Ελληνίδα δικαστής: Η σιωπή δεν είναι συναίνεση στο βιασμό. Το ανήλικο θύμα βιασμού εμφάνισε συμπτωματολογία του «Συνδρόμου Στοκχόλμης»


Μπορεί στις δικαστικές αποφάσεις η πλειοψηφούσα άποψη να έχει τον τελικό λόγο στο «δια ταύτα», αλλά συχνά πολύτιμα νομικά μαργαριτάρια κρύβουν τα σκεπτικά της μειοψηφίας για τη
θεμελίωση ή μη του κατηγορητηρίου. Η … ψαγμένη και πολύ καλά διαβασμένη νομική κρίση σε συνδυασμό με τον ψυχισμό του δικαστή, το φύλο του, τις εμπειρίες του στη προσωπική του ζωή, αλλά και το πως αφουγκράζεται τις ανθρώπινες σχέσεις που εξελίσσονται γύρω του, πως αντιλαμβάνεται την κοινωνία μέσα στην οποία ζει και για την οποία καθημερινά παίρνει αποφάσεις, προκύπτει από το τρόπο σκέψης του που διαφοροποιεί την δικανική του πεποίθηση έναντι των άλλων.
Μία γυναίκα δικαστής που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Βόλου, μέλος του τριμελούς δικαστικού συμβουλίου, που εξέτασε την μπερδεμένη υπόθεση βιασμού μιας ανήλικης, από τον ισχυρό κατά 50 χρόνια μεγαλύτερο της, εκπαιδευτή – εργοδότη της, μειοψήφησε έναντι των ανδρών συναδέρφων της, που είδαν στο υπολλακτικώς μικτό αδίκημα του βιασμού, την κατά επιτρεπτή μεταβολή, ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη της «κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια κατ’ εξακολούθηση». Και τα τρία μέλη του δικαστικού συμβουλίου πλημμελειοδικών Βόλου, μελέτησαν την δικογραφία και σκέφτηκαν σύμφωνα με το νόμο. Ενώ η πλειοψηφούσα άποψη συμπέρανε ότι «δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την πράξη του βιασμού που φέρεται να τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της ανήλικης, καθώς επρόκειτο για μία εκατέρωθεν ηθελημένη συνουσία, χωρίς τη χρήση βίας, αυτό άλλωστε υπαγορεύεται κατά λογική ακολουθία με βάση τόσο την προγενέστερη όσο και την μετέπειτα συμπεριφορά τους». Αντίθετα η δικαστίνα πρόεδρος Πρωτοδικών Άννα Ρήγα, εξέφρασε μια ενδιαφέρουσα άποψη για τις σχέσεις θύματος και θύτη που οδήγησαν στο βιασμό της ανήλικης, επικαλούμενη τη Διεθνή Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών αλλά και το ψυχολογικό φαινόμενο του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης».
Μη συναινετικές πράξεις
Αρχικά αναφέρθηκε στους σκοπούς της Διεθνούς σύμβασης της Κων/πολης (σ.σ.την οποία έχει υπογράψει και η χώρα μας) που είναι η προστασία των γυναικών από κάθε μορφή Βίας καθώς και την πρόληψη, την ποινική δίωξη και εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών καθώς και της ενδοοικογενειακής βίας, τη συνεισφορά στην εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών και στην προώθηση ουσιαστικής ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών συμπεριλαμβανομένης της παροχής ενδυνάμωσης στις γυναίκες κλπ. .
Αναπτύσσοντας το σκεπτικό της υπενθυμίζει ότι «η ερωτική συνεύρεση αποτελεί ισότιμη ψυχοσωματική επικοινωνία των ατόμων που συμμετέχουν σ` αυτή, από την οποία κάθε μέρος μπορεί ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο να απόσχει, υποχρεούμενου του ετέρου μέρους να σεβαστεί αυτήν την υπαναχώρηση και να μην επιζητήσει να συνεχίσει την ερωτική συνεύρεση μονομερώς, με βίαια μέσα. Τυχόν δε αντίθετη άποψη, αφενός μεν συνιστά κατάφωρη παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του ατόμου, ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρ. 5 Σ), στο οποίο περιλαμβάνεται ως προστατευόμενη επιμέρους εκδήλωση της προσωπικότητας η σεξουαλική ελευθερία, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον, καθόσον, όποτε, όπως και με όποιον θέλει…»
Τονική ακινησία. Η σιωπή δεν αποτελεί ένδειξη συναίνεσης
