Έγκλημα και Αποκαταστατική Δικαιοσύνη

Συνέντευξη με την κ. Κατερίνα Σούλου, Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής στο Πανεπιστήμιο Aix-Marseille και Διοικητικό Μέλος του EuropeanForumforRestorativeJusticeΜπορεί να υπάρξει
αποκατάσταση της βλάβης που προκάλεσε στο άτομο ή/και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο μία εγκληματική ενέργεια;
Εκτενής συζήτηση μπορεί να διεξαχθεί με βάση το παραπάνω ερώτημα, το οποίο αποτελεί το κεντρικό θέμα του παρόντος άρθρου στο postmodern και στη στήλη «Έγκλημα και Μedia».
Η αποκαταστατική προσέγγιση του εγκλήματος  διαφοροποιείται από τις κλασικές προσεγγίσεις, καθώς θα λέγαμε ότι φέρνει σε μία ουσιαστική, οικειοθελή ασφαλώς, επαφή δράστη και θύμα ή/και συγγενείς θυμάτων, δίνοντας με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία στον δράστη να αναλάβει ενεργά την ευθύνη της πράξης του, συνεπώς μία ευκαιρία να αντιληφθεί το μέγεθος της βλάβης που έχει προκαλέσει και -παρά πολύ σημαντικό επίσης-  δίνει τον λόγο στο θύμα ώστε να ακουστεί η φωνή του και να εκφράσει τα συναισθήματά του. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αντίθεση με την αμιγώς τιμωρητική προσέγγιση, η αποκαταστατική δίνει έναν πιο ενεργό ρόλο στο θύμα και μία ευκαιρία στον δράστη να αποκαταστήσει (εντός ή εκτός εισαγωγικών) τη βλάβη που προκάλεσε. Οι αποκαταστατικές αξίες και πρακτικές εφαρμόζονται σε ευρύ φάσμα κοινωνικών πεδίων στα οποία καταγράφονται βία, σύγκρουση και αδικία, όπως στα σχολεία, στο πλαίσιο επίλυσης διαπολιτισμικών διαφορών, σε περιβάλλοντα εργασίας, ακόμα και σε ζητήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και ασφαλώς στην ποινική δικαιοσύνη.
Για την Αποκαταστατική Δικαιοσύνη/ Restorative Justice και τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς και για το έργο του Ευρωπαϊκού Φόρουμ για την Αποκαταστατική Δικαιοσύνη/European Forum for Restorative Justice συζητήσαμε, αναλυτικά, με την κ Κατερίνα Σούλου, Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής στο Πανεπιστήμιο Aix-Marseille και Διοικητικό Μέλος του European Forum for Restorative Justice, στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Αναμφίβολα, το σοβαρό πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές διεθνώς είναι μία πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με ορθολογικό τρόπο, γιατί ο υπερπληθυσμός σε συνδυασμό με την απουσία βελτιωτικής μεταχείρισης του έγκλειστου πληθυσμού, καθιστούν τελικά ανέφικτες τις έννοιες του «σωφρονισμού» και της «κοινωνικής επανένταξης», με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να «επιστρέφουν» στην κοινωνία από τα «Κολλέγια του Εγκλήματος» όπως οι ίδιοι αποκαλούν τα καταστήματα κράτησης στη γλώσσα της φυλακής, απροετοίμαστοι για την επανένταξή τους, χωρίς να έχουν αναλάβει τις ευθύνες που τους αναλογούν και σε αρκετές περιπτώσεις πολύ πιο βίαιοι και σκληροί.
Συνεπώς, είναι όχι μόνο σκόπιμο αλλά και αναγκαίο, να προβληματιστούμε ως ενεργά μέλη της κοινωνίας για τον ρόλο που οι κλειστού τύπου φυλακές διαδραματίζουν αλλά και για τις θετικές επιδράσεις που μπορεί να έχουν για τα θύματα και κατ’ επέκταση για την ευρύτερη κοινωνία άλλου τύπου προσεγγίσεις, όπως οι αποκαταστατικές, που είναι περισσότερο ανθρωποκεντρικές, δίνουν χώρο στο θύμα και τις πραγματικές ανάγκες του αλλά και την ευκαιρία «σωφρονισμού» στον δράστη μέσω της ενεργού ανάληψης της ευθύνης του, στη λογική ότι δεν αρκεί η τιμωρία του δράστη αλλά και η μη υποτροπή του, δηλαδή να μην επαναλάβει την εγκληματική του δράση, και η ουσιαστική κοινωνική του επανένταξη με την αποφυλάκιση.
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Κατερίνα Σούλου είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στις Ποινικές επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Aix-Marseille. Είναι υποψήφια διδάκτωρ στο ίδιο γαλλικό Πανεπιστήμιο και η διδακτορική της έρευνα εστιάζει στην αποκαταστατική απάντηση στο έγκλημα, με συγκριτικές προεκτάσεις μεταξύ Γαλλίας και Βραζιλίας. Το 2018 έλαβε υποτροφία από την Γαλλική Πρεσβεία της Βραζιλίας για να πραγματοποιήσει έρευνα στο Πανεπιστήμιο LaSalle στο Canoas (Νότια Βραζιλία). Σήμερα διδάσκει στο Νομικό Τμήμα του Institution d’Études Francophones (Id’EF) στην Αθήνα, σε σύμπραξη με το Πανεπιστήμιο Paris 13. Από το 2018 είναι διοικητικό μέλος του European Forum for Restorative Justice και από το 2019 συνεργάζεται με την γαλλική Fédération “Citoyen et Justice” ως εκπαιδεύτρια σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Έχει διατελέσει διοικητικό μέλος (2017-2018) της ιστορικής γαλλικής οργάνωσης Genepi που ασχολείται με ζητήματα φυλακής και δικαιωμάτων των φυλακισμένων και ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Michel Foucault. Την ίδια περίοδο ήταν εθελόντρια στις γυναικείες φυλακές της Μασσαλίας, όπου χρησιμοποίησε ερασιτεχνικά το θέατρο ως τρόπο μετάδοσης αποκαταστατικών αξιών μέσα στη φυλακή.
Μέλη του Διοικητικού συμβουλίου και μέλη της Γραμματείας του European Forum for Restorative Justice κατά τη διάρκεια της τελευταίας ετήσιας συνεδρίασης
(Leuven, 27-28 Νοεμβρίου 2019)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
  • Κυρία Σούλου, ποιο είναι το έργο του European Forum for Restorative Justice, στο οποίο είσαστε διοικητικό μέλος;
Αρχικά, κ. Καρδαρά, σας ευχαριστώ για την πρωτοβουλία αυτής της συζήτησης. Το European Forum for Restorative Justice (EFRJ) είναι το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο επαγγελματιών, ερευνητών, κυβερνητικών και μη οργανώσεων, καθώς και άλλων φορέων στο αντικείμενο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Ιδρύθηκε το 2000 με έδρα το Leuven στο Βέλγιο με γενικότερο σκοπό την προώθηση και την υποστήριξη της ανάπτυξης αποκαταστατικών πρακτικών κυρίως σε ποινικές υποθέσεις, ως δικαίωμα, σε όλη την Ευρώπη αλλά και εκτός. Έχοντας υπ’ όψιν ισχυρά ερευνητικά δεδομένα σχετικά με την αποδοτικότητα της αποκαταστατικής μεταχείρισης της εγκληματικότητας, πάγια θέση του Forum είναι ότι κάθε άτομο στην Ευρώπη πρέπει να έχει το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης ανά πάσα στιγμή και σε κάθε περίπτωση. Για να επιτευχθεί αυτό, οι στρατηγικές είναι πολλές και ποικίλες. Σας αναφέρω μερικές.
