“Αύξηση στρατιωτικών δαπανών και θητείας, τώρα!”

Οι τρέχουσες, πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις επιβάλλουν άμεσα την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και της στρατιωτικής θητείας στην Ελλάδα, με διττή στόχευση. Πρώτον την άμεση
ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα, και δεύτερον την οικονομική ανάκαμψη της χώρας. H ελληνική οικονομία διψάει για ουσιαστική επανεκκίνηση και τόνωση στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, με παράλληλη ανάπτυξη και χρήση νέων τεχνολογιών αιχμής σε όλα τα επίπεδα της λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και του κρατικού μηχανισμού εν γένει.
Η αγορά νέων οπλικών συστημάτων, όπλων, πυρομαχικών, πολεμικών πλοίων, αεροσκαφών και νέου στρατιωτικού εξοπλισμού, ο εκσυγχρονισμός παλαιότερων οπλικών συστημάτων αεροσκαφών και πλοίων, σε συνδυασμό με την υλοποίηση διεθνών συμφωνιών με ξένες και εγχώριες εταιρείες μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και την αύξηση καλά πληρωμένων θέσεων εργασίας. Η αγορά νέου τύπου πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών απαιτεί την άμεση δημιουργία βάσεων και εγκαταστάσεων συντήρησης, αποθήκευσης αλλά και λειτουργίας. Η υλοποίηση τέτοιων σχεδίων οδηγεί στην υλοποίηση εκτεταμένων επενδύσεων αλλά και τόνωση της εγχώριας ζήτησης και αγοράς εργασίας.
Η συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή, η κατάσταση στη Λιβύη, τη βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας, η έξαρση των ασύμμετρων απειλών όπως ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, η τρομοκρατία και ο εξτρεμισμός, o εντεινόμενος παγκόσμιος εμπορικός ανταγωνισμός, και η διόγκωση του μεταναστευτικού – προσφυγικού προβλήματος, με δεδομένη την τεράστιας στρατηγικής σημασίας γεωπολιτική και γεωοικονομική θέση της Ελλάδος, συνηγορούν υπέρ της άμεσης ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων με κάθε τρόπο.
Μια λογική, σύμφωνα με τις εντεινόμενες ανάγκες αύξησης της στρατιωτικής θητείας, θα μπορούσε να συμβάλλει τόσο στη μείωση της ανεργίας των νέων, όσο και στη μετέπειτα επαγγελματική τους ανέλιξη, χάρις στην ανάπτυξη νέων επαγγελματικών και τεχνικών δεξιοτήτων κατά τη διάρκεια της θητείας τους, και την κατοχύρωση επαγγελματικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων σε συγκεκριμένους τομείς εξειδίκευσης.
Σε πολλές χώρες με ισχυρές και ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Κίνα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία και η Ινδία, οι ένοπλες δυνάμεις και η στρατιωτική βιομηχανία αποτελούν μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης, επιστημονικής εξέλιξης και τεχνολογικής καινοτομίας, που διαχέεται στην ευρύτερη οικονομία και τους πολίτες, μέσω τις εξέλιξης της στρατιωτικής τεχνολογίας σε «πολιτικές» εφαρμογές ωφέλιμες για την ιατρική, την οικονομία και τη βιομηχανική ανάπτυξη, κάτι που συμβαίνει ήδη και μπορεί να επεκταθεί σε πολλούς τομείς και στην Ελλάδα, με τη συνεργασία, Πανεπιστημίων, Ενόπλων Δυνάμεων, επιχειρήσεων και ελληνικών και ξένων ιδρυμάτων και εταιρειών.
Επιπλέον από τη στιγμή που η ελληνική οικονομία εξέρχεται σταδιακά από την κρίση και τη μέγγενη των μνημονιακών υποχρεώσεων, οι ένοπλες δυνάμεις δικαιούνται, όπως άλλωστε κάθε άλλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, να συμμετέχουν στην αύξηση του μερίσματος που λαμβάνουν από τον εθνικό προϋπολογισμό, πόσο μάλλον όταν η ύπαρξη της, και η διατήρηση της διεθνούς οντότητας πολιτικής και διπλωματικής, στηρίζεται εν πολλοίς στις αμυντικές ικανότητες και την δυνατότητα αποτροπής ξένων βλέψεων και επιβουλών, όπως και εκπλήρωσης των συμμαχικών υποχρεώσεων της χώρας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εν μέσω της δεκαετούς κρίσης που δοκίμασε τη χώρα, οι ένοπλες δυνάμεις κατάφεραν να διατηρήσουν το αξιόμαχο της, να ενισχύσουν την αποτρεπτική της ικανότητα και να ανταποκριθούν στις προκλήσεις από το διεθνή περίγυρο αλλά και στις συμμαχικές υποχρεώσεις της Ατλαντικής Συμμαχίας της οποίας ηγείται μια όλο και περισσότερο απαιτητική Αμερική. Η Ελλάδα έχει άμεση ανάγκη ενίσχυσης τόσο της Πολεμικής της Αεροπορίας όσο και του Στόλου και του Στρατού, γι’ αυτό και απαιτούνται αποφασιστικές κινήσεις και γενναίες αποφάσεις με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και χωρίς υπολογισμό του πολιτικού κόστους, που άλλωστε είναι σχετικό, καθώς οι θετικές επιπτώσεις των μέτρων αναμένεται να περιορίσουν δραστικά τις όποιες πρόσκαιρες αντιδράσεις.


Δημήτρης Θωμάς