«Ως εξαναγκασμός νοείται η υποχρέωση ενός ατόμου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ενάντια στη ή χωρίς τη βούλησή του. Είναι η κάμψη της αντίθετης βούλησης του θύματος, που εκδηλώθηκε ήδη ή πρόκειται να εκδηλωθεί, ήτοι το δεδομένο που καταλύει τη γενετήσια ελευθερία του θύματος και δη, το δικαίωμά του να αποφασίζει ελεύθερα και χωρίς εξαναγκασμούς αν, πότε και με ποιον θα συνάψει γενετήσια σχέση οποιασδήποτε μορφής. Επομένως, η αντίθετη βούληση του θύματος συνιστά θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της έννοιας του εξαναγκασμού και, κατ` επέκταση, της έννοιας του βιασμού. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ` ανάγκη το θύμα να αντιστέκεται ενεργά, με μυϊκές κινήσεις, αλλά αρκεί το ότι η γενετήσια επαφή λαμβάνει χώρα παρά την αντίθετη βούληση του τελευταίου, την οποία εξωτερικεύει με οποιονδήποτε τρόπο το θύμα και γίνεται εμφανής στο δράστη και ότι ο δράστης ασκεί σωματική βία, η οποία εξουδετερώνει τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Η αντίθετη βούληση του θύματος μπορεί να εκφραστεί και λεκτικά (λ.χ. προσπάθεια αποτροπής, παρακλήσεις προς τον δράστη, φωνές, κλήση σε βοήθεια, κ.λπ.), μόνη δε η σιωπή του θύματος, δεν αποτελεί ένδειξη για τη συναίνεσή του. Στοιχειοθετείται ως εκ τούτου βιασμός και όταν το θύμα λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, που κρίνονται κατά περίπτωση, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Σύνηθες άλλωστε φαινόμενο σε περιπτώσεις βιασμού, αποτελεί η κατάσταση ακούσιας προσωρινής παράλυσης του θύματος, η κατάσταση δηλαδή εκείνη κατά την οποία το θύμα δεν μπορεί να κινηθεί, γνωστή και ως «τονική ακινησία», που θεωρείται ως μια εξελικτική προσαρμοστική άμυνα σε μια επίθεση αρπακτικού, όταν όλοι οι άλλοι αμυντικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν και παρατηρείται σε ανθρώπους και ζώα, όταν αυτά έρθουν σε επαφή με το αρπακτικό – όπως και στην περίπτωση του βιασμού. Δέον να σημειωθεί ότι η σωματική βία και, αντίστοιχα, η αντίσταση σ` αυτήν, δεν απαιτείται, κατά μείζονα λόγο, να είναι διαρκής, να διαρκεί δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Πρόδηλο είναι ότι σε όσα εγκλήματα, όπως ο βιασμός, ο νόμος αξιώνει ρητά ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως την εναντίον ή χωρίς τη βούληση του παθόντος τέλεση της πράξης, εφόσον υπάρχει συναίνεση του τελευταίου, δεν πληρούται καν η αντικειμενική τους υπόσταση. Προϋποθέσεις δε της ύπαρξης συναίνεσης είναι: α) η γνησιότητα της βούλησης, ώστε ο συναινών να έχει πλήρη επίγνωση της σημασίας της, η δε απόφασή του να είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής, β) η προϋπαρξη αυτής από την προσβολή του έννομου αγαθού και η μη ανάκλησή της όσο διαρκεί η τελευταία, έτσι ώστε να καλύπτει όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και αυτή τη συγκεκριμένη κατά τόπο, χρόνο και περιστάσεις συμπεριφορά του δράστη, η δε μεταγενέστερη συναίνεση, δηλαδή η έγκριση, δεν αρκεί για να αποκλείσει αναδρομικώς τον άδικο χαρακτήρα της προσβολής του έννομου αγαθού, αλλά αποτελεί απλή παροχή συγγνώμης από πλευράς του παθόντος, που δεν είναι ικανή να παραμερίσει την γεννηθείσα ήδη κρατική αξίωση να επιβληθεί ποινή για την τελεσθεία εγκληματική πράξη. γ) θετική κατάφασης (της συναίνεσης) και όχι απλή ανοχή, δ) η εξωτερίκευση της συναίνεσης καθ` οιονδήποτε τρόπο, δηλαδή με συμπεριφορά από την οποία αυτή συνάγεται έστω συμπερασματικώς και όχι κατ` ανάγκην eχρressis νerbis, ακριβώς επειδή αποτελεί πράξη διαθέσεως (εκδήλωση ελευθερίας), προορισμένη για το κοινωνικό περιβάλλον. Η συναίνεση είναι δυνατόν ν` ανακληθεί σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της ερωτικής συνεύρεσης, οπότε εάν αυτή συνεχισθεί με άσκηση βίας, τελείται βιασμός. (…) αφετέρου δε οδηγεί σε ανεπίτρεπτο περιορισμό της ατομικής ελευθερίας και προσβολή του εσώτατου πυρήνα της προσωπικότητας του ατόμου. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι βιασμός υπάρχει και όταν το θύμα σταμάτησε να προβάλλει αντίσταση, συνεπεία του ακουσίως προκληθέντος σεξουαλικού ερεθισμού του. Ειδικότερα, ακόμη κι όταν ο τελευταίος (σεξουαλικός ερεθισμός) εξικνείται μέχρις αποκορυφώσεως, ουδόλως μπορεί να ερμηνευθεί ως παροχή συναινέσεως, ακριβώς επειδή κατ` αυτόν τον τρόπο δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις της συναίνεσης ως εκούσιας πράξης επιλογής. Εξάλλου, σωματική βία, κατά μία άποψη, είναι η άσκηση υλικής δύναμης, δηλαδή η χρησιμοποίηση μιας ενέργειας οποιασδήποτε φύσης (μυϊκής, ζωικής, μαγνητικής, μηχανικής, ηλεκτρικής), η οποία μεταβιβάζεται κατά τρόπο φυσικό πάνω σε πρόσωπο ή πράγμα, με σκοπό την κάμψη την αντίστασης του θύματος που είτε εκδηλώθηκε ήδη είτε πρόκειται να εκδηλωθεί, ήτοι με σκοπό τον εξαναγκασμό του θύματος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή».