Βασικό μέλημα του Forum είναι η ενημέρωση και εκπαίδευση του κοινού (γενικού και μη) σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό διοργανώνει ποικίλες διεθνείς εκδηλώσεις, συνέδρια, summer schools κ.λπ. Το τελευταίο διεθνές συνέδριο που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2018 στα Τίρανα στην Αλβανία συγκέντρωσε πάνω από 300 συμμετέχοντες από 47 διαφορετικές χώρες. Το επόμενο θα γίνει τον Ιούνιο του 2020 στο Sassari στη Σαρδηνία και αναμένεται ανάλογη συμμετοχή. Επιπλέον, προωθείται η έρευνα για την εμβάθυνση της αποκαταστατικής θεωρίας και την ανάπτυξη αποκαταστατικών πρακτικών υψηλής ποιότητας. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχουν περισσότερες από πέντε ομάδες εργασίας επιφορτισμένες με το έργο αυτό, απαρτιζόμενες από αξιόλογους ερευνητές και επαγγελματίες από όλο τον κόσμο.
Τέλος, το Forum στοχεύει στην επιρροή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομοθεσίας αλλά και των εθνικών νομοθεσιών σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε είτε να ενταχτεί αυτή η τελευταία σε νομοθετικά κείμενα, είτε να επιτραπεί νομοθετικά μεγαλύτερη επιρροή της στις ποινικές υποθέσεις. Μεταξύ άλλων, το Forum έχει διατελέσει ρόλο συμβούλου σε διάφορες νομοθετικές επιτροπές. Αναφέρω το πιο πρόσφατο παράδειγμα της Σύστασης CM/Rec (2018)8 σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη σε ποινικές υποθέσεις που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών τον Οκτώβριο του 2018.
Παράλληλα, το ίδιο έτος, το Forum ίδρυσε και συντονίζει το European Restorative Justice Policy Network (ERJPN) που αποτελείται από εκπροσώπους των Υπουργείων Δικαιοσύνης από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Το ERJPN συγκεντρώνεται μία φορά τον χρόνο, με σκοπό την ουσιαστική ενημέρωση των εκπροσώπων των χωρών, τον προγραμματισμό και την υποστήριξη της εφαρμογής αποκαταστατικών πολιτικών στις συμμετέχουσες χώρες. Η χώρα μας συμμετείχε σε αυτό το διάβημα πέρσι με εκπρόσωπο την αξιόλογη κ. Σοφία Γιοβάνογλου, ωστόσο φέτος δεν καταφέραμε να στείλουμε κάποιον εκπρόσωπο έγκαιρα. Ελπίζω να γίνει του χρόνου.
  • Κυρία Σούλου, θα ήθελα να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην αποκαταστατική μεταχείριση της εγκληματικότητας ως νέα προοπτική στην αντεγκληματικής πολιτική. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά και ποιοι οι στόχοι που θέτονται μέσω αυτής της προσέγγισης;
Σε πολύ γενικές γραμμές θα έλεγα ότι βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ανθρωποκεντρική προσέγγιση στο εγκληματικό φαινόμενο. Τόσο στον τρόπο ερμηνείας και αντίληψης του εγκλήματος καθεαυτού, όσο και στον τρόπο αντίδρασης σε αυτό. Εξηγώ αμέσως και ας μου επιτραπεί η συγκριτική αναφορά στο κλασικό Ποινικό Δίκαιο ώστε να αναδειχθεί καλύτερα η διαφορετικότητα της νέας αυτής πρότασης.
Το έγκλημα γίνεται αντιληπτό από το Ποινικό Δίκαιο ως παραβίαση ενός απρόσωπου και γενικού κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει ένα γενικό και αφηρημένο έννομο αγαθό. Η παραβίαση αυτή φέρει αντιμέτωπο τον παραβάτη με το Κράτος, το οποίο αναλαμβάνει να τον τιμωρήσει. Πέρα από μία νομο-παραβίαση με “πρωταγωνιστές” τον δράστη-πολίτη και το Κράτος, η αποκαταστατική προσέγγιση ερμηνεύει το έγκλημα ως πράξη προκαλούσα βλάβη και ανθρώπινο πόνο σε επίπεδο προσωπικό, διαπροσωπικό και κοινωνικό. Ως πράξη που πλήττει αγαθά και γεννά ανάγκες σε συγκεκριμένους ανθρώπους που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το έγκλημα. Έτσι βλέποντας τα πράγματα, η “παθητική” απόδοση ευθύνης στο δράστη που τον αντιμετωπίζει ως όν ικανό μόνο να συμμορφώνεται και στηρίζεται στη λογική “έκανες αυτό, σου επιβάλλεται αυτή η τιμωρία”, σχεδόν υπολογιστικά, μηχανικά, δεν ικανοποιεί τους υποστηρικτές του κινήματος. Κυρίως γιατί αποτυγχάνει να φέρει τους δράστες αντιμέτωπους με τις πραγματικές συνέπειες των πράξεών τους πάνω σε ανθρώπους. Και επίσης διότι το θύμα ή οποιοσδήποτε άλλος σχετίζεται ή έχει υποστεί βλάβη από το έγκλημα αποτελεί δευτερεύουσα φιγούρα στη λογική της ποινικής διαδικασίας. Πράγματι, το θύμα στην αποκαταστατική προσέγγιση παίρνει πρωταγωνιστική θέση. Έχει υποφέρει και αντί να στιγματίζεται ή να περιθωριοποιείται, πρέπει να του δοθεί ο λόγος πίσω, ουσιαστικά. Ο δράστης δέ, αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος ικανός να επανορθώνει, εφόσον του δοθεί η ευκαιρία, τις βλαπτικές καταστάσεις που έχει δημιουργήσει.
Οι υποστηρικτές του αποκαταστατικού κινήματος ενδιαφέρονται λοιπόν για μία περισσότερο “δυναμική” και “αλληλεπιδραστική” απάντηση στο έγκλημα. Μέλημα είναι η “ενεργητική” ανάληψη ευθύνης από τον δράστη, δηλαδή η ενθάρρυνση για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, σε υλικό ή/και συμβολικό επίπεδο, προκειμένου να αποκατασταθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι βλαπτικές συνέπειες της εγκληματικής πράξης, το αίσθημα αδικίας και ο ανθρώπινος πόνος που αυτή έχει προκαλέσει. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται η “έκθεση” του δράστη στις πραγματικές συνέπειες των πράξεών του. Αυτές δεν μπορούν να εκφραστούν καλύτερα παρά από τα άτομα που τις έχουν υποστεί άμεσα ή έμμεσα. Συναφής είναι η φιλοσοφική θέση περί ευθύνης του Emmanuel Levinas, σύμφωνα με την οποία η πηγή και η προέλευση της ευθύνης είναι ο Άλλος, η έκθεσή στο “πρόσωπό” του. Έτσι λοιπόν, προτείνονται οι λεγόμενες “αποκαταστατικές συναντήσεις”, φυσικά έπειτα από κατάλληλη προετοιμασία των συμμετεχόντων και πάντα με την παρουσία αμερόληπτου και ειδικά εκπαιδευμένου ειδικού ο οποίος λειτουργεί συντονιστικά. Οι συναντήσεις αυτές μπορούν να πάρουν τη μορφή “κλειστού τύπου”, δηλαδή διαμεσολάβησης, περιλαμβάνοντας μόνο τον δράστη και το θύμα. Μπορούν να λάβουν χώρα είτε εκτός είτε εντός φυλακής. Ωστόσο υπάρχουν και οι συναντήσεις “ανοιχτού τύπου” που περιλαμβάνουν και άλλα, εμμέσως εμπλεκόμενα πρόσωπα. Αναφέρω τις αποκαταστατικές συνεδρίες που συνήθως περιλαμβάνουν και συγγενείς του δράστη ή/και του θύματος καθώς και τους  αποκαταστατικούς κύκλους που, συν τοις άλλοις, περιλαμβάνουν και μέλη της κοινωνίας των πολιτών. Στις συναντήσεις αυτές, πέρα από τις βλαπτικές συνέπειες της παράνομης πράξης, συζητούνται και οι πιθανοί τρόποι για την άμβλυνση τους, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές.
