κύριοι παράγοντες που ωθούν τους γονείς σε αυτή την πράξη.Σύμφωνα με παγκόσμιες έρευνες σχετικές με την παιδοκτονία έχει φανεί ότι οι κυριότεροι λόγοι πίσω από αυτή την πράξη είναι η διαταραγμένη ψυχική ισορροπία του γονέα-θύτη σε συνάρτηση με το χωρισμό από τον/την σύντροφο και πιθανή απώλεια αμοιβαίας στήριξης. Συνήθως, οι δράστες έχουν συχνά εκφράσει την επιθυμία τους να σκοτώσουν τα παιδιά τους ή έχουν δείξει τη συμπάθειά τους για άλλους που έχουν σκοτώσει στο παρελθόν. Όμως οι άνθρωποι που απευθύνονται δεν καταλαβαίνουν τι τους λένε ή δεν το παίρνουν πολύ σοβαρά. Επίσης, οι γονείς αυτοί συχνά αναζητούν βοήθεια από κάποιον ιατρό και ψυχιατρικές υπηρεσίες πριν σκοτώσουν τα παιδιά τους. Με βάση, λοιπόν όλα τα παραπάνω οι υγειονομικές αλλά και ψυχιατρικές υπηρεσίες οφείλουν να επαγρυπνούν των προειδοποιητικών σημάτων έτσι ώστε να παρέμβουν δραστικά και να αποτρέψουν τη σωματική κακοποίηση ή και το θάνατο των παιδιών από τους γονείς.
Διαβάσαμε επίσης, ότι το παιδί της 32χρονης γυναίκας ήταν ΑμεΑ με βαριά μορφή αυτιστικής διαταραχής. Αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε στους γονείς που μεγαλώνουν παιδιά ΑμεΑ είναι, ότι το ψυχικό φορτίο που κουβαλάνε είναι τεράστιο και οι κοινωνικές παροχές ελάχιστες εώς μηδαμινές. Το επίπεδο πολιτισμού μιας κοινωνίας άλλωστε αποκαλύπτεται στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Αναρωτιέμαι λοιπόν: εμείς πόσο πολιτισμένοι είμαστε; Άραγε πόσες φορές έχουμε έρθει σε επαφή με έναν αυτιστικό άνθρωπο; Πώς τον αντιμετωπίσαμε; Τον θεωρήσαμε «τρελό»; Του συμπεριφερθήκαμε απαξιωτικά; Και η απουσία γνώσης δε διευκολύνει τον συγχρωτισμό μας με τους «αυτιστικούς». Αν δε μπορούμε να βοηθήσουμε, μπορούμε τουλάχιστον να αφουγκραστούμε τον συνάνθρωπο και να ενημερωθούμε ως Αστυνομικοί καθώς αποτελούμε μέλη της προάσπισης της κοινωνίας και των ανθρωπίνων αξιών, δεχόμαστε ακριβώς τις ίδιες επιρροές και ερεθίσματα όπως όλα τα μέλη της, και οφείλουμε να είμαστε σε ετοιμότητα για την επόμενη επαφή μας με έναν συνάνθρωπό μας που έχει διαγνωσθεί ότι κατατάσσεται στο φάσμα του αυτισμού.
Είναι επιτακτική ανάγκη, λοιπόν, να υπάρξει συνεργασία των συναρμόδιων φορέων για να έχουμε οριστική αντιμετώπιση τέτοιων σοβαρών προβλημάτων. Μέσα λοιπόν σε αυτή την αλυσίδα πρόληψης και αποτροπής εγκλημάτων βίας δε μπορεί να απουσιάζει η Αστυνομία.. Η αντιμετώπιση του εγκλήματος πρέπει να γίνεται κυρίως όχι με καταστολή, όταν δηλαδή έχει πλέον συμβεί το κακό, αλλά με πρόληψη. Για το λόγο αυτό πρέπει να η Αστυνομία να επενδύσει πολλά στον τομέα της πρόληψης και να εφαρμόσει διάφορες μεθόδους και προγράμματα που να στοχεύουν στον όσο το δυνατό μεγαλύτερο περιορισμό της διάπραξης τέτοιου είδους εγκλημάτων. Θεωρώ λοιπόν ότι η Αστυνομία πρέπει να επιζητήσει τη συνεργασία του κοινού. Ο αγώνας κατά του εγκλήματος είναι έργο και υπόθεση όλων, οικογένειας, σχολείου, τοπικής αυτοδιοίκησης, εκκλησίας, δικαιοσύνης και προπάντων των ίδιων των πολιτών.
Τέλος, ο κάθε ένας από εμάς οφείλει εφόσον παρατηρεί ύποπτες συμπεριφορές ή και καταστάσεις σε έναν γονέα ή μια οικογένεια να μην αποστρέφει το βλέμμα και την προσοχή του, παρά να ενημερώνει τον όποιο αρμόδιο φορέα προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιες και τόσο επώδυνες καταστάσεις. 

ΒΑΓΕΝΑ ΣΟΦΙΑ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Α.ΚΙ.Δ.Α.
ΜΕΛΟΣ Δ.Σ Π.Ο.ΑΞΙ.Α & ΕΝ.ΑΞΙ.Α