Σωματική βία
«Κατ` άλλη άποψη ως σωματική βία νοείται η αφαίρεση σωματικής δυνατότητας που εμποδίζει την ελεύθερη κίνηση του ανθρώπου ή την επικοινωνία με το περιβάλλον και η οποία επέρχεται είτε μέσα από τη χρήση υλικής δύναμης πάνω σε άνθρωπο είτε με κάποια κίνηση και που αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του θύματος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Τρία είναι κατά σύνολο, σύμφωνα με τον ορισμό αυτό τα εννοιολογικά στοιχεία της βίας: α) η χρήση υλικής δύναμης, η οποία υποδεικνύει τη φυσική έννοια του όρου σωματική βία, β) η αφαίρεση σωματικής δυνατότητας από το θύμα, η οποία παραπέμπει στην κοινωνική έννοια του όρου και γ) το στοιχείο του εξαναγκασμού. Κατά την κρατούσα δε στη νομολογία άποψη, σωματική βία είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και η οποία, επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί παρά τη θέλησή του σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, ενώ απειλή βίας είναι κάθε απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του υφιστάμενου την απειλή βίας και που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικείμενου κινδύνου κατ` αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες, η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυνάμενη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά το χρόνο της απειλής, αρκεί ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Η σπουδαιότητα του κινδύνου κρίνεται με το συνδυασμό αντικειμενικού και υποκειμενικού κριτηρίου η οποία επισημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ρητά ότι οι δυνάμεις του κατηγορουμένου αποτέλεσαν φυσική δύναμη που δεν μπορούσε να απωθηθεί από τους παθόντες). Σε κάθε περίπτωση, για την κατάφαση της άσκησης σωματικής βίας στο έγκλημα του βιασμού, είναι αδιάφορη τόσο η έντασή της, όσο και η ειδικότερη μορφή υπό την οποία αυτή ασκήθηκε, αρκεί, λαμβανομένων υπόψη των ειδικότερων χαρακτηριστικών του θύματος (λ.χ. ηλικία, σωματική διάπλαση, συναισθηματική φόρτιση, σχέση με το δράστη κ.λπ), να έχει εξαναγκαστική δύναμη, να είναι δηλαδή πρόσφορη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επιφέρει το επιδιωκόμενο από τον δράστη αποτέλεσμα, ήτοι τον εξαναγκασμό του θύματος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδομένου ότι κυρίαρχο ρόλο στην αντίσταση του θύματος διαδραματίζει η προσωπικότητά του, καθόσον δεν υπάρχει «κοινό μέτρο» στις αντιδράσεις κάθε ατόμου, υπό τα ίδια πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις. Δεν απαιτείται, επίσης, για την κατάφαση της άσκησης σωματικής βίας, να έχει επέλθει εν τέλει και σωματική βλάβη του παθόντος. Η σωματική βία δεν απαιτείται να καλύπτει χρονικά ολόκληρη την τέλεση της ασελγούς πράξης, αλλά δύναται να προηγείται, να διακόπτεται, να ασκείται εκ νέου κλπ., αρκεί να καθιστά δυνατή την τέλεση της πράξης αυτής. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος τελέσεως (άσκηση σωματικής βίας ή απειλή σπουδαίου και άμεσου κίνδυνου), χωρίς όμως να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Υποκειμενικώς, για την πράξη του βιασμού, απαιτείται έστω και ενδεχόμενος δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των παραπάνω στοιχείων του εγκλήματος αυτού, δηλαδή στη βούληση του δράστη, όπως, με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και άμεσου κίνδυνου ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάσει άλλον σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει και τη γνώση ότι το θύμα δεν συναινεί στη συνουσία ή στην ασελγή πράξη».