Σε επίπεδο αντεγκληματικής πολιτικής, λοιπόν, στόχος της αποκαταστατικής μεταχείρισης δεν είναι να αντικαταστήσει αναγκαστικά την ποινή, αφού έχουν εντελώς διαφορετικούς στόχους. Μπορεί ωστόσο είτε να την προλάβει, παρέχοντας μέσα διευθέτησης που την καθιστούν μη αναγκαία, είτε, παράλληλα με την επιβολή ποινής, να την συμπληρώσει, δίνοντάς της περισσότερο νόημα.     
  • Σε έναν κόσμο που αλλάζει στις βασικές δομές του και ταυτόχρονα υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, αποτελεί ζητούμενο των σύγχρονων κοινωνιών ο “εκσυγχρονισμός της ποινής” και πώς μπορεί αυτό να επιτευχθεί, στην πράξη; 
Εύστοχη η ερώτησή σας. Η ποινή είναι απαραίτητη σε μία δημοκρατική κοινωνία. Για να έχει νόημα όμως, θα πρέπει, όπως μας δίδαξε ο Διαφωτισμός, να επιβάλλεται μόνο ως ultimum refugium, όταν δηλαδή είναι αποκλειστικά και απόλυτα αναγκαία. Και μόνο τότε. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται ωστόσο αξιοσημείωτη αύξηση της κατασταλτικής πολιτικής σε διεθνές επίπεδο. Οι ποινικοί νόμοι γίνονται πιο σκληροί, οι δικαστές λιγότερο ευέλικτοι, οι φυλακές γεμίζουν και ολοένα και περισσότερες συμπεριφορές εντάσσονται στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου. Γίνεται αυτό διότι έχουν αυξηθεί πράγματι τα ποσοστά εγκληματικότητας; Διεθνώς σημαντικοί εγκληματολόγοι και κοινωνιολόγοι μεταξύ των οποίων οι Nils Christie, Loïc Wacquant, Didier Fassin, κ.λπ. έχουν υπάρξει αρκετά επικριτικοί σε αυτό το θέμα και ισχυρίζονται ότι η αύξηση της καταστολής, δεν συνάδει με ποσοτική αύξηση του κοινού εγκλήματος, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από τα στατιστικά. Μία τέτοια διαπίστωση μας καλεί να επανεξετάσουμε συνεπώς το γιατί, το πώς και κυρίως το ποιον τιμωρούμε. Σε μία κοινωνία που αλλάζει τις βασικές δομές της, κερματίζεται, χάνει τη συνοχή της και γίνεται περισσότερο άδικη, το εργαλείο της ποινής χρησιμοποιείται ως “αντίδοτο”, ως “πανάκεια” για κάθε κοινωνικό πρόβλημα και φόβο. Δεδομένου ότι μία τιμωρητική, κατασταλτική πολιτική διαχωρίζει περισσότερο από ότι ενώνει την κοινωνία, και τελικά από ότι φαίνεται εκ του αποτελέσματος δεν έχει συνδράμει στην εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, είναι αποδοτικό να εμμένουμε στην τιμωρία ως μόνη λύση;
Θα έλεγα ότι ζητούμενο των σύγχρονων κοινωνιών είναι πρωτίστως ο εκσυγχρονισμός και ο μετριασμός της προσφυγής στην ποινή. Είναι μεταξύ άλλων και ένα από τα ζητούμενα του αποκαταστατικού κινήματος, το οποίο παρότι στηρίζεται σε αξίες και πρακτικές ανιχνεύσιμες σε αρχαίους πολιτισμούς αλλά και σε σύγχρονους ιθαγενείς πληθυσμούς, εμφανίστηκε διεθνώς ως κίνημα στην Εγκληματολογία τη δεκαετία του 70’. Δεν είναι τυχαίο το χρονικό σημείο και η σημασία του για την έκφραση δυσαρέσκειας απέναντι σε θεσμούς, μη ευέλικτους να ανταποκριθούν σε μία νέα κοινωνική πραγματικότητα. Προσωπικά αντιλαμβάνομαι την αποκαταστατική προσέγγιση της εγκληματικότητας ως αποτέλεσμα του συνεχούς αιτήματος για εκδημοκρατισμό των κοινωνιών. Και παρότι οι προτάσεις της είναι σε συνεχή εξέλιξη τόσο στη θεωρία όσο και στη πράξη, και οφείλουν να είναι, βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο σχεδόν όλων των συζητήσεων περί εκσυγχρονισμού των ποινικών συστημάτων διεθνώς. Αυτό εξηγείται αφενός διότι τα ποινικά συστήματα με την αλόγιστη χρήση καταστολής βρίσκονται σε κρίση, αν όχι σε αδιέξοδο.  Αφετέρου διότι  σήμερα υπάρχει επιτακτική ανάγκη εξισορρόπησης των αναγκών τόσο των θυμάτων και των δραστών όσο και ολόκληρης της κοινωνίας. Οι αξίες τις οποίες προωθεί το αποκαταστατικό κίνημα, δηλαδή ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η αλληλεγγύη, η αλήθεια, η ενεργητική ανάληψη ευθύνης, κ.λπ. είναι αξίες που οι σύγχρονες κοινωνίες χρειάζονται.
  • Σε διεθνές επίπεδο, το έγκλημα γίνεται πιο βίαιο και σκληρό. Με βάση το σημαντικό αυτό ερευνητικό δεδομένο, πώς η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη μπορεί να διαδραματίσει έναν θετικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό των ποινικών συστημάτων; 
Πιο βίαιο και σκληρό έγκλημα σημαίνει πιο βαθύς και σε μεγαλύτερη κλίμακα πόνος και βλάβη, αίσθηση αδικίας. Η τιμωρία τέτοιων εγκλημάτων είναι σαφώς απαραίτητη, δεν τίθεται λόγος περί αυτού. Είναι όμως επαρκής; Όπως ήδη ανέφερα, έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι όσο περισσότερο κατασταλτική και τιμωρητική πολιτική υιοθετούμε, τόσο περισσότερο εξασφαλίζεται η δικαιοσύνη ή η τάξη. Η διεθνής εμπειρία ωστόσο έρχεται να μας διαψεύσει. Και σας φέρνω το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής και τα αποτρόπαια εγκλήματα διεθνούς δικαίου, εγκλήματα φυλετικού διαχωρισμού (apartheid) καθώς και τις κατάφωρες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που διήρκησαν πάνω από τέσσερεις δεκαετίες. Σε μία διαλυμένη κοινωνία της οποίας η θυματοποίηση βρισκόταν σε μεγάλη κλίμακα, η ταυτοποίηση των δραστών ήταν δυσχερής, η κατασταλτική αντιμετώπιση ήταν σχεδόν ανέφικτη. Ωστόσο η ανάγκη για δικαιοσύνη και ειρήνη μεγάλη. Πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η αδικία;
Η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής είναι ένα από τα πιο γνωστά θεσμικά όργανα αποκαταστατικής δικαιοσύνης παγκοσμίως. Ιδρύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 90′ με στόχο την ειλικρινή αντιμετώπιση του βίαιου παρελθόντος και την εξασφάλιση δίκαιης και ειρηνικής μετάβασης σε μία σταθερή κοινωνία, προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο μέλλον και να προωθηθεί το λεγόμενο “ubuntu”, που σημαίνει «ανθρωπιά». Η αποκαταστατική προσέγγιση της Επιτροπής αυτής θεωρήθηκε από πολλούς ως ένας επιτυχημένος τρόπος αντιμετώπισης των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά την αναγνώριση της θυματοποίησης και την άμβλυνση του αισθήματος της αδικίας. Αν δύναται λοιπόν η αποκαταστατική προσέγγιση τέτοιων ακραίας βιαιότητας περιπτώσεων να έχει έστω μερικά θετικά αποτελέσματα, μπορούμε να φανταστούμε τι μπορούμε να πετύχουμε σε ηπιότερες περιπτώσεις. Και δίνω έμφαση στο ρήμα “δύναται”. Καθώς όντως μιλάμε για μία νέα πρόταση, η οποία ωστόσο δεν έχει έρθει ως “μαγική λύση”, ως “μαγικό φίλτρο” για όλα τα δεινά της κοινωνίας και ούτε πρέπει να αντιμετωπίζεται έτσι. Παρέχει παραταύτα διαφορετικές, καινούργιες δυνατότητες και προοπτικές σχετικά με την μεταχείριση της εγκληματικότητας. Περισσότερο ουμανιστικές, ίσως και περισσότερο ουσιαστικές ας μου επιτραπεί να πω. Και αυτό, αν μη τι άλλο, αξίζει μία προσπάθεια, πιστεύω.
  • Σε ποια πεδία, κ. Σούλου, εφαρμόζεται διεθνώς η αποκαταστατική δικαιοσύνη και με ποιους τρόπους; Μπορείτε να μας δώσετε συγκεκριμένα παραδείγματα μέσα από τη δική σας εμπειρία και έρευνα; 
Οι αποκαταστατικές αξίες και πρακτικές εφαρμόζονται σε ευρύ φάσμα κοινωνικών πεδίων στα οποία υπάρχει βία, σύγκρουση και αδικία, όπως στα σχολεία, σε διαπολιτισμικές διαφορές, σε περιβάλλοντα εργασίας, ακόμα και σε ζητήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και φυσικά στην ποινική δικαιοσύνη. Πριν εστιάσω στην τελευταία στην οποία εξειδικεύομαι, θα ήθελα να αναφέρω δύο παραδείγματα από τα υπόλοιπα πεδία. Στη Βραζιλία ας πούμε, πέρα από το πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης, η αποκαταστατική δικαιοσύνη χρησιμοποιείται με τη μορφή κύκλων από τον διεθνούς φήμης Dominic Barter, κυρίως σε ζητήματα σχολικής βίας και κοινωνικών προστριβών και ανισοτήτων σε φαβέλες του Rio de Janeiro. Στην Ευρώπη, δεν μπορώ να παραλείψω το αξιόλογο πρότζεκτ ALTERNATIVE σχετικά με ζητήματα διαπολιτισμικότητας και αποκαταστατικής δικαιοσύνης που έλαβε χώρα την περίοδο 2012-2016 σε έξι ευρωπαϊκές χώρες. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας ήταν η παροχή μίας εναλλακτικής και βαθύτερης κατανόησης, βασισμένης σε εμπειρικά στοιχεία, σχετικά με τον χειρισμό των συγκρούσεων εντός των διαπολιτισμικών πλαισίων στις δημοκρατικές κοινωνίες, προκειμένου να δημιουργηθούν λύσεις ασφάλειας για τους πολίτες και τις κοινότητες.
 Και πάμε τώρα στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης, όπου, σε διεθνές επίπεδο, δεν υπάρχει κατηγορία εγκλημάτων στην οποία να εξαιρείται η εφαρμογή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Έτσι, πέρα από ήπιας βαρύτητας εγκλήματα και αδικήματα ανηλίκων, η αποκαταστατική δικαιοσύνη έχει εφαρμοστεί και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ληστείας, σε ανθρωποκτονίες, σε εγκλήματα μίσους, σε εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και σε γενικότερα σε σοβαρά αδικήματα, ακόμα και σε περιπτώσεις τρομοκρατίας. Πέρα από τον Καναδά, την Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, κ.λπ. στην Ευρώπη υπάρχουν κράτη, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, η Δανία, η Ολλανδία, η Σουηδία κ.λπ. στα οποία μάλιστα η αποκαταστατική μεταχείριση της εγκληματικότητας παρέχεται ως γενική κρατική υπηρεσία για όλα τα είδη εγκλημάτων και λαμβάνει χώρα σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και κατά την έκτιση της ποινής. Όμως και άλλα κράτη, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Αυστρία κ.λπ. έχουν πλέον νομοθετήσει στη χρήση αποκαταστατικών πρακτικών, χωρίς εξαιρέσεις σχετικά με τη σοβαρότητα του αδικήματος, ωστόσο ακόμα δεν έχει γενικευτεί η εφαρμογή τους στη πράξη. Κύρια μορφή αποκαταστατικών συναντήσεων στην Ευρώπη για ποινικά αδικήματα είναι αυτή της διαμεσολάβησης, ωστόσο και “ανοιχτού τύπου” αποκαταστατικές συναντήσεις εφαρμόζονται σε πάνω από δέκα ευρωπαϊκές χώρες. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι έστω μία μορφή υποτυπώδης αποκαταστατικής δικαιοσύνης συναντάται σήμερα σχεδόν σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Πλειοψηφικά ωστόσο για μικρής βαρύτητας εγκλήματα.
  • Σε εγκλήματα μεγάλης ποινικής αλλά και κοινωνικής απαξίας, όπως σε εγκλήματα κατά της ζωής, με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό δύναται να εφαρμοστεί η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη; Ποια είναι τα πιθανά οφέλη;
 Σύμφωνα με τον Lode Walgrave, διεθνούς φήμης εγκληματολόγο και ειδικό  σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης, η μεγάλη ποινική και κοινωνική απαξία μίας πράξης δεν μπορεί να αποτελεί ένα a priori επιχείρημα κατά της αποκαταστατικής της μεταχείρισής, αλλά το αντίθετο. Δεδομένου δηλαδή ότι η σοβαρή εγκληματικότητα δημιουργεί βαθύτερη βλάβη και ανθρώπινο πόνο, η αποκατάσταση σε αυτές τις περιπτώσεις κρίνεται ακόμα πιο αναγκαία και σημαντική. Και ενώ η επιβολή ποινής είναι απαραίτητη σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας, η ποινική δικαιοσύνη δεν είναι σχεδιασμένη για τον χειρισμό όλου αυτού του ανθρώπινου πόνου και του αισθήματος αδικίας που προκύπτει από αυτές. Εδώ λοιπόν έρχεται κυρίως συμπληρωματικά η αποκαταστατική δικαιοσύνη.
 Παρότι ίσως μας φαίνεται ότι η αποκαταστατική μεταχείριση του εγκλήματος είναι περισσότερο “ήπια” σε σχέση με την τιμωρία, υπάρχουν μαρτυρίες δραστών που ομολογούν ότι η συνάντηση με τα θύματά τους ήταν περισσότερο επίπονη από την ίδια τη φυλακή. Υπάρχουν δράστες που έχουν περάσει χρόνια στη φυλακή και δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις πραγματικές επιπτώσεις των πράξεών τους. Και αντιστοίχως υπάρχουν μαρτυρίες θυμάτων ότι η εμπειρία που έζησαν μέσω της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, τους προσέφερε μια περισσότερο ολοκληρωμένη, ουσιαστική “αίσθηση δικαιοσύνης”, σε σχέση με τη θεσμική. Να σημειώσω ωστόσο ότι όταν κάνουμε λόγο για αποκαταστατικές συναντήσεις με θύματα σχετικά με  εγκλήματα κατά της ζωής, αναφερόμαστε στα έμμεσα θύματα των πράξεων αυτών, δηλαδή στους συγγενείς και στους οικείους των άμεσων θυμάτων καθώς και σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει πληγεί από την απώλειά τους.  Εξάλλου, η εφαρμογή αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε σοβαρές περιπτώσεις βρίσκεται σε συνεχή έρευνα και ακόμα σε πειραματικό στάδιο. Χρειάζεται δε ακόμα μεγαλύτερη προετοιμασία και υψηλότερα κριτήρια ασφάλειας σε σχέση με πιο ελαφρές περιπτώσεις παραβατικότητας προκειμένου να λάβει χώρα. Ωστόσο έχει εφαρμοστεί και εφαρμόζεται σε σοβαρά εγκλήματα σε αρκετά κράτη, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Μάλιστα, στο πλαίσιο μίας εξειδικευμένης εκπαίδευσης μου στην Ιταλία το 2017 σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας, είχα την τύχη να συναντήσω από κοντά τόσο τους διαμεσολαβητές όσο και κάποιους από τους συμμετέχοντες σε αποκαταστατικές συναντήσεις σχετικές με ανθρωποκτονίες, τρομοκρατία αλλά και εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας.