Το ανήλικο θύμα και ο εργοδότης
Εν προκειμένω από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και, συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στο πλαίσιο της προκαταρτικής εξετάσεως, την έκθεση ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης (εκτίμησης)για την εν λόγω ανήλικη, που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης και την οποία συνέταξε η πραγματογνώμονας *****, ψυχολόγος, παιδοψυχίατρος, κλπ. το πλήθος των αποτυπώσεων προσωπικών μηνυμάτων μέσω της ιστοσελίδας facebook, που προσκομίστηκαν σε εκτυπωμένο κείμενο και κατατέθηκαν ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτή από τον κατηγορούμενο, καθώς ο τελευταίος δεν προσκομίζει συγκεκριμένη εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη ή βούλευμα περί άρσεως του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας, δεδομένου ότι κατά το άρθρ. 4 π.δ. 47/2005 σε συνδυασμό με άρθρα 9Α και 19 Σ. το κείμενο των μηνυμάτων αυτών, ως περιεχόμενο της εν λόγω μορφής τηλεφωνικής επικοινωνίας, εμπίπτει στα προστατευόμενα από το απόρρητο της τηλεφωνικής επικοινωνίας στοιχεία και, συνεπώς, είναι ανυπόστατα ως αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με την απολογία του τελευταίου κατά την κύρια ανάκριση (κατά την οποία κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος διατηρεί κομμωτήριο. Τον Οκτώβριο του έτους 2017, ο πατέρας της 16χρονης επισκέφθηκε μαζί της την επιχείρηση του κατηγορουμένου και του ζήτησαν να απασχοληθεί η τελευταία στο κομμωτήριό του, ώστε να ολοκληρώσει εκεί την πρακτική της άσκηση, καθώς μόλις είχε εγγραφεί και ξεκινήσει τη φοίτησή της στη σχολή κομμωτικής ΕΠ.Α.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε την ανωτέρω ανήλικη στην επιχείρησή του και ανέλαβε έτσι την πρακτική της εξάσκηση, που ξεκίνησε στα τέλη του Οκτωβρίου του έτους 2017. Για το σκοπό αυτό, υπογράφηκε σύμβαση μαθητείας…. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος σαφώς γνώριζε εξ` αρχής την ανηλικότητα της Μ. Μ, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός του, κρίνεται μη πειστικός. Αρχικά ο κατηγορούμενος ως διδάσκαλος και εργοδότης της ανήλικης, φέρονταν σ` αυτή απότομα, επιθετικά και υποτιμητικά, γεγονός που στενοχωρούσε και άγχωνε ιδιαίτερα την τελευταία, η οποία δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει και, όπως χαρακτηριστικά η ίδια καταθέτει «τα έχανε» και «κολλούσε», ούσα ιδιαίτερα ντροπαλή και συνεσταλμένη. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2017, ο κατηγορούμενος άρχισε να βελτιώνει τη συμπεριφορά του απέναντι στην ανήλικη, να γίνεται πιο ήρεμος, να την προσεγγίζει όταν έμεναν μόνοι και να την «πολιορκεί» ερωτικά με προτάσεις και παραινέσεις ως προς την εμφάνισή της, αποκαλώντας την κατ’ επανάληψη «δημόσιο κίνδυνο», να προβαίνει σε θωπείες στο σώμα της, αλλά και να αποστέλλει γραπτά μηνύματα σε προσωπικό ύφος (πέραν των ζητημάτων που αφορούσαν την εργασία της ανήλικης) στο κινητό της τηλέφωνο. Η ανήλικη, η οποία δεν είχε συνάψει μέχρι τότε ερωτική σχέση, αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα και με ενόχληση τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εντούτοις όμως, λόγω της ανηλικότητας, της συστολής και της απειρίας της στις ερωτικές σχέσεις, δεν ανέφερε τα περιστατικά αυτά σε κάποιον τρίτο, ούτε μίλησε σε συγγενή ή φίλο της ή στους οικείους της (γονείς, αδελφό). Η δε προς το καλύτερο αλλαγή στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς την ανήλικη, είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να αρχίσει να τον θαυμάζει και να τον θεωρεί φίλο της, κυρίως επειδή της έδειχνε πλέον ότι νοιαζόταν για την εξέλιξή της στην κομμωτική τέχνη. Με τη μεθόδευση αυτή, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος παράλληλα την απειρία της ανήλικης και την υπερέχουσα στην επαγγελματική σχέση τους θέση του ως εργοδότη – εκπαιδευτή, κλιμάκωσε σταδιακά τις ερωτικές του «επιθέσεις», αδιαφορώντας για το γεγονός ότι επρόκειτο για ανήλικη, την οποία μάλιστα είχαν εμπιστευτεί οι γονείς της στον ίδιο, ώστε να την επιβλέπει και να την εκπαιδεύσει στην κομμωτική τέχνη. Έτσι, ξεκινώντας από τις προτάσεις και τις εκφράσεις θαυμασμού για την εμφάνισή της, ζητώντας της αρχικώς να προσέρχεται στην εργασία της μακιγιαρισμένη, λέγοντάς της παράλληλα μία φορά ότι «αν δεν πάει αμέσως να βάλει κραγιόν θα τη φιλήσει στο στόμα», προέβαινε με κάθε ευκαιρία σε αγκαλιές και θωπείες στο σώμα και στα γεννητικά της όργανα, στο στήθος και στα πόδια της, τη φιλούσε στο στόμα, ενώ άρχισε να εκδηλώνει και την επιθυμία του για πλήρη ερωτική συνεύρεση μαζί της, τόσο με τις διαρκώς εντεινόμενες πράξεις του, όσο και με (λεκτικές και μέσω γραπτών μηνυμάτων) προτάσεις και με προσπάθειες να μείνουν σε κάποιο κατάλληλο χώρο εντελώς μόνοι. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στο Βόλο Μαγνησίας και στη Θεσσαλονίκη, εντός του χρονικού διαστήματος από το Δεκέμβριο του 2017 έως τον Ιανουάριο του 2018, ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβη σε χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα και διατύπωσε προτάσεις για τέλεση γενετήσιων πράξεων στην ως άνω ανήλικη. Συγκεκριμένα, στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενώ ήταν ενήλικος και εργοδότης της ανωτέρω ανήλικης Μ. Μ,, που εξαρτάτο εργασιακά από αυτόν : α) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Δεκεμβρίου του 2017 και εντός του ως άνω καταστήματος – κομμωτηρίου του, περί το τέλος ωραρίου εργασίας, όταν το υπόλοιπο προσωπικό είχε αποχωρήσει από το χώρο εργασίας και είχε μείνει μόνο η ανήλικη, που σφουγγάριζε στο κατάστημα, την πλησίασε και της ζήτησε να καθίσει στα πόδια του και, όταν αυτό συνέβη, ο κατηγορούμενος άρχισε να την θωπεύει σε διάφορα σημεία του σώματός της και στο σημείο των γεννητικών της οργάνων, β) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Δεκεμβρίου του 2017 και κατά τη βραδινή έξοδο σε εστιατόριο της πόλης του Βόλου μαζί με όλο το προσωπικό του κομμωτηρίου, ο κατηγορούμενος χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τους άλλους, θώπευε τα πόδια της ανήλικης, γ) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Δεκεμβρίου του 2017 και εντός του καταστήματος – κομμωτηρίου του, βγαίνοντας η ανήλικη από την τουαλέτα, την αποκάλεσε «δημόσιο κίνδυνο» και παίρνοντάς την αγκαλιά, τη φίλησε στο στόμα, δ) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Δεκεμβρίου του 2017, στην πόλη του Βόλου και σε βραδινή έξοδο με την ως άνω ανήλικη σε κινηματογράφο, εντός της αίθουσας τη θώπευε στα πόδια και στο σημείο των γεννητικών της οργάνων, ενώ κατά την επιστροφή τους στο σπίτι της και εντός του αυτοκινήτου του, ρίχνοντας τα μπροστινά καθίσματα προς τα πίσω, άρχισε να τη θωπεύει σε διάφορα σημεία του σώματός της και στα γεννητικά της όργανα και να την φιλά σε διάφορα σημεία του σώματός της, ε) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Ιανουαρίου του 2018 και εντός του καταστήματος – κομμωτηρίου του, όταν το υπόλοιπο προσωπικό είχε αποχωρήσει από το χώρο εργασίας και είχε μείνει μόνο η ανήλικη, που σφουγγάριζε στο κατάστημα, της ζήτησε να έρθει κοντά του και τότε άρχισε να την χαϊδεύει στα γεννητικά της όργανα και της κατέβασε το παντελόνι της μέχρι τα γόνατα και στ) σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως σε ημέρα εντός του μήνα Δεκεμβρίου του 2017, κατά τη διάρκεια ταξιδιού που πραγματοποίησε με την ως άνω ανήλικη στη Θεσσαλονίκη για την παρακολούθηση σεμιναρίου κομμωτικής τέχνης για εκπαιδευτικούς λόγους, εντός του αυτοκινήτου του, την θώπευε στα πόδια, στα γεννητικά της όργανα και στο στήθος, σηκώνοντας την μπλούζα της. Ακολούθως, σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως στις αρχές Φεβρουαρίου του 2018 και με πρόφαση την παρακολούθηση ενός σεμιναρίου κομμωτικής στην Αθήνα, όπου ταξίδεψε με την ανήλικη, ευρισκόμενος σε δωμάτιο ξενοδοχείου μαζί της, με σωματική βία, εξανάγκασε την ανωτέρω ανήλικη σε συνουσία. Ειδικότερα, στην Αθήνα και στο πλαίσιο παρακολούθησης σεμιναρίου της κομμωτικής τέχνης για εκπαιδευτικούς σκοπούς, πείθοντας την ανωτέρω ανήλικη να τον συνοδεύσει εκεί, κατά τη διαμονή τους στο ξενοδοχείο, την ανάγκασε να διαμείνει μαζί του στο δωμάτιο που είχε δεσμεύσει, το οποίο διέθετε μόνο ένα διπλό κρεβάτι (παρά το γεγονός ότι πριν από το ταξίδι