  • Υπάρχουν δηλαδή παραδείγματα εφαρμογής της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης σε περιπτώσεις τρομοκρατίας; Τι μπορεί να προσφέρει η αποκαταστατική προσέγγιση σε τέτοιες περιπτώσεις;
 Βεβαίως υπάρχουν τέτοια παραδείγματα και μάλιστα όχι πολύ μακριά από εμάς, αλλά στην Ευρώπη. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, σχετικά με τα εγκλήματα των Ερυθρών Ταξιαρχιών και στη Χώρα των Βάσκων στην Ισπανία, σχετικά με τα εγκλήματα της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΤΑ. Και στις δυο περιπτώσεις η κρατική τιμωρία δεν είχε εξαλείψει το αίσθημα αδικίας τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο και οι αποκαταστατικές συναντήσεις έλαβαν χώρα μετά την έκτιση της ποινής ή κατά τη διάρκειά της. Στην Ιταλία, οι συναντήσεις έγιναν με την μορφή αποκαταστατικών κύκλων, περιλαμβάνοντας δηλαδή και απλούς πολίτες και διήρκεσαν σχεδόν εφτά χρόνια, έπειτα από προετοιμασία σχεδόν τριών ετών για τους συμμετέχοντες. Στην Ισπανία, έλαβαν τη μορφή διαμεσολαβήσεων μέσα στις φυλακές και διήρκεσαν περίπου δυο χρόνια, έπειτα από προετοιμασία μικρότερη του ενός έτους για τους συμμετέχοντες. Οι εμπειρίες των αποκαταστατικών αυτών συναντήσεων περιγράφονται αναλυτικά στα βιβλία “Il libro dell’incontro” που σημαίνει “το βιβλίο της συνάντησης” και δημοσιεύτηκε το 2015 στην Ιταλία και “Los Ojos del Otro” που σημαίνει “τα μάτια του άλλου” και δημοσιεύτηκε το 2013 στην Ισπανία. Για να καταλάβουμε τι μπορεί να προσφέρει η αποκαταστατική μεταχείριση τέτοιων περιπτώσεων, πρέπει να δούμε το βάθος της βλάβης που προκαλούν.
 Η τρομοκρατία είναι η χρήση “τυφλής” βίας η οποία προκαλεί πολλαπλά επίπεδα βλάβης και θυματοποίησης, δηλαδή και σε ατομικό και σε συλλογικό – κοινωνικό επίπεδο. Τα θύματα σε αυτές τις περιπτώσεις εκμηδενίζονται ως προσωπικότητες, καθώς επιλέγονται στη τύχη. Συνεπώς, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ίσως περισσότερο απαραίτητο να “δούμε” τα άτομα που υπέστησαν το πλήγμα και να “ακούσουμε” τον πόνο τους. Όσον αφορά τα θύματα τέτοιων εγκλημάτων λοιπόν, σε γενικές γραμμές, η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι τα οφέλη της αποκαταστατικής δικαιοσύνης είναι η έκφραση του πόνου και των αναγκών τους, η αναγνώριση και επιβεβαίωση της θυματοποίησής τους χωρίς υπεκφυγές, η εκδήλωση του θυμού τους και η αίσθηση ότι δεν μένουν στο περιθώριο αλλά ανακτούν την “ενεργητικότητά” τους, η δυνατότητα να απευθύνουν ερωτήσεις τις οποίες ενδεχομένως κρατούν για χρόνια, ακόμα και η απάλυνση του αισθήματος αδικίας και ανασφάλειας. Η αλλαγή αν θέλετε της “δυναμικής” στη σχέση θυματοποίησης.
 Από την άλλη, τέτοιου είδους πράξεις έχουν επικοινωνιακό χαρακτήρα εκ μέρους των δραστών, καθώς στοχεύουν στο να περάσουν ένα μήνυμα (θυμού) προς την κοινωνία και ως εκ τούτου ένα μήνυμα “πολιτικό”. Οι δράστες, ως άτομα, ωστόσο καλύπτονται πίσω από τη γενικευτική ταμπέλα “τέρατα”. Αυτό προκαλεί και φόβο και ανασφάλεια. Είναι τα άτομα “τέρατα” ή οι πράξεις τους “τερατώδεις”; Διότι έχει μεγάλη διαφορά η διευκρίνιση. Αν λάβω υπ’ όψιν την εικόνα των πρώην μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών που συνάντησα στην Ιταλία, με μερικούς από τους οποίους ανταλλάξαμε χειραψία, ήπιαμε μαζί καφέ και τους άκουσα να μιλάνε για το πώς βίωσαν τη συνάντηση με τα θύματα και τους πολίτες, τη συγκίνησή τους μπροστά στο κοινό μιλώντας για όλα αυτά, τους είδα δέ να μιλούν και να έχουν ανθρώπινη πλέον επαφή με τους συγγενείς των θυμάτων τους αλλά και με απλούς πολίτες που συμμετείχαν στο αποκαταστατικό πείραμα, θα σας απαντούσα μάλλον το δεύτερο. Συνεπώς χρειάζεται και πάλι να “δούμε” τα άτομα και να τα απο-δαιμονοποιήσουμε από τις πράξεις τους, καταλαβαίνοντας για ποιο λόγο έγιναν. Οι άνθρωποι δύνανται να αλλάξουν, να μετανοήσουν. Ουσιαστικά. Αρκεί να τους παρέχουμε το πλαίσιο. Τα οφέλη της αποκαταστατικής προσέγγισης για τους δράστες τέτοιων πράξεων λοιπόν δύνανται να είναι η συνειδητοποίηση του πραγματικού πόνου που προκάλεσε η πράξη τους και η δυνατότητα ουσιαστικής απολογίας στα θύματά τους. Και αυτό, πέρα από τη σημασία που έχει για τα θύματα, μπορεί να έχει μεγάλη σημασία και για τους ίδιους τους δράστες, για την αποτροπή υποτροπής και επανάληψης βίαιων συμπεριφορών εκ μέρους τους.
  • Κ. Σούλου, αναφέρατε ότι στην εξειδικευμένη εκπαίδευσή σας στην Ιταλία σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας αντικείμενο ήταν και η εφαρμογή της σε εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Θα λέγατε λοιπόν ότι μπορεί να έχει οφέλη ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις; Με ποιoν τρόπο;
 Πράγματι, υπάρχουν αρκετά κράτη στα οποία εφαρμόζονται αποκαταστατικές πρακτικές και για τέτοιες περιπτώσεις. Κι ακόμα μία φορά η διεθνής εμπειρία δείχνει μάλλον ενθαρρυντικά αποτελέσματα, παρότι είναι σε πειραματικό επίπεδο και προφανώς χρειάζεται ιδιαίτερος χειρισμός και προετοιμασία. Στην Ιταλία είχα την τύχη να γνωρίσω δύο διαμεσολαβητές που ασχολούνται με τέτοια ζητήματα, τον Vince Mercer από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Kristel Buntinx από το Βέλγιο, οι οποίοι μοιράστηκαν μαζί μας τις εμπειρίες τους από πραγματικές υποθέσεις. Πέρα από αυτό, χρειάστηκε να κάνω περεταίρω έρευνα σε αυτό το ζήτημα, στο πλαίσιο της σχετικής παρουσίασής μου  τον Δεκέμβρη του 2017 στο Πανεπιστήμιο της Nanterre στο Παρίσι. Αξίζει λοιπόν να αναφέρω ενδεικτικά και το έργο της Marie Keenan από την Ιρλανδία, ειδικού σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και της Estelle Zinsstag που υπήρξε μία από τις επικεφαλής του ευρωπαϊκού πρότζεκτ Daphne III σε αποκαταστατικές πρακτικές για σεξουαλικά εγκλήματα.