τους τη διαβεβαίωσε ότι θα διέμεναν σε ξεχωριστά δωμάτια και ότι δεν θα ταξίδευαν μόνοι τους) και, ακολούθως, ασκώντας επ’ αυτής σωματική βία, ευρισκόμενος από πάνω της γυμνός και πιάνοντας με τα χέρια του τους καρπούς των χεριών της, κατάφερε να την ακινητοποίησει, καταβάλλοντας την αντίσταση που αυτή προέβαλλε και προκαλώντας της με τη συμπεριφορά και τις βίαιες ενέργειές του φόβο και αδυναμία να αντιδράσει, παρά δε και τις συνεχείς παρακλήσεις της προς αυτόν να σταματήσει, εκείνος δεν σταμάτησε, αλλά της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό της και παρά τη θέλησή της την εξανάγκασε σε συνουσία, ικανοποιώντας τη γενετήσια επιθυμία του. Συγκεκριμένα, όταν έφθασαν στο ξενοδοχείο και ανέβηκαν μαζί στο δωμάτιο, η ανήλικη πίστευε ότι θα έμενε μόνη της. Αντ` αυτού και ενώ λόγω της κούρασης της ημέρας (από την παρακολούθηση του σεμιναρίου) αυτή αποκοιμήθηκε στο κρεβάτι φορώντας τα ρούχα της, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο μπάνιο, από το οποίο εξήλθε αφού πλύθηκε, πλησίασε την ανήλικη, ξάπλωσε δίπλα της και άρχισε να τη θωπεύει στα γεννητικά της όργανα, ζητώντας της να χαλαρώσει. Η τελευταία «πάγωσε» (όπως χαρακτηριστικά καταθέτει στην από 21-11-2018 έκθεση εξέτασης μάρτυρα), ενώ ο κατηγορούμενος ασκώντας πάνω της σωματική βία και, συγκεκριμένα, ασκώντας υλική δύναμη επάνω στο σώμα της ανήλικης, με την ακινητοποίηση των άνω άκρων της (ενέργεια που είχε ως συνέπεια την αφαίρεση από αυτή της σωματικής της ικανότητας να κινηθεί ελεύθερα), άρχισε να προσπαθεί να κατεβάσει το παντελόνι και το εσώρουχό της, ώστε να έλθει σε κατά φύση συνουσία μαζί της, παρά την απολύτως εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή της, η οποία εξωτερικεύθηκε και περιήλθε σε πλήρη γνώση του, τόσο λεκτικά (αφού η ανήλικη του έλεγε ότι δεν ήθελε να προχωρήσουν, ότι δεν ήταν «έτοιμη» ακόμη και τον παρακαλούσε να την αφήσει), όσο και σωματικά (με την προσπάθειά της να τον εμποδίσει να της αφαιρέσει το παντελόνι και το εσώρουχό της). Όταν, παρά την ασθενή, αλλά απολύτως σαφή αντίδρασή της στις παραπάνω ορέξεις και ενέργειες του κατηγορουμένου, η οποία περιήλθε σε γνώση του, ο τελευταίος κατάφερε εν τέλει να έρθει σε συνουσία μαζί της, η ανήλικη, η οποία είχε «παγώσει» όπως χαρακτηριστικά καταθέτει η ίδια στην προαναφερθείσα έκθεση εξέτασης μάρτυρα, εισήλθε σε καθεστώς «τονικής ακινησίας», δηλαδή κατάστασης ακούσιας προσωρινής παράλυσης, ως άμυνά της στην επίθεση που δέχονταν, ο δε κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την πράξη του βιασμού, χωρίς μάλιστα να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις. Η «σιωπή» ή η «μη περαιτέρω, έστω και χαλαρή, αντίδρασή της», δεν είναι δυνατόν, νομικά να εκληφθεί ως συναίνεση ή να αποτελέσει έστω ένδειξη συνδρομής αυτής. Τα ίδια ακριβώς καταθέτει η ανήλικη και στην από 12-02-2019 κατάθεσή της στο πλαίσιο της κυρίας ανακρίσεως, ήτοι : α) ότι είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν ήθελε να βγάλει τα ρούχα της, β) ότι όταν τον είδε με το μπουρνούζι «πάγωσε», ένιωσε «μαγγωμένη» και σφιγμένη, καθώς και ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει και γ) ότι (κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξεως) ο κατηγορούμενος την κρατούσε κάπως και ένιωθε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει. Τα ανωτέρω σαφώς συνιστούν άσκηση σωματικής βίας από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να κάμψει την αντίθετη βούληση της ανήλικης να έρθει σε συνουσία μαζί του. Η αντίθετη αυτή βούληση της ανήλικης, δεν εκφράστηκε ιδιαίτερα σθεναρά, ακριβώς λόγω : α) των υπέρτερων σωματικών δυνάμεων του κατηγορουμένου, έναντι των σωματικών δυνάμεων της ανήλικης, β) της απειρίας της ανήλικης στις ερωτικές σχέσεις και επαφές, γ) της εκ του χαρακτήρα της, συστολής της, δ) της επαγγελματικής της σχέσης με τον κατά πολλά έτη μεγαλύτερό της και έμπειρο ερωτικά κατηγορούμενο, που ήταν ταυτόχρονα ο εργοδότης – εκπαιδευτής της, αλλά και ο πρώτος άντρας με τον οποίο ήρθε, έστω και με την εκ μέρους του άσκηση σωματικής βίας, σε ερωτική επαφή. Πλην όμως, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, το γεγονός ότι η ανήλικη δεν αντιστάθηκε ενεργά με μυϊκές κινήσεις, φωνές ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ουδόλως καταλύει την κατάφαση του εξαναγκασμού της, από τον κατηγορούμενο, σε συνουσία, η δε σωματική βία την οποία ο κατηγορούμενος άσκησε επ` αυτής (ακινητοποίηση των άνω άκρων του σώματός της), ήταν απολύτως πρόσφορη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να κάμψει την όποια αντίσταση της παθούσας, την οποία εν τέλει έκαμψε. Παρά την ασθενή, αλλά απολύτως σαφή αντίδρασή της στις παραπάνω ορέξεις και ενέργειες του κατηγορουμένου, η οποία περιήλθε σε γνώση του, ο τελευταίος κατάφερε εν τέλει να έρθει σε συνουσία μαζί της, η ανήλικη, η οποία είχε «παγώσει» όπως χαρακτηριστικά καταθέτει η ίδια στην προαναφερθείσα έκθεση εξέτασης μάρτυρα, εισήλθε σε καθεστώς «τονικής ακινησίας», δηλαδή κατάστασης ακούσιας προσωρινής παράλυσης, ως άμυνά της στην επίθεση που δέχονταν, ο δε κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την πράξη του βιασμού, χωρίς μάλιστα να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις. Η «σιωπή» ή η «μη περαιτέρω, έστω και χαλαρή, αντίδρασή της», δεν είναι δυνατόν, νομικά να εκληφθεί ως συναίνεση ή να αποτελέσει έστω ένδειξη συνδρομής αυτής. Τα ίδια ακριβώς καταθέτει η ανήλικη και στην από 12-02-2019 κατάθεσή της στο πλαίσιο της κυρίας ανακρίσεως, ήτοι : α) ότι είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν ήθελε να βγάλει τα ρούχα της, β) ότι όταν τον είδε με το μπουρνούζι «πάγωσε», ένιωσε «μαγγωμένη» και σφιγμένη, καθώς και ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει και γ) ότι (κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξεως) ο κατηγορούμενος την κρατούσε κάπως και ένιωθε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει. Τα ανωτέρω σαφώς συνιστούν άσκηση σωματικής βίας από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να κάμψει την αντίθετη βούληση της ανήλικης να έρθει σε συνουσία μαζί του. Η αντίθετη αυτή βούληση της ανήλικης, δεν εκφράστηκε ιδιαίτερα σθεναρά, ακριβώς λόγω : α) των υπέρτερων σωματικών δυνάμεων του κατηγορουμένου, έναντι των σωματικών δυνάμεων της ανήλικης, β) της απειρίας της ανήλικης στις ερωτικές σχέσεις και επαφές, γ) της εκ του χαρακτήρα της, συστολής της, δ) της επαγγελματικής της σχέσης με τον κατά πολλά έτη μεγαλύτερό της και έμπειρο ερωτικά κατηγορούμενο, που ήταν ταυτόχρονα ο εργοδότης – εκπαιδευτής της, αλλά και ο πρώτος άντρας με τον οποίο ήρθε, έστω και με την εκ μέρους του άσκηση σωματικής βίας, σε ερωτική επαφή. Πλην όμως, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, το γεγονός ότι η ανήλικη δεν αντιστάθηκε ενεργά με μυϊκές κινήσεις, φωνές ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ουδόλως καταλύει την κατάφαση του εξαναγκασμού της, από τον κατηγορούμενο, σε συνουσία, η δε σωματική βία την οποία ο κατηγορούμενος άσκησε επ` αυτής (ακινητοποίηση των άνω άκρων του σώματός της), ήταν απολύτως πρόσφορη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να κάμψει την όποια αντίσταση της παθούσας, την οποία εν τέλει έκαμψε. Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ανήλικη δέχθηκε αναντίρρητα να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι με τον κατηγορούμενο, γεγονός που ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί αληθινό, νομικά (κι όχι με βάση τις περί ηθικής αντιλήψεις ενός εκάστου), δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ μέρους της έκφραση συναίνεσης για την ερωτική της συνεύρεση με τον κατηγορούμενο στον ως άνω τόπο και χρόνο, δοθέντος ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συναίνεση για την ερωτική συνεύρεση, υπό οιαδήποτε μορφή κι αν λαμβάνει χώρα αυτή (θωπείες, συνουσία, πεολειχία κ.λπ), είναι μια εκούσια και συνεχιζόμενη συμφωνία συμμετοχής σε μια συγκεκριμένη σεξουαλική δραστηριότητα και μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα οποιαδήποτε στιγμή. Ούτε όμως η έλλειψη αντικειμενικών ευρημάτων βιασμού ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή στη στοιχειοθέτηση του βιασμού, δεδομένου ότι η ανήλικη, για τους παραπάνω λόγους, δεν αντιστάθηκε περαιτέρω στον κατηγορούμενο».