 Η σεξουαλική βία είναι μία ιδιαίτερη μορφή βίας σε σχέση με άλλες παραβατικές συμπεριφορές, ειδικά στο βαθμό που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μίας ήδη υπάρχουσας σχέσης (συγγενικής, εργασιακής, φιλικής, κ.λπ.). Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον αυτών των σχέσεων μετά την παραβατική συμπεριφορά αλλά και η μετέπειτα πορεία των θυμάτων; Και τι γίνεται στη περίπτωση που η σεξουαλική βία έχει διαπραχθεί ενδοοικογενειακά; Πώς ζουν οι άνθρωποι μετά από αυτό; Είναι η ποινική δικαιοσύνη και οι φορείς της σχεδιασμένοι για τέτοιες “λεπτές”, ευαίσθητες υποθέσεις;
Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις που η στείρα ποινική απάντηση για τέτοιες πράξεις δεν είναι σίγουρο ότι αίρει το αίσθημα αδικίας. Αντιθέτως, η ενεργοποίηση του κατασταλτικού μηχανισμού, με ότι αυτό συνεπάγεται, ενδέχεται να επιβαρύνει την κατάσταση, ειδικά εάν τα εμπλεκόμενα άτομα γνωρίζονται ή, ακόμα χειρότερα, είναι συγγενείς. Θα σας αναφέρω ένα σχετικό περιστατικό που αναστάτωσε πρόσφατα τη γαλλική κοινή γνώμη. Τον περασμένο Νοέμβρη, η γαλλίδα ηθοποιός Adèle Haenel, μετά από χρόνια σιωπής, κατήγγειλε δημόσια σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος της από γνωστό σκηνοθέτη το διάστημα 2012-2015. Ωστόσο δεν επέλεξε να κινηθεί μέσω της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά να μιλήσει μέσω των μίντια. Μεταξύ άλλων, άνοιξε δημόσια συζήτηση σχετικά με την ικανότητα της γαλλικής ποινικής δικαιοσύνης να δράσει κατά της σεξουαλικής βίας. Για την ηθοποιό, οι ποινικές διαδικασίες είναι αποτρεπτικές, επειδή προκαλούν επιπρόσθετη ψυχολογική βλάβη και αποτυγχάνουν να λάβουν υπ’ όψιν τον αντίκτυπο της γενικότερης κουλτούρας αλλά και της κοινωνικής διάστασης που κρύβεται πίσω από την σεξουαλική βία.
 Σε περιπτώσεις τέτοιων εγκλημάτων, η αποκαταστατική δικαιοσύνη έχει κυρίως θυματοκεντρικό χαρακτήρα και στοχεύει στην εξισορρόπηση της εξουσιαστικής σχέσης που συνεπάγεται μία τέτοια πράξη. Έρευνες έχουν δείξει ότι ακόμα και η φάση της προετοιμασίας για τη συνάντηση με τον δράστη, μπορεί να έχει οφέλη για τα θύματα, καθώς τους δίνεται το πλαίσιο να μιλήσουν ανοιχτά για αυτό που συνέβη, να διεκδικήσουν, να νιώσουν περισσότερο ενεργά, με την έννοια του ότι δεν αντιμετωπίζονται ως απλοί μάρτυρες του τι έγινε, αλλά η φωνή τους ακούγεται ουσιαστικά. Συνήθως τα θύματα αυτών των αδικημάτων μένουν με την αίσθηση ότι φταίνε για αυτό που τους συνέβη και η πρώτη ερώτηση που θέτουν στη συνάντηση με τον δράστη είναι “γιατί σε μένα;” ή “πώς μπόρεσες και μου το έκανες αυτό;”. Ακόμα, θύματα σεξουαλικής βίας που έχουν συμμετάσχει σε προγράμματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης, έχουν παραδεχτεί ότι αυτή συνέβαλε στη μείωση του φόβου και της ανασφάλειας που ένιωθαν γενικότερα στην μετέπειτα ζωή τους ως πολίτες. Θετικά αποτελέσματα έχουν σημειωθεί και όσον αφορά τους δράστες, καθώς η επαφή με τα θύματά τους βοήθησε κάποιους να συνειδητοποιήσουν τον πόνο που προκάλεσαν οι πράξεις τους. Ωστόσο υπογραμμίζω και πάλι ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και καλή προετοιμασία για τέτοιου είδους συναντήσεις, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα δευτερογενούς θυματοποίησης.
  • Στο ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης μπορεί, κατά την άποψή σας, να εφαρμοστεί με θετικά αποτελέσματα η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη; Ποια είναι τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν; 
 Έχει εφαρμοστεί και εφαρμόζεται με μάλλον θετικά ή τουλάχιστον ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε τόσες χώρες του κόσμου, δεν βλέπω  επομένως γιατί η Ελλάδα να αποτελεί εξαίρεση σε αυτό. Προσωπικά θεωρώ ότι η χώρα μας, λόγω της μεγάλης κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικής ταλαιπωρίας της τα τελευταία κυρίως χρόνια, χρειάζεται τις αξίες που πρεσβεύει η αποκαταστατική δικαιοσύνη και τις οποίες ανέλυσα παραπάνω. Σε γενικότερο κοινωνικό επίπεδο αυτό. Σε δικαιοδοτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα εξαρτώνται από τον τρόπο νομοθέτησης, ερμηνείας και εφαρμογής. Δηλαδή πέρα από τη θέσπιση per se, είναι σημαντική η ratio legis, δηλαδή η νομοθετική βούληση που κρύβεται πίσω από το κείμενο του νόμου αλλά και ο τρόπος εφαρμογής. Είναι με άλλα λόγια και θέμα νοοτροπίας και τρόπου αντίληψης των πραγμάτων. Συνεπώς, εάν σε μία έννομη τάξη εισάγονται συναφείς πρακτικές, επηρεασμένες ή εμπνευσμένες από την αποκαταστατική δικαιοσύνη μέν, απλά και μόνο για αποσυμφόρηση του ποινικού συστήματος και την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας δέ, σίγουρα απομακρυνόμαστε πολύ από όλη την φιλοσοφία γύρω από την αποκαταστατική δικαιοσύνη. Και αυτό προφανώς έχει συνέπειες στη πράξη, δηλαδή στα αποτελέσματα που μπορούμε να περιμένουμε.
 Ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές οδηγίες, στην Ελλάδα για παράδειγμα, πέρα από τη διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που εισήχθη υποχρεωτικά (!), μπορούμε να ανιχνεύσουμε ψήγματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης και στην ποινική μας δικαιοσύνη. Εκτός από το πεδίο των ανηλίκων, αναφέρω το παράδειγμα της ενδοοικογενειακής βίας, στο οποίο εισήχθη εδώ και χρόνια η ποινική διαμεσολάβηση αλλά και τον θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής κυρίως για οικονομικές διαφορές. Ωστόσο σε όλα τα παραπάνω, ο ρόλος των συνηγόρων και του εισαγγελέα καθιστά αμφίβολη τη σύμπνοια τους με την γενικότερη φιλοσοφία της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Η τελευταία δεν πρεσβεύει τη διαπραγμάτευση μεταξύ συνηγόρων, με τη διαφορά ότι αυτή γίνεται εκτός δικαστηρίων για λογαριασμό των πελατών τους. Ούτε φυσικά μπορεί να επαφίεται στην κρίση του εισαγγελέα, ο οποίος εκπροσωπεί το Κράτος, συνεπώς έχει θεσμικά πολύ διαφορετικό ρόλο. Θα έλεγα ότι η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής υιοθετήσει μία μάλλον “εργαλειακή” εκδοχή των προτάσεων της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και μάλιστα μόνο για ήπιας σημασίας αδικήματα, με απώτερο σκοπό κυρίως την αποσυμφόρηση της των δικαστηρίων. Ας πούμε πως η γενικότερη φιλοσοφία εισαγωγής των παραπάνω θεσμών, ίσως με εξαίρεση το πεδίο των ανηλίκων, προσιδιάζει περισσότερο στον θεσμό του plea bargain και στην εξωδικαστική λύση των υποθέσεων, παρά σε αυτόν της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Και προφανώς δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εμφανή αποτελέσματα σε επίπεδο αντεγκληματικής πολιτικής. Ωστόσο, η χώρα μας δεν είναι η μόνη που αντιμετωπίζει έτσι την πρόταση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Πέρα από τη νομοθετική πρωτοβουλία λοιπόν, επανέρχομαι και επιμένω στο θέμα της νοοτροπίας. Πρώτο βήμα για να αλλάξει η νοοτροπία, η κουλτούρα σχετικά με τη δικαιοσύνη και την απονομή της, είναι πιστεύω η ενημέρωση. Η γενικότερη ενημέρωση του ευρύτερου κοινού αλλά και η εκπαίδευση, κυρίως η ακαδημαϊκή. Στις Νομικές Σχολές ας πούμε, που διαμορφώνονται και καταρτίζονται οι νέοι νομικοί, οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι δικηγόροι, αν θέλετε και ορισμένοι από τους νομοθέτες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νομικοί είναι εκείνοι που στέκονται συνήθως με περισσότερη δυσπιστία απέναντι στη νέα αυτή πρόταση, και εν μέρει είναι λογικό, διότι έχουν μία εντελώς διαφορετική νοοτροπία. Και φυσικά αυτό δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες χώρες ηπειρωτικής νομικής κουλτούρας, όπως και στην Γαλλία, στην Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία αλλά και στην Βραζιλία, στην Αργεντινή, κ.λπ. Ωστόσο υπάρχουν και χώρες όπως το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Αυστραλία κ.λπ. όπου η αποκαταστατική δικαιοσύνη διδάσκεται προπτυχιακά και σε Νομικές Σχολές. Τέλος, θεωρώ πως είναι απαραίτητο οι νομικοί να συνεργάζονται περισσότερο με τους υπόλοιπους επιστήμονες των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, εάν θέλουν να επιτελούν πιο αποτελεσματικά το έργο τους. Αυτό σήμερα δεν γίνεται πολύ.
  • Ποιες είναι οι προβλέψεις σας για το μέλλον της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα και διεθνώς; 
Αυτό που παρατηρείται είναι ένα συνεχώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αποκαταστατική μεταχείριση της εγκληματικότητας τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτό φαίνεται και ερευνητικά, ακαδημαϊκά, αλλά και νομοθετικά, σε προγράμματα που τίθενται σε εφαρμογή ακόμα και για περιπτώσεις περισσότερο σοβαρές, όπως ήδη ανέφερα, συμπληρωματικά με την ποινική μεταχείριση. Το κατά πόσο όλο αυτό το ”ρεύμα” θα έχει τελικά κάποια ουσιαστική επίδραση στις αντεγκληματικές πολιτικές, είναι θέμα χειρισμού, προθέσεων, βαθύτερης γνώσης και εμπειρίας. Αυτό που βλέπω κυρίως μέσα από την εμπλοκή μου στο EFRJ, είναι ότι το αποκαταστατικό κίνημα ωριμάζει, με την έννοια του ότι έχει απομακρυνθεί από την περισσότερο ρομαντική και ουτοπική οπτική των δεκαετιών 70’ και 80’ όταν πρωτοξεκίνησε ως κίνημα στην Εγκληματολογία. Η συνεχής έρευνα αλλά και η πρακτική έχουν φέρει στην επιφάνεια ρεαλιστικές προοπτικές, αλλά και δυσκολίες, ουσιαστικά διακυβεύματα στα οποία το κίνημα καλείται να ανταποκριθεί. Συνεπώς, η τάση είναι η κριτική ματιά στις θεωρητικές και πρακτικές του προτάσεις και αυτό μόνο θετικά μπορεί να φέρει. Διότι δεν υπάρχει στασιμότητα αλλά συνεχής εξέλιξη. Ταυτόχρονα, έχει αρχίσει να εγκαταλείπεται η αντιπαραθετική σχέση με την ποινική δικαιοσύνη ως μηχανισμό. Πλέον, στόχος είναι η συνεργασία με την τελευταία ή/και η συμπλήρωσή της, προκειμένου να προωθηθούν περισσότερο ανθρώπινες και κοινωνικά αποτελεσματικές ποινικές κυρώσεις.
 Τώρα σε πιο πρακτικό επίπεδο, μέχρι στιγμής στην Ευρώπη τουλάχιστον, παρότι σημειώνονται αξιόλογα βήματα και μπορούμε πράγματι να πούμε ότι μία κάποια μορφή αποκαταστατικής μεταχείρισης αδικημάτων υπάρχει σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, τα επίπεδα εφαρμογής της σε σχέση με το σύνολο των ποινικών υποθέσεων παραμένει χαμηλό, της τάξης του 2-12%. Αυτό εκτιμώ πως θα αλλάξει στο μέλλον. Και το λέω λαμβάνοντας υπ’ όψιν την τελευταία πραγματικά πρωτοποριακή ευρωπαϊκή Σύσταση CM/Rec (2018)8 σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη σε ποινικές υποθέσεις. Παρότι δεν αποτελεί (ακόμα) δεσμευτικό νομοθετικό κείμενο, δίνει μία πολύ ξεκάθαρη κατεύθυνση. Αν διαβάσουμε δηλαδή τα σχόλια που συνοδεύουν την εν λόγω Σύσταση, αναφέρεται ότι η τελευταία προχωρά πέρα από τη Σύσταση του 1999 σχετικά με τη διαμεσολάβηση, προτείνοντας μία “αλλαγή κουλτούρας” της ποινικής δικαιοσύνης σε ολόκληρη την Ευρώπη, προς μία περισσότερο “αποκαταστατική προσέγγιση” των ποινικών υποθέσεων. Θεωρώ τόσο τη λέξη “προσέγγιση” (approach) όσο και τη λέξη “κουλτούρα” (culture) πολύ δυναμικές και ενδεικτικές της νομοθετικής βούλησης. Η μεν “προσέγγιση” υποδηλώνει κάτι βαθύτερο από την απλή εισαγωγή πρακτικών, περιλαμβάνοντας και ζητήματα σύλληψης και κατανόησης των καινούριων εννοιών που προτείνονται από το αποκαταστατικό κίνημα. Η δε  “κουλτούρα” παραπέμπει σε μία συνολική επανεξέταση του τρόπου μεταχείρισης της εγκληματικότητας.
  • Υπάρχουν κάποια πρακτικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε να επεκταθεί η εφαρμογή της στις σύγχρονες κοινωνίες;
 Πράγματι, έχουν παρατηρηθεί πρακτικές δυσκολίες επέκτασης του θεσμού. Θα σας δώσω μία γενική επισκόπηση αυτών, όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που έχουμε συγκεντρώσει στο EFRJ.
Πρώτη και βασική δυσκολία είναι η έλλειψη κεντρικής, κρατικής χρηματοδότησης του θεσμού σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, πράγμα που δυσχεραίνει την εφαρμογή αποκαταστατικών πρακτικών ή καθιστά την παροχή τους σποραδική σε ορισμένα κράτη. Επίσης, παρότι υπάρχουν και νομοθεσίες και διάφορα προγράμματα, καταρτισμένοι ειδικοί, έχει παρατηρηθεί ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη δεν εφαρμόζεται στο μέγιστο των δυνατοτήτων της. Για παράδειγμα, σε πολλές χώρες η αποκαταστατική δικαιοσύνη έχει ταυτιστεί με τη διαμεσολάβηση και χρησιμοποιείται κυρίως ή αποκλειστικά, σε ήπιες περιπτώσεις. Σε αυτό εν μέρει ευθύνεται και ο ισχυρός δεσμός της θέσπισής της με τη γραφειοκρατική φύση και τη “νομικίστικη κουλτούρα” των ποινικών μας συστημάτων. Αλλά ακόμα και σε χώρες που χρησιμοποιείται σε σοβαρές περιπτώσεις ή λαμβάνει χώρα μέσα στη φυλακή, υπάρχουν σωφρονιστικά  ιδρύματα που δεν έχουν κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους για μία συνάντηση δράστη-θύματος.