Σύνδρομο Στοκχόλμης
«Το γεγονός δε ότι η παθούσα : α) ταξίδεψε με τον κατηγορούμενο τόσο στην Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, κατά τους ως άνω χρόνους, προκειμένου να παρακολουθήσει αντίστοιχα επαγγελματικά σεμινάρια, β) δεν μίλησε σε κανένα φιλικό ή συγγενικό της πρόσωπο για την ερωτικής φύσης συμπεριφορά που εξεδήλωνε ο κατηγορούμενος απέναντί της, γ) μετά την πρώτη, χωρίς τη συναίνεσή της, ερωτική επαφή της με τον κατηγορούμενο, συνήψε ερωτική σχέση μαζί του, η οποία περιλάμβανε πλέον εξόδους σε κινηματογράφους και άλλα μέρη, καθημερινή επαφή, αλλά και συχνές ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές, κατά βάση στην οικία του, όπου η ανήλικη με τη θέλησή της μετέβαινε, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν, σύμφωνα με το νόμο, στη στοιχειοθέτηση του βιασμού σε βάρος της κατά την πρώτη της ερωτική συνεύρεση με τον κατηγορούμενο, η οποία, ως προς την κατάφαση της θεμελίωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από τα περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της τέλεσης αυτής. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο κατά 50 έτη μεγαλύτερός της ανήλικης και έμπειρος ερωτικά κατηγορούμενος, ήταν παράλληλα εκπαιδευτής και εργοδότης της και ο πρώτος ερωτικά σύντροφός της, οδήγησε την ανήλικη στο να τον ερωτευθεί και να αποζητά από αυτόν προσοχή, τρυφερότητα και στοργή, όπως σαφώς προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της στις από 21-11-18 (στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως) και 12-02-2019 (στο πλαίσιο της κυρίας ανακρίσεως) καταθέσεις της, όπου χαρακτηριστικά αυτή αναφέρει «είχα κολλήσει μαζί του» και πλέον «είχα αρχίσει να τον μισώ γιατί ήθελα κάτι άλλο και περίμενα κάτι άλλο από εκείνον, πιο τρυφερό και μια σχέση κανονική», «με είχε πείσει ότι πρέπει να συνεχίσουμε να κάνουμε σεξ», «εγώ τον αισθανόμουν πιο κοντά μου», «εγώ αισθανόμουν ότι εγώ έφταιγα για όλα κι ότι εκείνος δεν είχε κάνει κάτι κακό», «του τα έλεγα όλα, δεν ξέρω γιατί», «ένιωθα ότι μισούσα τους γονείς μου γιατί με εμπόδιζαν και δεν μπορούσα να τον δω», αναφορές οι οποίες συνάδουν με κλινική συμπτωματολογία του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης», του ψυχολογικού εκείνου φαινομένου που συνιστά μια μορφή τραυματικής συγκόλλησης, η οποία περιγράφει «ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς που αναπτύσσονται μεταξύ δύο ατόμων, όπου ένα πρόσωπο παρενοχλεί περιοδικά, χτυπάει, απειλεί, κακοποιεί, ή εκφοβίζει το άλλο», του φαινομένου δηλαδή κατά το οποίο, το θύμα περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, εγκλημάτων σεξουαλικής φύσεως, κακοποίησης, απαγωγών κ.λπ., εκφράζει συμπάθεια και συμπόνοια και έχει θετικά συναισθήματα προς το θύτη (βιαστή, απαγωγέα κ.λπ), που εξικνούνται μέχρι του σημείου αυτό να υπερασπίζεται και να ταυτίζεται μαζί του».
Υπήρξε βιασμός
«Τέλος, σαφώς προέκυψε, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση του κατηγορουμένου να εξαναγκάσει σε συνουσία την ανήλικη με την από μέρους του άσκηση σωματικής βίας, παρά το γεγονός ότι σαφώς γνώριζε ότι η ανήλικη δεν συναινεί στη συνουσία. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πρώτη, κατά φύση ερωτική συνεύρεσή του με την ανήλικη στην Αθήνα, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2018, ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και της συναίνεσης και της ιδίας, δεν κρίνεται πειστικός. Υπάρχουν, ως εκ τούτου, επαρκείς ενδείξεις για την από μέρους του κατηγορουμένου τέλεση, στον ως άνω τόπο, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, της πράξης του βιασμού σε βάρος της ανήλικης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε’ και 313 εδ. α’ ΚΠΔ, να παραπεμφθεί αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, το οποίο θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας [άρθρα 1 περ. δ΄, 8 παρ. 1 περ. α΄, 109 περ. α΄ (όπως η περ. α’ αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 29 παρ. 1 ν. 4055/2012), 119 παρ. 1, 122 παρ. 1 και 128 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο πέμπτο ν. 3625/2007, όπως ισχύει], ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότ ι: Στην Αθήνα, σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, πάντως στις αρχές Φεβρουαρίου του 2018, με σωματική βία εξανάγκασε άλλον σε συνουσία. Ειδικότερα, στην Αθήνα και στο πλαίσιο παρακολούθησης σεμιναρίου της κομμωτικής τέχνης για εκπαιδευτικούς σκοπούς, πείθοντας την ανήλικη, Μ. Μ,, εκπαιδευόμενη στο κομμωτήριο που διατηρεί στο Βόλο και μαθήτρια της κομμωτικής τέχνης της ΕΠΑΣ-ΟΑΕΔ Βόλου να τον συνοδεύσει εκεί, κατά τη διαμονή τους στο ξενοδοχείο με την επωνυμία «***”, την ανάγκασε να διαμείνει μαζί του στο δωμάτιο που είχε δεσμεύσει, το οποίο διέθετε μόνο ένα διπλό κρεβάτι και ακολούθως ασκώντας επ’ αυτής σωματική βία, ευρισκόμενος από πάνω της γυμνός και πιάνοντας με τα χέρια του τους καρπούς των χεριών της, κατάφερε να την ακινητοποίησει καταβάλλοντας την αντίσταση που αυτή προέβαλλε και προκαλώντας της με τη συμπεριφορά και τις βίαιες ενέργειες του φόβο, παρά και τις συνεχείς παρακλήσεις της προς αυτόν να σταματήσει, εκείνος δεν σταμάτησε, αλλά της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό της και παρά τη θέλησή της την εξανάγκασε σε συνουσία, ικανοποιώντας τη γενετήσια επιθυμία του».
(Πηγή: dikastis.gr)