Επίσης, παρότι έχουμε στη διάθεσή μας ορισμένες σημαντικές και ενθαρρυντικές ποιοτικές έρευνες, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ποσοτικών ερευνών, πράγμα που δυσχεραίνει την εικόνα μας σχετικά με το τι και πως εφαρμόζεται. Η εμπειρική έρευνα είναι κάτι στο οποίο το αποκαταστατικό κίνημα πρέπει να εμβαθύνει, να βελτιωθεί και να εντατικοποιήσει. Αλλά το ίδιο και η θεωρητική έρευνα. Διότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με την έννοια της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και θεωρητικών ζητημάτων που προκύπτουν από αυτήν, προκαλεί σύγχυση και αποτρέπει την εφαρμογή του θεσμού. Το ζήτημα ωστόσο με τις έρευνες στον τομέα των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών είναι ότι σε πολλές χώρες δεν χρηματοδοτούνται. Η δέ έλλειψη και ακαδημαϊκής βασικής εκπαίδευσης στην αποκαταστατική δικαιοσύνη, όπως προανέφερα, ειδικά στους νομικούς, δυσχεραίνει την κατάσταση. Και τέλος θα αναφερθώ στην γενικότερη έλλειψη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης στο θέμα του ευρύτερου κοινού, δηλαδή απλών πολιτών οι οποίοι θα έπρεπε να έχουν όχι μόνον επαρκή ενημέρωση, αλλά και δικαίωμα πρόσβασης, εφόσον το επιθυμούν, σε αποκαταστατικές πρακτικές.
  • Φτάνοντας προς το τέλος, θα μας μιλήσετε για τη συνεργασία σας με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος; 
Πρωτογνώρισα το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.) και τα μέλη του σε μία από τις επισκέψεις μου στην Ελλάδα, νομίζω το 2017, όταν έμενα ακόμα στη Μασσαλία, όπου είχα τη χαρά να παρακολουθήσω μία από τις εκδηλώσεις τους στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Πέρα από το ενδιαφέρον και την ποιότητα της εκδήλωσης, χάρηκα ιδιαίτερα γνωρίζοντας τους ανθρώπους του ΚΕ.Μ.Ε., τις αντιλήψεις τους και τον τρόπο που δουλεύουν. Πραγματικά πιστεύω ότι τέτοιου είδους φορείς, πλαισιωμένοι από νέους επιστήμονες που προωθούν τη συνεργασία και τη διεπιστημονικότητα, όχι μόνον χρειάζονται, αλλά και λείπουν από την Ελλάδα. Επεδίωξα συνεπώς και να τους γνωρίσω καλύτερα, αλλά και να συνδράμω όσο μπορώ στις δραστηριότητες και στο έργο τους. Επιστρέφοντας πριν από μερικούς μήνες στην Αθήνα, ως μέλος πλέον του ΚΕ.Μ.Ε., είχα την χαρά να συμμετάσχω στην ομάδα ανάγνωσης με θέμα το έργο του Michel Foucault “Επιτήρηση και Τιμωρία”, και πρόσφατα είχα την τιμή να επιλεχθώ στην συντακτική ομάδα του αξιόλογου ηλεκτρονικού περιοδικού του Κέντρου, Crime Times.
 Ωστόσο η συνεργασία μας με τα παιδιά δεν τελειώνει εδώ. Το τελευταίο διάστημα συζητάμε σχετικά με τους πιθανούς τρόπους συνεργασίας του ΚΕ.Μ.Ε. με το EFRJ, ώστε να επεκταθούν οι δράσεις του τελευταίου και στη χώρα μας, αλλά και να προβληθεί το έργο του ΚΕ.Μ.Ε. διεθνώς. Μάλιστα, τον περασμένο Νοέμβρη, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Εβδομάδας Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης 2019, οργανώσαμε από κοινού μία καμπάνια ενημέρωσης σχετικά με ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης, δημοσιεύοντας καθημερινά σχετικό υλικό στο αγγλικό site του ΚΕ.Μ.Ε. Συζητάμε επίσης την οργάνωση μίας εκδήλωσης σχετικά με την εφαρμογή αποκαταστατικών πρακτικών σε περιπτώσεις τρομοκρατίας, ώστε να παρουσιαστούν και στο ελληνικό κοινό οι εμπειρίες γειτονικών χωρών σχετικά με το θέμα. Τέλος, προετοιμάζεται συνέντευξη για το Crime Times με τον Βέλγο καθηγητή Ivo Aertsen, ίσως τον σημαντικότερο Ευρωπαίο ακαδημαϊκό στην αποκαταστατική δικαιοσύνη και έναν από τους ιδρυτές του EFRJ. Και φυσικά πιστεύω και ελπίζω ότι έπονται ακόμα πολλές ενδιαφέρουσες από κοινού δράσεις.
  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, θα μας ενημερώσετε για επόμενες δράσεις που δρομολογείτε στο πεδίο της Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης; 
Αυτή τη περίοδο βρίσκομαι στην τελική φάση συγγραφής της διδακτορικής διατριβής μου, που σημαίνει ότι θα χρειαστεί το επόμενο διάστημα να επικεντρωθώ σε αυτό, παράλληλα με τις ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις στο Id’EF. Ταυτόχρονα, έχω την τιμή και τη χαρά να συμμετέχω ερευνητικά σε ένα πολύ ενδιαφέρον ευρωπαϊκό πρότζεκτ, το RE-JUSTICE, σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών σε ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Το πρότζεκτ συντονίζεται από Βελγικούς φορείς, μεταξύ των οποίων και το EFRJ και θα πραγματοποιηθεί στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα, περιλαμβάνοντας σε κάθε χώρα έναν δημόσιο ακαδημαϊκό φορέα και έναν δημόσιο φορέα εκπαίδευσης δικαστικών λειτουργών. Η χώρα μας συμμετέχει μέσω της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και της Εθνικής Σχολής Δικαστών. Και ευχαριστώ θερμά την καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου, κ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, για την τιμή που μου έκανε να μου προτείνει να ενταχτώ στην ελληνική ομάδα. Χαίρομαι επίσης ιδιαίτερα διότι γνωρίζω προσωπικά μερικούς από τους ερευνητές των υπόλοιπων χωρών, με τους οποίους θα συνεργαστούμε και είμαι αισιόδοξη για τα θετικά αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει αυτό το διάβημα και ευρωπαϊκά αλλά και στη χώρα μας.
Επιπλέον, τον ερχόμενο Απρίλη και τον Μάιο θα χρειαστεί να ταξιδέψω στην Νίκαια και στο Παρίσι λόγω της συνεργασίας μου με την Fédération “Citoyen et Justice”, καθώς έχω αναλάβει την εκπαίδευση Γάλλων κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, επαγγελματιών στον τομέα της δικαιοσύνης ανηλίκων ή της προστασίας των θυμάτων κ.λπ. σε βασικά ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Τέλος, δεν μπορώ να παραλείψω το 11ο Διεθνές Συνέδριο του EFRJ που θα λάβει φέτος χώρα τέλη Ιουνίου στην Σαρδηνία της Ιταλίας, με θεματική “Justice beyond borders: Restorative connections through space and language”. Εκεί λοιπόν, θα παρουσιάσω ένα κομμάτι της διδακτορικής μου έρευνας σχετικά με την ορολογία της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και την προσαρμογή της στη νομική σκέψη και ορολογία.
Αγγελική Καρδαρά